ΠΟΛΗ

Φώτα από τα βάθη του σκότους

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ*

Πώς να φωτίσουμε μια πόλη με δανεικά φώτα; Πώς να πάει παρακάτω μια χώρα έπειτα από μια επώδυνη δεκαετία όταν βλέπουμε επαναλήψεις φαινομένων που μας θυμίζουν τη δεκαετία του ’90; INTIME NEWS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πολύς λόγος έγινε για τα φώτα στο κέντρο της Αθήνας. Είναι ωραία αυτά τα φώτα, δεν είναι ωραία; Δεν έχει πολύ σημασία τελικά. De gustibus et coloribus non est disputandum, λένε και οι φίλοι μας οι Ρωμαίοι. Κλείνει, όμως, η χρονιά αλλά και η δεκαετία και έχω μια πικρή γεύση στο στόμα. Για το φως που δεν ήρθε. Ηταν μια χρονιά δύσκολη. Μια δεκαετία σκληρή. Πολλές αλήθειες έπρεπε να ειπωθούν. Σαν να χωρίστηκαν οι άνθρωποι σε αυτούς που ξεσκεπάστηκαν και σε αυτούς που συνεχίζουν κάτω από τα φώτα της πόλης να κρύβονται. Κάποιοι αντέχουν να εκτίθενται, να μεγαλώνουν και να γλυκαίνουν, να σέβονται λίγο περισσότερο τον άλλον, να τον υπολογίζουν, να νιώθουν τρυφερότητα για τον πόνο του διπλανού, να ακούν, να σκέφτονται πριν να μιλήσουν, να τιμούν όσους αγαπούν και αγάπησαν, να αγαπούν ακόμα και αν πληγώνονται, να παραδέχονται το σφάλμα τους όταν πληγώνουν. Αυτοί όσο περνούν τα χρόνια φωτίζονται. Γίνονται οι ίδιοι φως για τους άλλους, η κοινωνία έχει ανάγκη τον λόγο των πεφωτισμένων. 

Κάποιοι όμως δεν έχουν δικό τους φως. Φωτίζονται από αυτό που εκπέμπει ο διπλανός τους, δείχνουν λαμπεροί αλλά το φως τους τρέμει, δεν αντέχει πολύ στην απομάκρυνση, στη μοναξιά. Ο αυθεντικός εαυτός εκεί πάσχει, είναι λαμπιόνια που καίγονται γρήγορα και ας νομίζαμε ότι ήταν λαμπερά.

Υπάρχουν και κάποιοι άλλοι όμως που φωτίζονται από τα βάθη του σκότους. Είχαν κάποτε ένα φως, θα μπορούσαν να είναι αστέρια, άγγελοι, κάτι όμως συνέβη στην ιστορία τους και ξώκειλαν. Εξέπεσαν. Το τραύμα τους δεν έγινε τρυφερότητα, αγάπη, έγινε κατακερματισμός, διχοτόμηση, εξουσιομανία, βουλιμία, έγινε φθόνος. Εγινε αισθητική. Το φως εκεί στήνεται στον ουρανό από την υπερβολική σιγουριά μιας κάποιας πλάτης. Μιας δανεικής πλάτης. Είναι η ηγεσία ενός κόμματος, η διεύθυνση μιας τράπεζας, ενός οργανισμού, μιας εφημερίδας. Είναι η πλάτη μιας πόλης, μιας χώρας.

Πώς να φωτίσουμε μια πόλη με δανεικά φώτα; Πώς να πάει παρακάτω μια χώρα έπειτα από μια επώδυνη δεκαετία όταν βλέπουμε επαναλήψεις φαινομένων που μας θυμίζουν τη δεκαετία του ’90; Τα παραδείγματα δυστυχώς πολλά. Ο νυν πρόεδρος της Τεχνόπολης φτιάχνει «φωτεινές» οδοντοστοιχίες. Το μότο του μας προκαλεί να βρούμε τη δική μας υπερδύναμη. Η δική του όμως «υπερδύναμη» εκτινάχθηκε μέσα από την τηλεόραση. Ουσιαστικά είναι ένας γιατρός σελέμπριτι, που αναδείχθηκε από την τεράστια δύναμη των σόσιαλ μίντια και των πρωινάδικων. Μπορεί να είναι άριστος γιατρός αλλά επέλεξε μια παλαιακή οδό με δανεικά φώτα και γρήγορη λάμψη. Ο δήμαρχος δεν έμαθε από το προηγούμενο λάθος του και επέλεξε πάλι το ίδιο μοντέλο. Και ζητεί από τους Αθηναίους να χαρούν τα Χριστούγεννα με τα φώτα που ανάβει. Τι σκέφτεται άραγε ένας νέος φοιτητής οδοντιατρικής για το μέλλον του βλέποντας αυτά;

Από την άλλη, η διευθύντρια του Πολιτιστικού Οργανισμού μας φώτισε και μας «διαφώτισε» με το επιχείρημά της, ότι τα φώτα αρέσουν στους νέους. Δεν τολμώ να σκεφτώ άλλο ένα δημοψήφισμα στη χώρα, όπου θα ρωτάμε αν αρέσουν τα φώτα στους νέους, ποιοι είναι οι νέοι, ποιοι νιώθουν νέοι. Δεν μπορεί να έχει γνωρίσει όλους τους νέους, ούτε οι νέοι είναι ένα πράγμα. Και αν δεν έπιασε το ένα φωτεινό επιχείρημα, θα πιάσει το άλλο, το ξενολάγνο. Τα φώτα αυτά έρχονται από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Για όσους μπορούν να ταξιδέψουν και να ανοίξουν τα μάτια τους, για όσους δεν μπορούν, κακό του κεφαλιού τους. Πόσο ξεπερασμένα όλα αυτά.

Δεν είναι όμως η μόνη φορά που χρησιμοποιεί τους νέους για να στηρίξει μιαν επιλογή της. Είναι οι ομοφυλόφιλοι, οι transgender, οι εκκεντρικοί, κάθε λογής άνθρωποι που βρίσκονται ή νιώθουν ότι βρίσκονται στο περιθώριο. Πολλοί όμως από αυτούς τους ανθρώπους έχουν το δικό τους φως. Εχουν την αλήθεια τους. Εχουν κάτι που θα μπορούσε κάποιος επιτήδειος, που δεν έχει δικό του λόγο, δική του ταυτότητα, δικό του φως τελικά, να τους το κλέψει. Και ας φαίνεται ότι τους δίνει βήμα, τους μεταμορφώνει τελικά σε αναλώσιμο προϊόν, σε λάμπες φθορίου. Τα πράγματα ποτέ δεν είναι όπως φωτίζονται. Οπως φαίνονται. Θα έπρεπε να το είχαμε μάθει δέκα χρόνια τώρα. Συνειδητά ή ασυνείδητα εγώ αισθάνομαι την πόλη μου φέτος πιο σκοτεινή από ποτέ. Δεν είναι μόνον τα φώτα νέον που γίνονται πράσινα, κόκκινα, άσπρα. Είναι η επικράτηση όλου αυτού του γιαλαντζί φωτός, της απομίμησης, η αίσθηση ότι τα ξεπεράσαμε όλα, που με κάνει να θλίβομαι. Και τελικά να θέλω να προφυλάσσομαι. Γιατί η επένδυση στην τόση αισθητική ως μονόδρομο με την οποία ζούμε τα τελευταία χρόνια και την επιβάλλουν συνεχώς ορισμένοι φορείς, έχει έναν και μόνον στόχο: να κρύβεται κάθε φορά η αλήθεια, να καλύπτεται η πραγματική φενάκη, να μην υπάρχει ταυτότητα. Και τελικά να μην μπορεί κάποιος να βρει διέξοδο στα συναισθήματά του, να νιώσει με την ψυχή του.

Γιατί η ψυχή όταν υπάρχει φέγγει, όταν δεν υπάρχει γίνεται εικαστική παρέμβαση.

Θα ευχόμουν σαν όνειρο την επόμενη δεκαετία να μην παράγουν πολιτισμό άνθρωποι της ύλης, και οι άνθρωποι της ύλης να φωτίζονται από όρια και από πολιτισμό.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη