ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Το πραξικόπημα που ανέτρεψε τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο ήταν το αποκορύφωμα των τεταμένων σχέσεων στις σχέσεις Αθήνας - Λευκωσίας κατά τη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας. Ο Ιωαννίδης και οι υποστηρικτές του αξιωματικοί, οι οποίοι εκτέλεσαν το πραξικόπημα, θεωρούσαν το Μακάριο το κύριο εμπόδιο για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Επίσης θεωρούσαν την αδέσμευτη πολιτική του Αρχιεπισκόπου και τη συνεργασία της Λευκωσίας με τη Μόσχα επικίνδυνη απόκλιση από τον δυτικό κόσμο.

Η πολιτική της δικτατορίας Ιωαννίδη συνιστούσε, όμως, τομή ακόμα και σε σχέση με την πολιτική της δικτατορίας Παπαδόπουλου. Ο τελευταίος αντιλαμβανόταν την Αθήνα ως το εθνικό κέντρο στο οποίο ανήκε ο τελευταίος λόγος για το Κυπριακό. Ιδίως μετά την κρίση του 1967, οπότε αντιμετώπισε το φάσμα ελληνοτουρκικού πολέμου τον οποίο απέφυγε αποσύροντας την ελληνική μεραρχία από τη Μεγαλόνησο, αντιμετώπιζε τον Μακάριο, και το Κυπριακό, ως ανασχετικό παράγοντα σε μια ελληνοτουρκική συνεννόηση η οποία πίστευε ότι είχε προτεραιότητα στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου και του ανταγωνισμού των υπερδυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο Παπαδόπουλος απέβλεπε μεσοπρόθεσμα σε διπλή ένωση, δηλαδή τον διαμελισμό της Κύπρου μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, υπάρχουν δε ισχυρές ενδείξεις ότι η Αθήνα και η Αγκυρα είχαν φθάσει σε κάποια άτυπη συμφωνία επ’ αυτής της βάσεως το 1971-72. Παρά ταύτα, ο Παπαδόπουλος είχε αποφύγει να ανατρέψει το Μακάριο το 1972, κατά την κρίση του τσεχοσλοβακικού οπλισμού, φοβούμενος κυρίως την αντίδραση της Σοβιετικής Ενωσης και του Ανατολικού μπλοκ που αντιμετώπιζαν ευνοϊκά την αδέσμευτη πολιτική του Μακαρίου. Ο Παπαδόπουλος αρκέστηκε τότε στην υπονόμευση του Αρχιεπισκόπου είτε υποκινώντας την ανατροπή του από την κίνηση των τριών μητροπολιτών της Εκκλησίας της Κύπρου το 1972 είτε ενισχύοντας την τρομοκρατική δραστηριότητα της ΕΟΚΑ Β΄ υπό τον στρατηγό Γρίβα. Το 1973 ο Παπαδόπουλος απέσυρε, όμως, την υποστήριξή του από τον Γρίβα, καλώντας τον να πολιτικοποιήσει τη δράση του. Η απόπειρα εξομάλυνσης με τον σχηματισμό της κυβέρνησης Μαρκεζίνη και η επιστροφή στον κοινοβουλευτισμό απέκλειαν πραξικόπημα κατά του Μακαρίου.

Αλλαγή προσέγγισης στο Κυπριακό

Αυτή την πολιτική ανέστρεψε ο Ιωαννίδης ευθύς μετά το πραξικόπημα του Νοεμβρίου του 1973 και την ανατροπή των Παπαδόπουλου - Μαρκεζίνη. Μετά τον θάνατο του Γρίβα, στο τέλος Ιανουαρίου του 1974, η ηγεσία της ΕΟΚΑ Β΄ πέρασε στον ταγματάρχη Καρούσο, ο οποίος επίσης υποστήριζε την πολιτικοποίηση της δράσης της οργάνωσης. Με παρέμβαση του Ιωαννίδη, ο Καρούσος επέστρεψε διά της βίας στην Ελλάδα και η οργάνωση τέθηκε και πάλι υπό τον έλεγχο της Αθήνας με συνέπεια την επανάληψη της τρομοκρατικής της δραστηριότητας στην Κύπρο. Η αυξανόμενη ένταση στις σχέσεις Αθήνας και Λευκωσίας οδήγησε τελικά στη διατύπωση της απαίτησης του Μακαρίου για την απομάκρυνση των 650 αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού, που διοικούσαν την Εθνική Φρουρά της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις 2 Ιουλίου 1974.

Ο Ιωαννίδης και οι υποστηρικτές του προσέγγιζαν σε άλλη βάση το Κυπριακό σε σχέση με τον Παπαδόπουλο. Πίστευαν ότι το στρατιωτικό καθεστώς είχε διαπράξει σφάλμα αποδεχόμενο το τουρκικό τελεσίγραφο του Νοεμβρίου 1967. Είχαν την άποψη πως η Ελλάδα μπορούσε να βγει κερδισμένη από την κρίση αν είχε επιδείξει αποφασιστικότητα, καθώς προεξοφλούσαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επέτρεπαν μια ένοπλη σύρραξη μεταξύ δύο συμμάχων με διαλυτικές συνέπειες για τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Βασίζονταν συνεπώς στην παραδοχή ότι η Ελλάδα μπορούσε να προκαλέσει μια κρίση και να την κερδίσει. Ο Ιωαννίδης ενέτασσε επίσης την πολιτική του στο Κυπριακό σε μια ευρύτερη πολιτική πυγμής που επιχειρούσε να ακολουθήσει έναντι της Αγκυρας, καθώς πίστευε ότι η Ελλάδα αποκτούσε στρατηγικό πλεονέκτημα λόγω των κοιτασμάτων πετρελαίου που είχαν ανακαλυφθεί στη Θάσο. Οπως αποδείχθηκε, επρόκειτο για λανθασμένη παραδοχή, διότι τα κοιτάσματα ήταν πολύ πιο περιορισμένα απ’ όσο αρχικά είχε υποτεθεί και η εκμετάλλευση του θαλάσσιου πλούτου στο Αιγαίο προκαλούσε ήδη οξεία ελληνοτουρκική αντιπαράθεση.


 Το βομβαρδισμένο μέγαρο της Αρχιεπισκοπής, από το οποίο ο Μακάριος κατάφερε να διασωθεί και να διαφύγει τελικά στο εξωτερικό. 

Η στάση των ΗΠΑ πριν από την κρίση

Η εμπλοκή του αμερικανικού παράγοντα στην υπόθεση παραμένει αδιευκρίνιστη, καθώς ένα σημαντικό μέρος των σχετικών αμερικανικών εγγράφων δεν έχει αποχαρακτηριστεί, ενώ ο Ιωαννίδης ή φίλοι του αξιωματικοί δεν έδωσαν πληροφορίες για το θέμα.

Ο Ιωαννίδης δεν διατηρούσε επαφή με την αμερικανική πρεσβεία, αλλά με στελέχη της CIA. Ο πρεσβευτής Χένρι Τάσκα εισηγείτο στην Ουάσιγκτον και στον υπουργό Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ την υποστήριξη μιας πολιτικής εκδημοκρατισμού, καθώς αντιμετώπιζε τον Ιωαννίδη ως φορέα πολιτικής πόλωσης, εθνικιστικών τάσεων και εκφυλισμού της συνοχής του στρατού. Ο Κίσινγκερ απέφευγε όμως να λάβει οποιαδήποτε πρωτοβουλία, γιατί πίστευε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έπρεπε να επιδεικνύουν ενδιαφέρον για τη φύση του πολιτικού καθεστώτος της Ελλάδας. Ανησυχούσε, άλλωστε, από το ενδεχόμενο μιας ολίσθησης της χώρας προς τα αριστερά αν ετίθετο σε κίνηση διαδικασία εκδημοκρατισμού.

Από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι ο Ιωαννίδης έστελνε στην Ουάσιγκτον αντιφατικά σήματα σχετικά με τις προθέσεις του έναντι της Κύπρου. Από τις αμερικανικές πηγές δεν γνωρίζουμε τι υποστήριζαν οι συνομιλητές του Ιωαννίδη. Στην Ουάσιγκτον αντιμετώπιζαν πάντως την κατάσταση που διαμορφωνόταν επιφυλακτικά. Ηδη στις αρχές Μαΐου του 1974, σε σύσκεψη των αρμοδίων υπηρεσιών σε υψηλό επίπεδο, κατέγραφαν ως μία από τις πιθανές εξελίξεις πραξικόπημα της Ελλάδας εναντίον του Μακαρίου. Αποφάσισαν ότι, αν υπήρχαν ενδείξεις για κάτι τέτοιο, θα συνιστούσαν στην Αθήνα, με «χαμηλών τόνων» διάβημα, την αποφυγή αυτής της ενέργειας που δεν θα απέβαινε προς το συμφέρον της ελληνικής πλευράς και της Ατλαντικής Συμμαχίας. Στο πλαίσιο αυτό, θα ζητείτο από τον Τάσκα, στο τέλος Ιουνίου, να προσεγγίσει τον Ιωαννίδη και άλλους παράγοντες του καθεστώτος στην Αθήνα και να προειδοποιήσει για τις επιπτώσεις ενός πραξικοπήματος. Το πιο σημαντικό συνεπώς δεν είναι ότι ο πρεσβευτής Τάσκα ήταν απρόθυμος να συναντήσει τον Ιωαννίδη –και τελικά δεν το έκανε αλλά απηύθυνε τις σχετικές συστάσεις στο στρατηγό Γκιζίκη, πρόεδρο του καθεστώτος, και στον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ– αλλά ότι τα διαβήματα της Ουάσιγκτον δεν ήταν τόσο ισχυρά όσο θα ήταν αν οι Αμερικανοί αναλάμβαναν να αποτρέψουν μια ανεπιθύμητη εξέλιξη ασκώντας όλη την επιρροή τους. Μόνον υποθέσεις μπορούν να γίνουν σχετικά με τον λόγο για τον οποίο συνέβη κάτι τέτοιο.

Οι προτεραιότητες της αμερικανικής πολιτικής

Το Κυπριακό ήταν σε εκκρεμότητα ήδη από το 1964. Αν και η κυβέρνηση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου αναγνωριζόταν ως η νόμιμη κυβέρνηση του νησιού και ασκούσε εξουσία περίπου στο 95% του εδάφους της Δημοκρατίας, αναζητείτο μια νέα πολιτική διευθέτηση υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών ήδη από το 1964. Αυτή θα ενέτασσε και πάλι σε μια συμφωνημένη συνταγματική δομή τούς Τουρκοκυπρίους οι οποίοι είχαν αποχωρήσει από τις θέσεις τους στο κράτος τον Δεκέμβριο του 1963, όταν ξέσπασαν οι διακοινοτικές συγκρούσεις. Προοπτική τέτοιας πολιτικής διευθέτησης δεν φαινόταν να υπάρχει στο πλαίσιο των διακοινοτικών συνομιλιών τον Ιούλιο του 1974. Αν και είχε σημειωθεί κάποια πρόοδος σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, με τη συμβολή του Ελληνα δικαστή Μιχαήλ Δεκλερή, η Τουρκία, η Ελλάδα και οι δύο κοινότητες βρίσκονταν από πολιτική άποψη σε αποκλίνουσα και όχι συγκλίνουσα τροχιά. Η Ουάσιγκτον δεν έβλεπε συνεπώς κάποια πιθανότητα λύσης.

Από διεθνή άποψη, οι Αμερικανοί και ο Κίσινγκερ είχαν αποκτήσει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση μετά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή τον Οκτώβριο του 1973, καθώς ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών είχε εξελιχθεί σε βασικό παράγοντα για την εξεύρεση μιας νέας διευθέτησης στην περιοχή σε αντίθεση με τη Σοβιετική Ενωση που βρισκόταν μάλλον στο περιθώριο των διπλωματικών διεργασιών. Το Κυπριακό εξάλλου ήταν θέατρο επανειλημμένων κρίσεων την προηγούμενη δεκαετία. Δεν είναι αβάσιμη η υπόθεση ότι οι επανειλημμένες κρίσεις είχαν κατά τι αμβλύνει τα αντανακλαστικά των ενδιαφερομένων ή ότι η πιθανότητα μιας νέας κρίσης ενδεχομένως δεν επιδρούσε καταλυτικά στη σκέψη κρίσιμων παραγόντων.

Η εξέλιξη των γεγονότων έδειξε, πάντως, ότι οι παραδοχές στις οποίες στήριξε την πολιτική του ο Ιωαννίδης ήταν λανθασμένες. Αν και διαβεβαίωσε την τυπική ηγεσία του στρατιωτικού καθεστώτος, δηλαδή τον πρόεδρο Γκιζίκη, τον πρωθυπουργό Ανδρουτσόπουλο και τον στρατηγό Μπονάνο, αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, ότι η ενέργεια κατά του Μακαρίου είχε την αμερικανική υποστήριξη, και αυτό εξασφάλισε τη συγκατάθεσή τους στο πραξικόπημα, η αμερικανική πολιτική ήταν συγκρατημένη έναντι της Αθήνας. Η Ουάσιγκτον επιχείρησε πράγματι να κεφαλαιοποιήσει την ανατροπή του Μακαρίου και να επιτύχει την έναρξη μιας διαπραγματευτικής διαδικασίας για την επίλυση του Κυπριακού. Κάτι τέτοιο, υπέθεταν οι Αμερικανοί, ίσως ήταν εφικτό αφού θα προωθείτο στην προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας ο Γλαύκος Κληρίδης, νόμιμος αναπληρωτής του Μακαρίου ως πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων.


Ο Νίκος Σαμψών ορίστηκε άτακτα «πρόεδρος» της Κυπριακής Δημοκρατίας από τους πραξικοπηματίες. Η δοτή εξουσία του κατέρρευσε μετά την εισβολή.

Ταυτόχρονα, όμως, ήταν σαφές ότι η Ουάσιγκτον δεν θα παρεμπόδιζε την Τουρκία από το να επιχειρήσει απόβαση στην Κύπρο αν αυτή ήταν η πολιτική της Αγκυρας. Στην περίπτωση αυτή αποκτούσε προτεραιότητα η διατήρηση της συμμαχίας με την Τουρκία που θεωρείτο στρατηγικά σημαντικότερη χώρα από την Ελλάδα λόγω των μακρών συνόρων της με τη Σοβιετική Ενωση, τη λειτουργία πολύτιμων βάσεων στο τουρκικό έδαφος καθώς και το γεγονός ότι παρεμβαλλόταν εδαφικά μεταξύ της Σοβιετικής Ενωσης και των αραβικών χωρών της Μέσης Ανατολής. Εξάλλου, η Ελλάδα ήταν αδύνατο να υπερασπιστεί την Κύπρο χωρίς συμμαχική συνδρομή λόγω της στρατιωτικής της ανετοιμότητας, της απόστασης από την Κύπρο αλλά και της στρατηγικής μειονεξίας της στο Αιγαίο λόγω της διασποράς των νησιών.

Το πραξικόπημα Ιωαννίδη απετέλεσε ιστορική ευκαιρία για την Αγκυρα να επέμβει στην Κύπρο επικαλούμενη την παραβίαση των Συνθηκών και του Συντάγματος του 1960 και να καταλάβει τελικά το 36% του εδάφους της Μεγαλονήσου. Αν και η κυβέρνηση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ο οποίος επανήλθε στο νησί τον Δεκέμβριο του 1974, εξακολούθησε να αναγνωρίζεται ως η μόνη νόμιμη κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η πραγματική κατάσταση στο νησί είχε ανατραπεί εκ θεμελίων και παραμένει αμετάβλητη έως σήμερα.

* Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ