Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης επιστρέφει στα ταραγμένα νερά της επώδυνης ιστορίας της αδερφής του, με αφορμή τη θεατρική μεταφορά του πιο προσωπικού του βιβλίου. Αλλά αυτή είναι μια συνέντευξη για τη χαρά και την καλοσύνη.

Θα το γράψω όσο λιγότερο μελοδραματικά γίνεται: ένα βιβλίο 69 σελίδων που διάβασα έξι χρόνια μετά την έκδοσή του (2012), ένα βιβλίο που διαβάζεται σε ένα απόγευμα, το πλέον αυτοβιογραφικό του Σταύρου Ζουμπουλάκη, αυτό το βιβλίο, μου άλλαξε τον τρόπο που βλέπω τη ζωή. Είναι δύσκολο να το εξηγήσω εδώ, αλλά δεν μπορώ να το διατυπώσω καλύτερα. Θεωρητικά, δεν υπήρχε τίποτα κοινό με το καταλυτικό βίωμα του συγγραφέα του βιβλίου, τίποτα που θα έκανε την ταύτιση προφανή ή τουλάχιστον κατανοητή. Δεν έχω αδερφή, δεν είχα άνθρωπο κοντά μου που να βασανίστηκε στα καλύτερα χρόνια της ζωής του από κάποια ανίατη ασθένεια. Και όμως: αν έπρεπε να απαριθμήσω τα πιο αγαπημένα μου βιβλία,  «Η αδερφή μου» του Σταύρου Ζουμπουλάκη (εκδόσεις Πόλις) θα είχε σίγουρα μια πολύ ιδιαίτερη θέση.

Καταλαβαίνετε λοιπόν την κρυφή λαχτάρα που ένιωθα φτάνοντας στην αγγλικανική εκκλησία του Αγίου Παύλου, για να συναντήσω τον γνωστό δοκιμιογράφο και πρόεδρο του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος. Αισθανόμουν σαν να εκπλήρωνα τάμα. 

Είχα, τουλάχιστον, μια καλή αφορμή: τη θεατρική μεταφορά του βιβλίου στον υποβλητικό νεογοτθικό ναό της οδού Φιλελλήνων (η παράσταση ανέβηκε την Πέμπτη και θα παίζεται μέσα στις γιορτές, αλλά και μετά). Η πρωτοβουλία ήταν της ηθοποιού Δώρας Στυλιανέση, η οποία ανήκει στην κοινωνία των αναγνωστών που αγάπησαν με πάθος αυτό το μικρό βιβλίο. 

Δεν θα πω ψέματα: στη σχεδόν μία ώρα που κράτησε η κουβέντα μας με τον Σταύρο Ζουμπουλάκη υπήρχαν στιγμές που ξεχνούσα εντελώς τις πολλές και διαφορετικές ιδιότητες του συνομιλητή μου· ασυναίσθητα υπερίσχυε εκείνη που εγκαταστάθηκε μέσα μου επιστρέφοντας ξανά και ξανά στο βιβλίο: ο κύριος που είχα απέναντί μου ήταν ο αδερφός της Γιούλας, όλα τα υπόλοιπα περίσσευαν.

Όμως, ποια ήταν η Γιούλα Ζουμπουλάκη; «Ήταν εκείνη που με έκανε να νιώσω, από πολύ νωρίς, κάτι από το μυστήριο της αγάπης», γράφει στην πρώτη σελίδα του βιβλίου ο αδερφός της. Η αρχική σύσταση θα έμοιαζε πλήρης, αν λίγες σειρές παρακάτω δεν διαβάζαμε ακριβώς αυτό: «Δεν έχω καμία αυταπάτη περί αδελφικής αγάπης και ξέρω πόσο δύσκολη είναι, για όλους εμάς τους απογόνους του Κάιν. Θα είχα λοιπόν και εγώ μαζί της μια κάποια σχέση, καλή ή κακή, όπως όλοι οι άλλοι, αν βαριά αρρώστα δεν ερχόταν να τη χτυπήσει στα εφηβικά της χρόνια. Η αρρώστια αυτή μετέτρεψε τη σχέση μου μαζί της σε πεπρωμένο». 

 


Η Δώρα Στυλιανέση πρωταγωνιστεί στη θεατρική παράσταση. 

 

«Δεν το έχω ξαναδιαβάσει»

Η φοβερή αρρώστια ήταν μια βαριά μορφή επιληψίας. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης μεγαλώνει στη σκιά της οικογενειακής συμφοράς, που εκτός όλων των άλλων πρέπει να κρατηθεί μυστική από γείτονες, φίλους και συγγενείς. Τον Αύγουστο του 2012, η Γιούλα θα αναπαυθεί. Ήταν 60 χρονών. Την ίδια μέρα ο αδερφός της θα κλειστεί στο υπόγειο που χρησιμοποιεί ως γραφείο και θα αρχίσει να γράφει με πυρετώδη ρυθμό. Σήμερα εξομολογείται ότι δεν έχει καταφέρει να ξαναδιαβάσει το βιβλίο. Το βλέμμα του λέει πολλά.  «Κατέφυγα στο γραφείο για να μη με βλέπουν τα παιδιά μου να κλαίω όλη την ώρα. Και άρχισα να γράφω. Και ειλικρινά, από τα δάκρυα δεν έβλεπα μπροστά μου. Το έγραψα, το τέλειωσα, το έστειλα στα παιδιά μου να μου πουν τη γνώμη τους. Γιατί δεν το είχα ξανακάνει αυτό ποτέ στη ζωή μου, άλλα πράγματα έγραφα». Μετά το έστειλε στον εκδότη, ο οποίος το εξέδωσε αμέσως. «Ξέρω τι λέει το βιβλίο, αλλά δεν ξέρω ούτε με ποια σειρά είναι, δεν θυμάμαι ακριβώς φράσεις, γιατί δεν αντέχω να το ξαναδιαβάσω. Ίσως να μην έχω ξεπεράσει τον πόνο. Μου αρέσει όμως όταν πολλοί αναγνώστες μού γράφουν πως οι ίδιοι βρήκαν παρηγοριά και ανακούφιση».    

Αποκατάσταση μιας αδικίας

Πώς αισθάνεται τώρα που το βιβλίο φεύγει από τα χέρια του και εμπνέει μια θεατρική παράσταση; Αφήνει ένα φορτισμένο χαμόγελο και απαντά αμέσως. «Ενώ αυτό που γίνεται με την παράσταση δεν μου ανήκει, ανήκει στους συντελεστές της 100%, ωστόσο νιώθω μια συγκίνηση, γιατί η αδελφή μου ήταν ηθοποιός. Θέλησε να γίνει ηθοποιός, έπαιξε λίγο στο θέατρο, λίγο στον κινηματογράφο, λίγο στην τηλεόραση, αλλά η αρρώστια της την εμπόδισε να συνεχίσει. Υπήρχαν περιπτώσεις που υπέφερε από κρίσεις στις πρόβες (ευτυχώς ποτέ επί σκηνής) και σήμερα αισθάνομαι μια συγκίνηση που αυτή η κοπέλα παίζεται στο θέατρο, έρχεται μια άλλη ηθοποιός και παίξει τη ζωή της στο θέατρο. Είναι μια μορφή δικαίωσης».

Το μόνο πραγματικό θεολογικό ερώτημα είναι η σχέση ανάμεσα στον ανθρώπινο πόνο και στην αγάπη του Θεού, γράφει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης με αφορμή το προσωπικό βίωμα. Τι σκέφτεται σήμερα; Επιχειρεί να το επαναδιατυπώσει: «Αν πιστεύουμε σε έναν Θεό αγάπης και ελέους, πώς αυτό μπορεί να συνυπάρχει με τον πόνο, τη δυστυχία, την αρρώστια; Είναι ένα ερώτημα που με απασχολεί από τα εφηβικά μου χρόνια και έχω καταλήξει στο ότι είναι ένα ερώτημα που δεν έχει απάντηση. Για μένα κάθε απόπειρα να το απαντήσεις με επιχειρήματα συντρίβεται στο τέλος. Γιατί πας να εκλογικεύσεις κάτι που δεν εκλογικεύεται».

Πάντως ο Σταύρος Ζουμπουλάκης αρνείται την ιδέα του χριστιανισμού ως μιας θρησκείας του πόνου. «Πιστεύω ότι είναι κυρίως μια θρησκεία της χαράς, εφόσον είναι μια θρησκεία της αγάπης, της συγχώρεσης και της νίκης επί του θανάτου. Ωστόσο όλοι έχουμε ένα μερίδιο στον πόνο. Κι αν δεν έχεις νιώσει τον πόνο, γίνεσαι μοιραία ρηχός, με την έννοια ότι δεν μπορείς να καταλάβεις τους άλλους ανθρώπους, αυτό που συμβαίνει γύρω σου». Δεν πιστεύει ότι ο πόνος μας κάνει απαραίτητα καλύτερους. «Ο πόνος μπορεί να σε κάνει σκληρό, να σε κλείσει στον δικό σου πόνο και στο δικό σου βάσανο, να σε κάνει χαιρέκακο, κι όπως έλεγε ο Σεφέρης, “αν είναι ανθρώπινος ο πόνος, δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε”».

 

 

«Να λέμε το βάσανό μας»

Σε μία από τις πλέον αποκαλυπτικές σελίδες του βιβλίου ο συγγραφέας αναφέρεται σε μια σωτήρια για τον ίδιο συνειδητοποίηση: σίγουρα υπήρχαν ημέρες και ώρες ολόκληρες που η αδερφή του υπέφερε. Αλλά αυτές οι δύσκολες ώρες, αυτές οι δύσκολες ημέρες δεν την έκαναν απαραίτητα δυστυχισμένη.

 «Η οικογένεια κράτησε την αρρώστια της Γιούλας μυστική. Για μένα αυτό ήταν ένα βάρος ασήκωτο. Γιατί μου επέβαλλε έναν διχασμό: από τη μία να κουβαλάω τον πόνο, να με συνθλίβει, και ταυτόχρονα στις κοινωνικές μου σχέσεις να υποκρίνομαι ότι όλα είναι καλά. Αλλά είχε και μια δεύτερη παρενέργεια: όταν μοιραστείς τον πόνο σου με κάποιον άλλο, μπορεί να σου φωτίσει μια όψη που δεν έχεις καν υποψιαστεί. Όταν λοιπόν άρχισα να μιλάω, φίλοι που γνώριζαν την κατάσταση μού ζήτησαν να κοιτάξω την πραγματικότητα: ναι, η αδελφή μου ήταν άρρωστη, αλλά γιατί δεν έβλεπα τη χαρά της; Η Γιούλα τη μία μέρα μπορεί να είχε φοβερές κρίσεις και την επομένη ήταν και πάλι φουλαριστή μέσα στη ζωή. Γι’ αυτό λέω ότι το βάσανό μας πρέπει να το λέμε». Πώς ορίζουμε, λοιπόν, την ευτυχία και τη δυστυχία; «Έχω πειστεί απόλυτα ότι καλοσύνη και χαρά ταυτίζονται. Ο καλός άνθρωπος που αγαπάει και νοιάζεται τους άλλους ζει μέσα στη χαρά. Επομένως κριτήριο για να ορίσουμε το αν είναι κάποιος δυστυχισμένος ή όχι είναι η χαρά. Γιατί η χαρά προϋποθέτει την αγάπη και την καλοσύνη».

Στο δεύτερο μισό του βιβλίου ο Σταύρος Ζουμπουλάκης γίνεται ακόμα πιο άμεσος: «Πρέπει να τολμήσω να πω τα πράγματα όπως πραγματικά τα εννοώ. Πιστεύω ότι η αδελφή μου είχε φτάσει στην αγιότητα». Δεν υπονοεί φυσικά τη θεσμική όψη της (και το υπογραμμίζει). Αναφέρεται στην παραίτηση από κάθε ίχνος δύναμης, φιλοδοξίας, εγωισμού. «Αυτό ήταν το μεγάλο μάθημα της Γιούλας: αυτή η κοπέλα δεν είχε τίποτα. Δεν είχε υγεία, δεν είχε κοινωνική αναγνώριση, δεν είχε καριέρα, δεν είχε λεφτά. Είχε όλες τις προϋποθέσεις να είναι μεμψίμοιρη, χαιρέκακη, φθονερή, και όμως ήταν μέσα στη χαρά και στην καλοσύνη. Επομένως, ναι, δεν έχουμε καμία δικαιολογία να μην είμαστε καλοί».  ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ