ΠΟΛΗ

Ο μυστικός κόσμος στην ανηφόρα της Δαφνομήλη

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η εξώθυρα στο εγκαταλελειμμένο διώροφο σπίτι της οδού Δαφνομήλη 34, στον Λυκαβηττό.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Εκανε εκείνο το κρύο, το περονιαστό, εκείνο το κρύο της Αθήνας, που το απολάμβανα σαν κάτι απολύτως ενδημικό, σαν ένα κομμάτι της εμπειρίας να νιώσεις την πόλη. Ανέβαινα την οδό Σίνα. Είχα στρίψει από Οκταβίου Μερλιέ, η παγωμένη βροχή έφερνε μυρωδιά από τζάκι και βρεγμένο πεύκο και η ανηφόρα με έβγαλε στη Δαφνομήλη.

Αυτά τα δρομάκια που βγάζουν στις ανηφοριές του Λυκαβηττού με τα τόσο ποιητικά βυζαντινά ονόματα, Πατριάρχου Φωτίου, Νικηφόρου Ουρανού, Σεργίου Πατριάρχου, Αγίου Ισιδώρου, Λέοντος Σγουρού, με έσφιγγαν σαν κορδέλες που κατέβαιναν από τον λόφο. Οσο ανέβαινα τόσο ρουφούσα εικόνες από τα σκόρπια έρημα σπιτάκια ανάμεσα στα άλλα τα νοικοκυρεμένα και τις πολυκατοικίες των ποικίλων διαβαθμίσεων.

Ηθελα να φτάσω στον αριθμό 34 της οδού Δαφνομήλη. Αυτή ήταν η οδηγία, να προλάβω να φωτογραφίσω το έρημο διώροφο, τώρα που μπορούσα, καθώς η πόρτα έχασκε ακόμη και θα μπορούσα να δω τη φαρδιά, μαρμάρινη σκάλα. Αλλά δεν βιαζόμουν. Παρότι μεσημέρι Κυριακής, ο δρόμος ήταν γαλήνιος, σαν να βάδιζα σε μια ανηφόρα στους Δελφούς, τέτοια ήταν η αίσθηση του ορεινού όγκου, της υγρασίας, της σιωπής, των κλειστών σπιτιών. Σαν να υπήρχε ένας μέλας δρυμός που δεν έβλεπα, αλλά που ο αέρας κατέβαζε τη νοτισμένη ψύχρα του ώς κάτω στα σπίτια και με τύλιγε εμένα, τον μοναχικό αναβάτη. Είχα γύρω μου μια ησυχία βαθιά, σαν να ήμουν σε κάποια απόμακρη επαρχία. Πόσο περίεργη ήταν αυτή η αίσθηση, αλλά και πόσο αληθινή, καθώς σε αυτές τις ανηφοριές, η γειτονιά, όταν άρχισε να πυκνώνει πριν από πολλά χρόνια, ήταν στα όρια της πόλης. Ενα χωριό, μια κωμόπολη, μια συστάδα σπιτιών κολλημένη στις αστικές συσπειρώσεις της Ασκληπιού και της Σίνα.

Κατρακυλούσαν σαν κύβοι άλλοτε τα σπίτια από τον Λυκαβηττό, τώρα τα συναντούσα στέρεα, αλλά με βουβές ιστορίες, με ξεχασμένες σκιές, πίσω από σφραγισμένα πορτοπαράθυρα.

Στον δρόμο μου, κοντοστάθηκα στα σκαλάκια της οδού Ισαύρων. Στο σημείο που συναντά τη Δαφνομήλη βρίσκεται μια αγκαλιά από σπιτάκια, σε δύο αντικριστές σειρές, όλα σπίτια παλιά και χαμηλά, χτισμένα πριν από 90 και 100 και 120 χρόνια, βυθισμένα στη σιωπή τους. Τα έφερα βόλτα ένα προς ένα, ήταν το ίδιο αίσθημα όπως σε ξεχασμένο κοιμητήριο, όπου ακόμη και τάφοι 20 ετών φαίνονται λαξεμένοι από αιώνες. Αλλά εδώ, ανάμεσα σε πόρτες σταυρωμένες και φτερωτούς γρύπες στα μπαλκόνια, σαν σιδερένια στέμματα, η ησυχία έβγαινε έξω από τα μισοσκότεινα εσωτερικά και με έσπρωχνε στον προορισμό μου, στον αριθμό 34 της Δαφνομήλη.

Το είχα δει από μακριά, στην ανηφόρα του δρόμου, το δίπατο σπίτι, με τις ελαφρές ώχρες του, σαν παγωμένος χάρτης στην πρόσοψη. «Θα το δεις απέναντι από το συντηρημένο σπίτι όπου έζησε ο Χαλεπάς από το 1930 ώς τον θάνατό του, το 1938», μου είχαν πει. Και πράγματι, στεκόταν εκεί, με τα γυμνά κλαδιά της γλυσίνας να το τυλίγουν και την εξώθυρά του με εκείνα τα ανοίγματα στο τζαμωτό, που μου αποκάλυπταν τη φαρδιά, μαρμάρινη σκάλα που οδηγούσε πάνω. Στο ισόγειο ήταν άλλοτε καταστήματα. Αχνοφαινόταν η επιγραφή «Κρεοπωλείον» με πρασινωπά γράμματα, κάποτε η γειτονιά θα βούιζε ολόγυρα. Σκέφτηκα τον Αγγελο Τερζάκη στη «Μυστική ζωή», που μιλούσε γι’ αυτή τη γειτονιά την ανηφορική, με τα σπίτια που είχαν απλή γραμμή, «αρητόρευτη, σεμνή», με τις «αναλογίες ζυγιασμένες». Ενα τέτοιο σπίτι, ίσως πιο φιλάρεσκο, με τις γύψινες κονκάρδες του στον όροφο, έστεκε μπροστά μου. Συντηρούσε τη σιωπή των δωματίων, την αστροφεγγιά στο μαρμαρόσκαλο, τους νοτισμένους τοίχους του κρεοπωλείου. Ηταν ένας κόσμος ολόκληρος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη