ΜΟΥΣΙΚΗ

Η δεκαετία που επισφράγισε την απουσία του κράτους

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Επειτα από διακόσια χρόνια ελληνικού κράτους, η όπερα στεγάστηκε επιτέλους χάρη σε ιδιωτικό φορέα, το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ). ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η δεκαετία που πέρασε προσδιορίστηκε πρωτίστως από τα ιδρύματα: αυτά που κατέρρευσαν και αυτά που αναδύθηκαν. Η κρίση απλά έφερε για ακόμα μια φορά στην επιφάνεια την άρνηση του κράτους για καθαρά ιδεολογικούς λόγους να σχετιστεί με την κλασική μουσική και την όπερα.

Η προηγούμενη δεκαετία έκλεισε τον Δεκέμβριο του 2009 με τον θάνατο του Χρήστου Δ. Λαμπράκη, του ανθρώπου που βρήκε τον τρόπο να δημιουργήσει στην Ελλάδα τις πρώτες αίθουσες ειδικά μελετημένες για κλασική μουσική. Σε μεγάλο βαθμό το όραμά του υλοποιήθηκε χάρη στην Αλεξάνδρα Τριάντη, αδελφή του Κώστα Κοτζιά, του δημάρχου Αθηναίων και υπουργού Διοικήσεως Πρωτευούσης της κυβέρνησης Μεταξά, ο οποίος αποφάσισε να κατεδαφιστεί το Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας, όπου στεγάζονταν παραστάσεις του Ελληνικού Μελοδράματος.

Επί μία εικοσαετία το Μέγαρο φιλοξένησε τους σημαντικότερους καλλιτέχνες και παρουσίασε εξαιρετικής ποιότητας θεάματα, ενώ προσέφερε κατάλληλη στέγη για τις συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Κινήθηκε σαν διεθνής οργανισμός, ερήμην της μουσικής παιδείας της χώρας, η οποία από τη δεκαετία του 1980 είχε στραφεί στην ομφαλοσκόπηση και στη συστηματική δυσφήμιση της κλασικής μουσικής, υιοθετώντας αποφθέγματα όπως το «η μουσική είναι μία». Μόλις οι κρουνοί στέρεψαν, το σύστημα κατέρρευσε και φάνηκαν τα πραγματικά μεγέθη. Αλλοτε, ένας αστέρας σαν την πιανίστρια Ελίζαμπετ Λεόνσκαγια γέμιζε ασφυκτικά για δύο συνεχόμενες συναυλίες την αίθουσα «Φίλων της Μουσικής». Σήμερα, οι φιλόμουσοι μιας πρωτεύουσας 4 εκατομμυρίων χωρούν άνετα στην αίθουσα «Μητρόπουλος».

Οι ρίζες είναι βαθιές. Το 1840 ο Στρατηγός Μακρυγιάννης κατακεραύνωνε το κράτος επειδή θα έχτιζε θέατρο αντί για σχολεία. Το θέατρο φυσικά δεν χτίστηκε ποτέ. Αρνούμενο να στηρίξει την «ξενόφερτη» και συνεπώς «ελιτίστικη» δυτική μουσική, μέχρι σήμερα το κράτος κρύβεται πίσω από προφάσεις. Ποτέ δεν κατανόησε το κεφάλαιο ενός Καρρέρ ή ενός Σαμάρα. Συνεπώς, εύλογα τη δεκαετία της κρίσης δεν στήριξε το Μέγαρο, πολύ περισσότερο που το ίδιο το κράτος ευθυνόταν για τα χρέη του, καθώς την κρίσιμη στιγμή απέσυρε τη χρηματοδότηση του οργανισμού από ευρωπαϊκά κονδύλια.

Μέσα στην κρίση οι ιδεοληψίες θέριεψαν εκ νέου, αφήνοντας την πρωτοβουλία στους ιδιώτες. Στις αρχές της δεκαετίας η Στέγη του Ωνασείου φάνηκε πρόθυμη να αναλάβει μέρος της μουσικής ζωής, στηρίζοντας την παραπαίουσα «Καμεράτα». Σύντομα όμως αποφάσισε πως αυτή η μουσική είχε περιορισμένη θέση στον προγραμματισμό της. Το 2017 το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ), μέγας δωρητής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, προσέφερε –επιτέλους– κατάλληλη στέγη στην Εθνική Λυρική Σκηνή, γεγονός που φυσικά βόλεψε πολύ το κράτος. Η Λυρική απέκτησε όχι μία αλλά δύο σκηνές, όπου χάρη στη στήριξη του ΙΣΝ αναπτύσσει έναν δυναμικά εκσυγχρονιστικό προγραμματισμό, τόσο στο βασικό ρεπερτόριο όσο και στη νέα δημιουργία. Σήμερα το μοναδικό λυρικό θέατρο της χώρας συνομιλεί με τους σημαντικότερους διεθνείς εταίρους. Και ο πολιτικός κόσμος μπορεί να παραμένει ήσυχος ότι ο «λαός» δεν θα τον ταυτίσει με μια «ελιτίστικη» τέχνη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ