Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Πέθανε η θρυλική «Λολίτα»

ΚΟΣΜΟΣ

Η Σου Λάιον την εποχή που ερμήνευε τη «Λολίτα» του Κιούμπρικ, το 1962. Πέθανε πριν από λίγες ημέρες, στα 73 της.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Ο χρόνος μοιάζει να σταμάτησε για την Αμερικανίδα ηθοποιό Σου Λάιον στα 1962, όταν ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών. Υπάρχουν ηθοποιοί με καριέρα, τις οποίες όμως θυμόμαστε για ένα και μόνον έργο τους. Τέτοια περίπτωση ήταν η Λάιον, η οποία πέθανε πριν από δέκα ημέρες στο Λος Αντζελες. Ηταν 73 ετών. Ας φανταστούμε λίγο: πόσος χρόνος μεσολάβησε από τα δεκατέσσερά της έως τα εβδομήντα τρία της. Κι όμως, φαίνεται πως συνέβη ακριβώς αυτό: ένα πάγωμα του χρόνου σε εκείνη τη δύσκολη όσο και τρυφερή ηλικία.

Ποιος θυμάται, για παράδειγμα, ότι το 1964 η Λάιον συμπρωταγωνιστούσε στη «Νύχτα της Ιγκουάνα» του Τζον Χιούστον, στο πλάι του Ρίτσαρντ Μπάρτον; Ποιος θυμάται ακόμα τη συμμετοχή της στο κύκνειο άσμα του Τζον Φορντ με τίτλο «Επτά γυναίκες» το 1966; Μάλλον κανένας. Ολοι μας όμως (θα) τη θυμόμαστε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπαιξε στη «Λολίτα» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, πλάι στον Τζέιμς Μέισον, τον Πίτερ Σέλερς και τη Σέλεϊ Ουίντερς.

Η ταινία, βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, προκάλεσε αίσθηση όταν προβλήθηκε, και πολλά προβλήματα στον ίδιο τον Κιούμπρικ, ο οποίος δήλωσε αργότερα πως αν ήξερε σε τι μπελάδες θα έμπαινε με τους λογοκριτές θα είχε εγκαταλείψει το όλο πρότζεκτ. Η αιτία, προφανής: ένας μεσόκοπος φιλόλογος που λατρεύει τα νεαρά κορίτσια, ερωτεύεται σφόδρα τη δωδεκάχρονη Λολίτα, κόρη της σπιτονοικοκυράς του.

Στα δεκατέσσερά της, λοιπόν, η ωραιότατη Σου Λάιον είδε το αστέρι της να ανατέλλει. Γεννημένη το 1946 στην Αϊόβα, η μικρότερη από πέντε αδέλφια, δεν θα γνωρίσει πατέρα, καθώς θα πεθάνει προτού καν κλείσει το πρώτο της έτος. Η μητέρα πήρε τα παιδιά και έζησαν για ένα διάστημα στο Ντάλας προτού εγκατασταθούν οριστικά στο Λος Αντζελες. Η Λάιον εμφανίστηκε ως «παιδί θαύμα» σε κάμποσα τηλεοπτικά σόου μέχρι να έρθει η μεγάλη της στιγμή.

Και μετά τη «Λολίτα»; Ουσιαστικά, τίποτα. Παρά τη συνεργασία της με σκηνοθέτες μεγαθήρια, από τον Κιούμπρικ και τον Χιούστον ώς τον Φορντ, και μολονότι συμμετείχε σε δεκάδες κινηματογραφικές ταινίες και τηλεταινίες από το 1959 έως το 1980, ο ρόλος της Λολίτας τη στιγμάτισε. Τελευταία της εμφάνιση ήταν το 1980, σε μια ταινία τρόμου με τον τίτλο «Αλιγάτορας».

Την ίδια στιγμή, η Λάιον είχε σειρά δυσκολιών και στην προσωπική της ζωή: παντρεύτηκε πέντε φορές, χώρισε άλλες τόσες, και ειδικά ο γάμος της με τον Κότον Ανταμσον (τρίτος κατά σειράν σύζυγος) προκάλεσε ένα μικρό σκάνδαλο το 1973: ο γάμος τελέστηκε στη φυλακή του Κολοράντο, καθώς ο γαμπρός είχε βρεθεί ένοχος για φόνο και ληστεία. Ενα χρόνο μετά, η Λάιον τον χώρισε, σχολιάζοντας μάλιστα ότι είχε μπει στη μαύρη λίστα του κόσμου του θεάματος εξαιτίας του άνδρα με τον οποίο είχε παντρευτεί. Τουλάχιστον, απέκτησε μία κόρη από τον δεύτερο άνδρα της, τον Ρόλαντ Χάρισον.

Ο χρόνος, λοιπόν, σταμάτησε για τη Λάιον στα δεκατέσσερά της και τον ρόλο της ως Λολίτα. Ποια όμως, και τι, ήταν η περίφημη Λολίτα; «Λολίτα, φως της ψυχής μου, φωτιά των σωθικών μου. Αμαρτία μου, ψυχή μου. Λο-λί-τα: η άκρη της γλώσσας κάνει ένα ταξίδι τριών βημάτων στον ουρανίσκο για να χτυπήσει στο τρίτο, πάνω στα δόντια. Λο. Λί. Τα. Ηταν Λο, σκέτη Λο, το πρωί, ένα και πενήντα ύψος, φορώντας μία κάλτσα. Ηταν Λόλα σε παντελόνια. Ηταν Ντόλι στο σχολείο. Ηταν Ντολόρες στον κατάλογο των μαθητών. Αλλά στην αγκαλιά μου ήταν πάντα Λολίτα».

Αυτή είναι η θρυλική εισαγωγή του βιβλίου που έγραψε ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ. Με αυτά τα λόγια γνωρίζουμε τον κύριο Χούμπερτ Χούμπερτ. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1955 στο Παρίσι, καθώς ο συγγραφέας του τρόμαξε να βρει εκδότη στην Αμερική. Το 1957 κυκλοφόρησε και στη Νέα Υόρκη, προκαλώντας θόρυβο.

Διαβάζουμε στο βιβλίο: «Ανάμεσα στα όρια των εννιά και δεκατεσσάρων χρόνων, παρουσιάζονται κορίτσια που αποκαλύπτουν την αληθινή τους ιδιότητα, σε μερικούς μαγεμένους ταξιδιώτες, οι οποίοι είναι δυο ή περισσότερες φορές μεγαλύτεροί τους, ιδιότητες που δεν είναι ανθρώπινες αλλά νυμφικές (δηλαδή, δαιμονικές)· και αυτά τα διαλεχτά όντα επιλέγω να τα επονομάζω “νυμφίδια”». Ο Ναμπόκοφ μιλά για «νυμφοληπτικούς», όρος που παραπέμπει σε ένα ποίημα του Λόρδου Βύρωνα με τίτλο «The nympholepsy of some fond despair», όπου «νυμφοληψία» σημαίνει μια κατάσταση αισθηματικής φρενίτιδας, την οποία, σύμφωνα με την παράδοση, μετέδιδαν με τη μυστηριακή γοητεία τους στους άνδρες οι νύμφες των λιμνών και των νερών στην αρχαία Ελλάδα.

Αμφιλεγόμενο θέμα, τόσο για βιβλίο όσο και για ταινία (σήμερα ίσως να μην μπορούσε καν να γυριστεί...), συνεπώς, εύλογη (όσο και ελκυστική) η αναγραφή στην επίσημη αφίσα της ταινίας του 1962: «Πώς κατάφεραν και έκαναν ταινία τη “Λολίτα”;» Ο μεγάλος Κιούμπρικ το προσπάθησε πάντως. Λέγεται ότι ξεχώρισε τη Λάιον μέσα από οκτακόσιες άλλες υποψήφιες για τον ρόλο. Δεν ήταν βέβαια δώδεκα χρόνων, όσο δηλαδή η πρωτότυπη, λογοτεχνική Λολίτα, ήταν δεκατεσσάρων και αυτή θα ήταν η πρώτη φορά που θα εμφανιζόταν στο σινεμά. Ο Κιούμπρικ την είχε ξεχωρίσει όταν την είδε σε μια τηλεοπτική εκπομπή το 1959. Και όταν την είδε ο Ναμπόκοφ ενθουσιάστηκε και αυτός.

Παρά ταύτα, οι κριτικοί θεώρησαν ότι έμοιαζε περισσότερο με κοπέλα δεκαεπτά χρόνων παρά με νυμφίδιο (αλήθεια είναι αυτό). Ακόμα και ο Ναμπόκοφ, εκ των υστέρων δήλωσε ότι ίσως η Γαλλίδα ηθοποιός Κατρίν Ντεμονζεό να ήταν καλύτερη από τη Λάιον.

Και όμως, η Λάιον ταυτίστηκε διά βίου με την κινηματογραφική Λολίτα και για πολλές δεκαετίες παρέμεινε η μοναδική ηθοποιός που ερμήνευσε το θρυλικό νυμφίδιο του Ναμπόκοφ – ώσπου το 1997 ο Αντριαν Λάιν των «9½ Εβδομάδων» το μετέφερε και αυτός στον κινηματογράφο, με τον Τζέρεμι Αϊρονς, τη Μέλανι Γκρίφιθ και τη Ντομινίκ Σουέιν στον ρόλο της Λολίτας. Στη δεύτερη διασκευή του μυθιστορήματος του Ναμπόκοφ, το ερωτικό στοιχείο τονίστηκε πολύ περισσότερο από την εκδοχή του 1962 (ο ίδιος ο Κιούμπρικ το 1970 παραδέχθηκε ότι δεν κατάφερε να αποδώσει όπως έπρεπε το πνεύμα του βιβλίου). Στη συνείδηση όλων όμως, η μόνη, παντοτινή, Λολίτα παρέμεινε η Σου Λάιον – η οποία, λόγω ηλικίας, το 1962 δεν της επιτράπηκε να παρευρεθεί στην επίσημη πρεμιέρα...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ