Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, έχοντας εξασφαλίσει δύο υποτροφίες, έφυγε για τη Νέα Υόρκη. Στη συνέχεια βρέθηκε, για σχεδόν πέντε χρόνια, στο Λος Άντζελες. «Ήταν η μοναδική περίοδος της ζωής μου που με απέρριψαν τόσο πολύ. Με καλούσαν σε αμέτρητες οντισιόν, αλλά κανείς δεν με έπαιρνε. Δεν πειράζει. Η εμπειρία ήταν ανεκτίμητη. Εκεί –και δεν το λέω από ψώνιο– αρκετοί μου έλεγαν ότι μοιάζω με τον Μάθιου ΜακΚόναχι. Ένα βράδυ σε κάποιο μπαρ, μια κοπέλα ήρθε με φόρα προς το μέρος μου φωνάζοντας “Μάθιου, Μάθιου!”. Όταν έφτασε μπροστά μου, η χαρά της κόπηκε απότομα. “Α, δεν πειράζει, πάρ’ το ως φιλοφρόνηση”, μου είπε».

Ο φετινός χειμώνας βρήκε τον Νίκο Ψαρρά στο ιστορικό «Αμφι-θέατρο» του Σπύρου Ευαγγελάτου, που άνοιξε ξανά για τον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου. «Τα θέατρα φέρουν την ενέργεια όσων έχουν ζήσει και δημιουργήσει μέσα
σε αυτά – ηθοποιών, σκηνοθετών, τεχνικών. Ειδικά όσα έχουν μείνει για καιρό κλειστά, όπως το δικό μας, που είχε πάψει να είναι θέατρο επί οκτώ χρόνια. Αυτή την ενέργεια την ένιωσα. Βρίσκεται στον χώρο και πάνω στα αντικείμενα των ανθρώπων που τα έχουν αγγίξει, τα έχουν μπολιάσει με την πνοή, τα όνειρα, τα κλάματα, τις αγωνίες και τους θυμούς τους. Είχα έρθει στο παρελθόν, ως θεατής, αλλά ομολογώ ότι δεν το θυμόμουν καλά. Μπαίνοντας ξανά πριν από μερικούς μήνες, και από μια άλλη πόρτα, την πλαϊνή, που ήταν έξοδος κινδύνου, συνειδητοποίησα ότι πρόκειται για χώρο-αριστούργημα· δεν νομίζω ότι πουθενά αλλού στην Ευρώπη υπάρχει θέατρο με σκηνή μήκους είκοσι πέντε μέτρων. Η Κατερίνα είχε μεγάλη συγκίνηση, αλλά δεν την άφηνε να φανεί στη διάρκεια της προετοιμασίας. Έπρεπε να στήσει την παράσταση, να λύσει τεχνικά προβλήματα. Μόνο πριν από την πρεμιέρα μάς μίλησε· εκείνη την ημέρα συνειδητοποίησε ουσιαστικά ότι άνοιγε ξανά το θέατρο των γονιών της. Είναι πολύ ωραίο όταν συμβαίνει αυτό. Δεν αντέχω να βλέπω άλλα θέατρα που αγαπήσαμε, όπως το Αμόρε, να γίνονται σούπερ μάρκετ...»

 

 

Τον Σπύρο Ευαγγελάτο τον είχατε γνωρίσει;

Ναι, και, μαζί με τη Λήδα Τασοπούλου, ήταν από τους πρώτους που είχα δει στο θέατρο όταν κατέβηκα στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη. Μου είχε προτείνει, μάλιστα, να συνεργαστούμε στη «Μήδεια» που είχε κάνει με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Κιμούλη το 2013, αλλά είχα ήδη συμφωνήσει να παίξω σε μια άλλη παράσταση και δεν μπόρεσα να είμαι μαζί τους εκείνο το καλοκαίρι. 

Τι είχε εκείνη η γενιά θεατρανθρώπων που την έκανε να ξεχωρίζει;

Κάθε γενιά έχει να πει κάτι άλλο από την προηγούμενη, και αυτό είναι γόνιμο. Τα παιδιά που βγαίνουν σήμερα από τις δραματικές σχολές είναι εντελώς διαφορετικά από εμένα και τους συνομηλίκους μου. Εμείς είμαστε παλιοί για εκείνους. Μακάρι μόνο να είναι τόσο τυχεροί οι νέοι ηθοποιοί όσο εγώ: δούλεψα με τον Μίνωα Βολανάκη, συναναστράφηκα τον Ανδρέα Βουτσινά, τον Γιώργο Μιχαηλίδη, τον Διαγόρα Χρονόπουλο. Και νιώθω τυχερός γιατί αυτοί οι άνθρωποι κουβαλούσαν μια τεράστια και πολύτιμη γνώση – αποτέλεσμα όχι μόνο εμπειρίας αλλά και μελέτης. Θέλει πολύ διάβασμα αυτή η δουλειά. Όχι μόνο για να μάθεις τους ρόλους σου, αλλά γιατί πρέπει να είσαι ενήμερος, να ταξιδεύεις, να ξέρεις τι γίνεται στην Ευρώπη. Μου είναι πολύ στενόχωρο να βλέπω συναδέλφους που εργάζονται ήδη 10-15 χρόνια και δεν γνωρίζουν τον Θηβαϊκό Κύκλο... Και αυτό συμβαίνει γιατί στο ελληνικό θέατρο υπάρχουν ακόμα τα απόνερα της φούσκας του 2000: το μεγαλείο των Ολυμπιακών Αγώνων και η μεγαλομανία μας, η φροντίδα για τα λούσα και το φαίνεσθαι, πήραν παραμάζωμα τους πάντες. Κάποιοι εκείνη την εποχή συνέδεσαν το «είμαι ηθοποιός» με τα «είμαι διάσημος, έχω γκόμενες και ακριβό αυτοκίνητο». Όταν ένα από τα αποτελέσματα του επαγγέλματός μας, δηλαδή η δημοσιότητα –που μπορεί να προκύψει, μπορεί και όχι–, γίνεται το αποκλειστικό ζητούμενο και κίνητρο για την επιλογή του, αυτό είναι λυπηρό. Δυστυχώς υπάρχουν ακόμα τέτοια φαινόμενα.

Εσείς γιατί αποφασίσατε να γίνετε ηθοποιός, ποιος ήταν ο στόχος σας; Έχει εκπληρωθεί;

Μεγάλωσα σε ένα χωριό της Θεσσαλονίκης, τον Σοχό, συμπατριώτισσά μου είναι η Ζυράννα Ζατέλη. Από παιδί συμμετείχα σε κάθε παράσταση που μπορείτε να φανταστείτε: του κατηχητικού, του σχολείου, διάφορων συλλόγων, για το χαρτζιλίκι, αλλά και γιατί μου προκαλούσε μια απερίγραπτη ευφορία όλη η προετοιμασία και, ας μην το κρύψω, και το αποτέλεσμα, δηλαδή η λάμψη και το χειροκρότημα. Τελειώνοντας το λύκειο, και μολονότι οι γονείς μου ήλπιζαν να σπουδάσω Ιατρική επειδή ήμουν άριστος μαθητής, σκέφτηκα ότι μόνο αυτό μπορούσα να κάνω καλά στη ζωή μου: να παίζω. Μπαίνοντας, βέβαια, στη Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, συνειδητοποίησα πόσο κακά το έκανα και πόσο πολύ έπρεπε να κοπιάσω για να βελτιωθώ. Ξέρετε, η μεγάλη πρόκληση για έναν ηθοποιό είναι ότι πρέπει να δείχνει φυσιολογικός, υπό μη φυσιολογικές αλλά φανταστικές συνθήκες. Έτσι, όλα γίνονται δύσκολα και πολύπλοκα: πώς θα σταθείς, πώς θα κινήσεις τα χέρια σου, πώς θα μιλήσεις. Το θετικό ήταν ότι εξαρχής ήξερα τι είδους πορεία ήθελα να ακολουθήσω, γι’ αυτό και, ειδικά τη δεκαετία του ’90, αντιστάθηκα σε πολλούς πειρασμούς: σε δελεαστικές προτάσεις να συμματάσχω σε καθημερινές σαπουνόπερες με αμοιβή πολλών εκατομμυρίων δραχμών. Προτιμούσα να πάω στην ΕΡΤ, για παράδειγμα, και να κάνω δουλειές όπως το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ του Γιώργου Ρεμούνδου «Νίκος Καζαντζάκης: αναζητώντας τον Θεό»... Δεν είμαστε όλοι για όλα, δεν μπορείς να μπερδεύεις το κοινό σου ούτε τον εαυτό σου, το ένα καλοκαίρι με τραγωδία, το άλλο με επιθεώρηση. Τα «όχι» πρέπει να είναι πιο πολλά από τα «ναι» στη δουλειά μας. Δεν ξέρω τι κατάφερα. Είμαι όμως καλά με τον Νίκο, βρίσκομαι ακόμα σε αυτόν το χώρο και, το σημαντικότερο, έπειτα από είκοσι πέντε χρόνια –τόσα μετράω φέτος– μπορώ πλέον να επιλέγω με ποια θεατρική παρέα θα είμαι. 

Η παρέα μετράει πιο πολύ; Όχι οι ρόλοι;

Οι ρόλοι είναι η αφορμή. Όλοι τούς ονειρευόμαστε, αλλά από μόνοι τους δεν λένε τίποτα. Με ποιους θα τους παίξεις; Ποιος θα σας σκηνοθετήσει; Και ποιοι θα έρθουν να σας δουν; Και δεν το λέω τυχαία: ό,τι κάνουμε γίνεται για το κοινό. Πολλοί όμως το ξεχνούν. Υπάρχουν ανεβάσματα έργων και πειράματα που αγνοούν το κοινό, και αυτό θυμώνει. Με το δίκιο του! 

Εσείς δεν θυμώνετε ποτέ με το κοινό;

Πολλές φορές. Μου έτυχε πριν από μερικά χρόνια να σταματήσω παράσταση στο θέατρο Ιλίσια-Βολανάκη όταν χτύπησαν πέντε έξι κινητά ταυτόχρονα. Ζήτησα θυμωμένος να τα κλείσουν. Κάναμε κωμωδία, το «Παίζουν το τραγούδι μας», του Νιλ Σάιμον με την Πέγκυ Τρικαλιώτη, και για τις δύο επόμενες σκηνές δεν τολμούσαν ούτε να γελάσουν οι θεατές. (Γέλια) Χθες πάλι χτύπησε το κινητό ενός κυρίου που καθόταν στην πρώτη σειρά πέντε φορές – τις μέτρησα! Η πέμπτη ήταν στη διάρκεια ενός μονολόγου του Κλαύδιου, που κλαίει και ζητάει συγχώρεση από τον Θεό. Δεν μίλησα. Απλώς έκανα μια παύση και μετά συνέχισα. Δεν πρέπει να ανοίγεις διάλογο με το κοινό. Και το λέω εγώ που στην Επίδαυρο, στην περιβόητη «Μήδεια» του Βασίλιεφ, την ώρα που μας πετούσαν νομίσματα και μας γιούχαραν άγρια, γύρισα προς τους θεατές και είπα: «Έλεος». Το μετάνιωσα πικρά. Βρέθηκε ένας πιο έξυπνος από εμένα και μου φώναξε: «Το ίδιο λέμε κι εμείς τόση ώρα»... (Γέλια ξανά)

Ο Κλαύδιος τι ήρωας είναι;

Ένα πολύπλοκο πλάσμα: πανέξυπνος, ευγενής, γοητευτικός, πολύ ερωτευμένος με τη γυναίκα του, τη Γερτρούδη. Αλλά διαπράττει ύβρη και αυτή επιστρέφει πάνω του. Κι ενώ στην πρώτη σκηνή βλέπεις έναν λαμπερό βασιλιά, μέχρι το τέλος έχει γίνει ένα ανθρωπάκι, ένας κακομοίρης. Η σχέση τους με τη Γερτρούδη ακολουθεί αντίστοιχη πορεία: μαραίνεται. Έτσι, ο Κλαύδιος «χάνει την μπάλα».

Εσείς «χάνετε ποτέ την μπάλα»;

Κάθε μέρα! Όχι στην προσωπική μου ζωή, στην οικογένειά μου – εκεί είμαι πολύ συγκροτημένος και οργανωμένος. Στο θέατρο, όμως, υπάρχουν πολλές βραδιές που νιώθω ότι έχασα την μπάλα, ακόμα κι όταν οι άλλοι μού λένε μετά πως ήμουν καταπληκτικός. Το θεωρώ αναπόφευκτο: πάνω στη σκηνή κλονίζεσαι, κουράζεσαι, μετράς τις δυνάμεις σου κάθε φορά από την αρχή. Δεν είναι copy-paste ένας ρόλος. Πρόσφατα, σε μια παράσταση του «Άμλετ», κάποιοι θεατές έβηχαν ξανά και ξανά την ώρα εκείνου του... καταραμένου μονολόγου που ανέφερα και προηγουμένως. Το κουβέντιαζα με τον Οδυσσέα. «Κάποια στιγμή σκέφτηκα: Θεέ μου, δεν έχω τη δύναμη να τα πω αυτά τα λόγια», του εξομολογήθηκα. «Μα αυτό είναι ο συγκεκριμένος μονόλογος! Ούτε ο Κλαύδιος έχει τη δύναμη να κάνει το παραμικρό», μου απάντησε εκείνος...

 


Νίκος Ψαρράς και Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Κλαύδιος και  Άμλετ, στη σκηνή του «Αμφι-θεάτρου» Σπύρου Ευαγγελάτου

 

Τη σκηνοθεσία την έχετε σκεφτεί;

Ποτέ. Θεωρώ ότι είναι μια διαφορετική δουλειά. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Είναι πολύ πιο δύσκολο να παίζεις από το να σκηνοθετείς. Μπορείς να δείξεις σε κάποιον πώς να υποδυθεί έναν ρόλο κι εκείνος να σε μιμηθεί. Αυτό είναι όμως η σκηνοθεσία; Για μένα όχι. Σκηνοθεσία είναι να φτιάξεις όχι μια κατασκευή από μπετόν αρμέ μέσα στο οποίο κανείς δεν θα μπορεί να αναπνεύσει, αλλά ένα σύμπαν και να παραμυθιάσεις τόσο καλά τους ηθοποιούς του ώστε να μπουν σε αυτό και να κάνουν εξαιρετικές ερμηνείες. Όχι να τους κινείς σαν πιόνια πάνω σε μια σκακιέρα.

Ο γιος σας πόσων ετών είναι; Σας έχει δει να παίζετε;

Είναι πεντέμισι ετών. Με είδε το 2017 στην Επίδαυρο, στους «Πέρσες», και πέρυσι, στον «Φάρο», όπου σε μια σκηνή υποτίθεται ότι ο Ιβάν, ο ήρωας που υποδυόμουν, έχανε τα γυαλιά του και καθώς ήταν μεθυσμένος δεν μπορούσε να τα βρει. Τρέκλιζε, έπεφτε κάτω, οι θεατές γελούσαν και ο Πάνος είχε στενοχωρηθεί πολύ. Νόμιζε ότι γελούσαν με τον βλάκα τον πατέρα του. Το επόμενο πρωί μού είπε: «Το βράδυ που θα ξαναπάς στην παράσταση, μπαμπά, να θυμάσαι ότι τα γυαλιά σου είναι στο μπάνιο. Εκεί τα έχει κρύψει ο Αιμίλιος. Να τα βρεις από νωρίς, για να μη σε κοροϊδεύει ο κόσμος». Τον «Άμλετ» δεν τον έχει δει, αλλά του έχω αφηγηθεί την ιστορία και την έχει συνδέσει με τον «Βασιλιά των λιονταριών». Απλώς δεν του αρέσει που παίζω τον κακό...

Με τη σύζυγό σας, Έλενα Καρακούλη, καταφέρνετε να αφήνετε έξω από το σπίτι τη σχέση ηθοποιού-σκηνοθέτη;

Καλώς ή κακώς, η καθημερινότητα δεν μας αφήνει να ασχολούμαστε μόνο με το θέατρο. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε χιλιάδες θέματα: από το πότε θα καθαρίσουμε το σπίτι και τι θα φάμε μέχρι το πώς θα βρούμε χρόνο να παίξουμε με το παιδί και πώς ο Πάνος δεν θα βαρεθεί πάνω στο δεκάλεπτο. Σήμερα, για παράδειγμα, του μάθαμε να παίζει Αγωνία! ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ