ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Την τελευταία δεκαετία οι Ελληνες δημοσιογράφοι πήγαιναν να πάρουν συνεντεύξεις από Ευρωπαίους οικονομολόγους με την ίδια φοβία που επισκέπτεται ένας πάσχων χρόνιου νοσήματος τον θεράποντα ιατρό του: Τα κακά νέα ήταν σίγουρα, απέμενε να μάθεις πόσο θα κρατήσει η επώδυνη θεραπεία και αν θα είχε αποτέλεσμα.

Περνώντας το κατώφλι του αθηναϊκού ξενοδοχείου όπου είχε καταλύσει πριν από λίγο καιρό η επικεφαλής οικονομολόγος του ΟΟΣΑ, Λοράνς Μπουν, διαπίστωσα με χαρά ότι δεν είχα καθόλου αυτό το σύνδρομο. Οχι πως η ελληνική οικονομία έφτιαξε με το άγγιγμα ενός μαγικού ραβδιού, όμως ήταν σαφές ότι η Γαλλίδα που παρακολούθησε από κοντά την ελληνική κρίση (μάλιστα ως σύμβουλος, τότε, του προέδρου Φρανσουά Ολάντ εκείνη την κρισιμότατη περίοδο του 2015) είχε έρθει στην Αθήνα να ανακοινώσει θετικές ειδήσεις για την πρόοδό μας.

Καθίσαμε στη θορυβώδη σάλα, γεμάτη από συμπατριώτες μας με γιορτινή διάθεση και σακούλες με ψώνια. Να, ήδη, μια αλλαγή που δεν έβλεπες στην πρωτεύουσα της κρίσης. Το κέφι και η κατανάλωση είχαν εκλείψει. Το επισήμανα στην Μπουν και εκείνη συμφώνησε πως η αισιοδοξία είναι σπουδαίος παράγοντας για την οικονομία, όμως από μόνη της δεν αρκεί. «Χρειάζονται όλες εκείνες οι σοβαρές προϋποθέσεις που θα οδηγήσουν στη συνολική βελτίωση», συμπλήρωσε.

Εχοντας μιλήσει το 2014 και με τον επικεφαλής του ΟΟΣΑ, Μεξικανό Ανχελ Γκουρία, γνώριζα από πρώτο χέρι πως η προσέγγιση τόσο εκείνου όσο και των υψηλόβαθμων στελεχών του διεθνούς οργανισμού δεν ήταν στενά οικονομοτεχνική, αλλά και ολιστική και εντέλει πιο ανθρώπινη.

«Αλήθεια είναι!» λέει η Μπουν, υπογραμμίζοντας ότι αυτό το οφείλει ο οργανισμός στην πεφωτισμένη ηγεσία του Γκουρία, ο οποίος προέρχεται από μια χώρα η οποία έχει ταλαιπωρηθεί οικονομικά και συνεπώς ξέρει πως η ψυχαναγκαστική εμμονή με την πιστή εφαρμογή της λιτότητας δεν φέρνει τα πολυπόθητα αποτελέσματα. Πρέπει και οι πολίτες και η ελίτ ενός κράτους που χρειάζεται τις μεταρρυθμίσεις να κατανοήσουν την ανάγκη των βαθιών αλλαγών.

Ωστόσο, όπως υποστηρίζει η Γαλλίδα, και η ίδια η έννοια της οικονομικής ανάπτυξης παγκοσμίως άλλαξε από το 2008, όταν και έγιναν ορατά τα πρώτα σημάδια της διεθνούς ύφεσης με τη Lehman Brothers, και αυτό είναι κάτι που ασπάζεται ο ΟΟΣΑ.

«Παλαιότερα», εξηγεί, «θεωρούσαν ότι αν υπάρχει υψηλός ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας, τότε θα υπάρχουν οφέλη και κάποια από αυτά θα αναδιανεμηθούν στους μη έχοντες. Σήμερα επικρατεί η άποψη ότι δεν αρκεί να μιλούμε για ανάπτυξη, αλλά για το πώς η πλειονότητα των πολιτών θα επωφεληθούν από αυτή βλέποντας τα θετικά αποτυπώματά της στη ζωή τους».

Συνεχίζει: «Αν κοιτάξετε τους ανθρώπους σήμερα, αυτό που τους νοιάζει είναι να έχουν τα παιδιά τους μια καλύτερη ζωή από τους ίδιους, κάτι που για τις παλαιότερες γενιές ήταν δεδομένο, αλλά με την κρίση σταμάτησε να υφίσταται. Παράλληλα, θέλουν και έναν δικαιότερο οικονομικά και κοινωνικά κόσμο, με καλύτερη πρόσβαση στην εργασία, την εκπαίδευση, την αξιοπρεπή στέγαση και την περίθαλψη. Δεν επιδιώκουν να καρπωθούν απλώς ένα μέρος από τα κέρδη μιας οικονομίας που τα πάει καλά, αλλά να υπάρξει μεγαλύτερη ισότητα ευκαιριών.

Ιδιαίτερα η νεολαία έχει επωμιστεί μέσα από την ανεργία και την ανασφάλεια ένα μεγάλο μέρος των κακών συνεπειών που επέφεραν οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν τα περασμένα χρόνια. Είναι λογικό, λοιπόν, να επιζητούν με τρόπο διεκδικητικό αυτές τις αλλαγές, διότι αφορούν το μέλλον τους», λέει η Μπουν.

Ρεαλισμός

Ακούγοντάς τα όλα αυτά θα μπορούσε να πει κανείς ότι απηχούν τα παλαιά ιδεώδη της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία δεν φαίνεται να έχει και μεγάλη εκλογική απήχηση στη σημερινή Ευρώπη. Η Μπουν, όμως, βλέπει την κατάσταση με τρόπο απολύτως ρεαλιστικό. Λέει πως δεν γίνεται, λ.χ., να επιστρέψουμε σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι μπορούσαν να μείνουν στην ίδια θέση εργασίας ή στο ίδιο επάγγελμα για δεκαετίες ολόκληρες.

Σίγουρα θα υπάρχει ένα καθεστώς εργασιακής ρευστότητας («ευελιξία» το αποκαλούν συνήθως για να το... ζαχαρώνουν), όμως αν χάσει κάποιος τη δουλειά του, θα πρέπει να υπάρχει ένα δίχτυ ασφαλείας που θα του επιτρέπει να σταθεί στα πόδια του και να επανεκπαιδευτεί και να αποκτήσει εφόδια που θα τον κάνουν περιζήτητο στην αγορά εργασίας. Σύμφωνα με την Μπουν, μια αλλαγή που διακρίνουμε στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε σήμερα την οικονομία έχει να κάνει με τη σχέση ιδιωτικού και δημόσιου τομέα: «Παλιά θεωρούσαμε ότι ο ιδιωτικός τομέας πρέπει να είναι η κινητήριος δύναμη για την πρόοδο», λέει.

«Τώρα βλέπουμε ότι χρειάζεται να έχει και το κράτος τη δική του συνεισφορά ώστε να πάμε μπροστά. Θα σας δώσω δύο παραδείγματα. Αφενός στο θέμα της ψηφιακής τεχνολογίας, όσο καλά και αν τα πηγαίνει ο ιδιωτικός τομέας σε αυτό το πεδίο, είναι απαραίτητη και η ανάπτυξη των κατάλληλων υποδομών από την πολιτεία για να λειτουργήσουν οι τεχνολογίες αυτές».

Συμπληρώνει: «Δεύτερο παράδειγμα, το θέμα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της πράσινης ενέργειας. Για να επιτύχει η μετάβαση στο αντικείμενο πρέπει, λ.χ., να συλλεχθούν και να εξεταστούν ψηφιακά δεδομένα μέσα από οπτικές ίνες που να δείχνουν την κατανάλωση, τις ανάγκες του κοινού ανά την περιφέρεια. Χρειάζεται, λοιπόν, η συνεργασία ανάμεσα στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα», εξηγεί η Μπουν, η οποία εκπροσωπεί μια νέα γενιά οικονομολόγων που είναι προσηλωμένη στην πραγματικότητα και όχι τόσο στις στατιστικές.

Σε αντίθεση με το ΔΝΤ, εμείς δεν βλέπουμε μόνο τους αριθμούς

«Efkaristo» λέει η Λοράνς Μπουν με γαλλική προφορά στον σερβιτόρο που της σέρβιρε το τσάι. Σκέφτομαι πως έχει έρθει η ώρα να περάσουμε στο ψητό, δηλαδή την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Αλλωστε αυτός ήταν και ο λόγος που ήρθε στην χώρα μας: «Κάθε δύο χρόνια ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) εξετάζει την οικονομία των χωρών-μελών του και παρουσιάζει μια μελέτη με υποδείξεις για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, αφού πρώτα ένα κλιμάκιο την έχει επισκεφθεί για να συναντήσει ανθρώπους και φορείς ώστε να έχει ολοκληρωμένη άποψη. Η διαφορά μας με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) είναι ότι εμείς προσπαθούμε να μπούμε στο πετσί μιας κρατικής οικονομίας και να τη δούμε εξατομικευμένα, όχι μόνον ως αριθμούς αλλά και ως κάτι που επιδρά στη ζωή των ανθρώπων. Πάντα υπάρχει διαφορά ανάμεσα στους αριθμούς και στο πώς αισθάνονται οι άνθρωποι», υπογραμμίζει η επικεφαλής οικονομολόγος του ΟΟΣΑ.


«Παλιά θεωρούσαμε ότι ο ιδιωτικός τομέας πρέπει να είναι η κινητήριος δύναμη για την πρόοδο. Τώρα βλέπουμε ότι χρειάζεται να έχει και το κράτος τη δική του συνεισφορά ώστε να πάμε μπροστά», λέει η Λοράνς Μπουν. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

Τα θετικά νέα, σύμφωνα με την ίδια, είναι ότι έχουμε εισέλθει σε έναν νέο κύκλο: «Είμαι πολύ αισιόδοξη ότι η ανάκαμψη που γνωρίζει η ελληνική οικονομία πρόκειται να εδραιωθεί την επόμενη διετία. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να είμαστε σε εγρήγορση, καθώς θα πρέπει να μειωθούν η ανεργία και η τεράστια ανασφάλεια που υπάρχει στον εργασιακό τομέα. Επίσης, χρειάζεται απλοποίηση στη νομοθεσία και στο πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς προϊόντων».

Συνεχίζει: «Σε γενικές γραμμές βρισκόμαστε σε μια πολύ διαφορετική κατάσταση από αυτήν που είχα δει ως σύμβουλος οικονομικών του προέδρου Φρανσουά Ολάντ το 2015. Η Ελλάδα έχει κάνει πολύ δρόμο, αλλά θα πρέπει να συνεχίσει την προσπάθειά της ώστε να δει επιτέλους τα συνολικά καλά αποτελέσματα. Σίγουρα έχετε σημαντικές δημοσιονομικές επιδόσεις, όμως πρέπει να συνεχίσετε τις βαθιές μεταρρυθμίσεις χωρίς καθυστερήσεις». Κατά τη διάρκεια της συνάντησής μας, πάντως, η ίδια δεν έκρυψε την ανησυχία που έχει για την αποσταθεροποίηση που γνωρίζει το διεθνές οικονομικό πλαίσιο.

Οι διεθνείς κραδασμοί

Η γενική στασιμότητα θα μπορούσε να επηρεάσει την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας. Θεωρεί ότι οι κραδασμοί στο σύστημα αυτό θα μπορούσαν να προκαλέσουν προβλήματα και στη χώρα μας που τώρα έχει αρχίσει να συνέρχεται από την τεράστιά της περιπέτεια. «Βιώνουμε μια ανησυχητική περίοδο κατά την οποία υπάρχει μια αναταραχή στις εμπορικές συναλλαγές. Παράλληλα, είναι σαφές ότι η κλιματική αλλαγή από μόνη της είναι ένας παράγοντας που προκαλεί επίσης σκεπτικισμό» τονίζει η Γαλλίδα οικονομολόγος.
Ευγενής και κομψή, ρίχνει πού και πού ματιές στους θαμώνες, πίνοντας άλλη μία γουλιά από το τσάι της.

Η στήριξη της Γαλλίας

H Μπουν βίωσε τις δραματικές διαπραγματεύσεις του θέρους του 2015 μεταξύ Ελλάδας και Ευρώπης ως δεξί χέρι του Ολάντ –επί των Οικονομικών– και τονίζει πως η Γαλλία πραγματικά στήριξε την παραμονή της χώρας μας στην Ευρωζώνη. Της ζητώ να θυμηθεί εκείνη την περίοδο του δημοψηφίσματος με το οποίο αιφνιδίασε τους Ευρωπαίους ο Αλέξης Τσίπρας: «Τότε νομίζω ήταν που ο πρόεδρος Ολάντ αντελήφθη ότι πρέπει να πάρει ο ίδιος κάποιες πρωτοβουλίες ώστε να μείνει η Ελλάδα στο ευρώ, γιατί αλλιώς θα χανόταν το παιχνίδι. Θυμάμαι επίσης την ένταση εκείνης της συνάντησης που πήραν μέρος όλοι και που διήρκεσε πολλές ώρες μέχρι να βρεθεί μια λύση που οδήγησε σε ένα ακόμα μνημόνιο. Πρέπει να πω ότι ήταν μια απίστευτη εμπειρία να το ζει κανείς από κοντά! A propos, ωραίο βιβλίο η «Τελευταία Μπλόφα»!

Η συνάντηση

Βρεθήκαμε στο Winter Garden της «Μεγάλης Βρεταννίας» με τη συντροφιά του πρέσβη μας στον ΟΟΣΑ Γιώργου Πρεβελάκη.
Η Μπουν προσέχει τη σιλουέτα της και έτσι εγώ ήπια έναν κρύο καφέ και εκείνη απόλαυσε το τελετουργικό του χριστουγεννιάτικου τσαγιού, προσπαθώντας να αποφύγουμε τα διάφορα γλυκίσματα βουτύρου που το συνόδευαν. Η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή και εορταστική. Μόνο πρόβλημα, η αναπόφευκτη φασαρία λόγω πολυκοσμίας, που μας ανάγκασε να μιλάμε δυνατότερα
για να ακούει...

Οι σταθμοί της

1969
Γεννιέται στη Γαλλία σε μια οικογένεια που έχει μακρινές ρίζες από την Ιρλανδία.

1987 
Σπουδάζει Οικονομικές Επιστήμες στο Παρίσι, στο Ρέντινγκ της Βρετανίας και στο London Business School, από το οποίο πήρε το διδακτορικό της.

1996
Ερευνήτρια στο Centre d’ Études Prospectives et d’ Informations Internationales (CEPII).

1998
Εργάστηκε για τον ΟΟΣΑ στον τμήμα των Οικονομικών Υποθέσεων.

2004
Αρχισε να εργάζεται για την Barclays.

2011
Επικεφαλής οικονομολόγος στη Merill Lynch - Bank of America. Διδάσκει στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών και σε άλλες πανεπιστημιακές σχολές στη Γαλλία.

2014-2016
Εργάζεται για τη γαλλική προεδρία ως σύμβουλος επί των Οικονομικών.

2018
Γίνεται επικεφαλής οικονομολόγος στον ΟΟΣΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ