ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Συμπληρώθηκαν τριάντα χρόνια από τότε που συνάντησα για πρώτη φορά τον Γιώργο Αρβανίτη, διευθυντή φωτογραφίας στις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου και σε περισσότερες από εκατό άλλες μεγάλου μήκους διεθνώς. Ηταν τέλη Δεκεμβρίου του 1990 στη Φλώρινα και τα περιπετειώδη γυρίσματα της ταινίας «Το μετέωρο βήμα του πελαργού», με πρωταγωνιστές τους διάσημους ηθοποιούς Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και Ζαν Μορό, είχαν ξεκινήσει στην όχθη του ποταμού Σακουλέβα. Το χιόνι έφτανε το μισό μέτρο, ο Αρβανίτης, ανεβασμένος σε έναν γερανό, κουκουλωμένος με γούνινο παλτό και καπέλο, χοντρά γάντια και ψηλές μπότες, τραβούσε ακατάπαυστα πλάνα.

Ηθοποιοί και κομπάρσοι, με πρώτους τον Μαστρογιάνι και τη Μορό, ιερά τέρατα του παγκόσμιου κινηματογράφου, υπάκουαν αδιαμαρτύρητα στις κοφτές εντολές των βοηθών του Αγγελόπουλου, επαναλαμβάνοντας υπό το δριμύ ψύχος και μία και δύο και όσες φορές χρειαζόταν τις ίδιες σκηνές, μέχρι να επιτευχθεί το τέλειο πλάνο.

Στην απέναντι όχθη μια «άλλη ταινία» γυριζόταν, εν μέσω ηχορύπανσης, με πρωταγωνιστή τον «Αγιο Φλωρίνης», μητροπολίτη Αυγουστίνο Καντιώτη. Οι κατάρες από τα μεγάφωνα του κτιρίου της μητρόπολης εναντίον του «Διαβολόπουλου», όπως αποκαλούσε τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, οι πένθιμες κωδωνοκρουσίες στους ναούς, τα εμβατήρια από τα ερτζιανά και τα συνθήματα του ραδιοσταθμού της μητρόπολης, οι κραυγές και οι αποδοκιμασίες κάποιων φανατικών οπαδών του μητροπολίτη, συνέθεταν μια εκρηκτική ατμόσφαιρα και συνάμα ένα πρώτης τάξεως υλικό για τα δεκάδες τηλεοπτικά συνεργεία που είχαν ταξιδέψει απ’ όλο τον κόσμο στη Φλώρινα. Αυτή την «ταινία» του Καντιώτη είχα αποστολή να καλύψω ως δημοσιογράφος και ήταν συναρπαστική. Πλησίασα τον Γιώργο Αρβανίτη σ’ ένα από τα διαλείμματα των γυρισμάτων. Με «τρόλαρε» για τα ακατάλληλα για τις καιρικές συνθήκες παπούτσια μου, λέγοντας: «Καλύτερα να είχατε φορέσει τις σαγιονάρες σας».


Συλλαλητήρια, διαμαρτυρίες, φωνές και γιούχα στη διάρκεια των γυρισμάτων. Στο βάθος, πανό με κατάρες για την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Με τον πασίγνωστο, διεθνώς, κινηματογραφιστή –και πρόεδρο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης– συναντηθήκαμε στον χώρο εκδηλώσεων του φεστιβάλ στο λιμάνι και δέχτηκε να «σκαλίσει» τη μνήμη του, με τη βοήθεια των ερωτήσεών μου, γύρω από τα επεισοδιακά εκείνα γυρίσματα, που έκαναν τον γύρο του κόσμου φιλοτεχνώντας μια διόλου κολακευτική εικόνα για την Ελλάδα. «Πρόσεξε, ομιλείς με έναν αφορισμένο», μου είπε γελώντας. Πιάστηκα από εκεί για ν’ αρχίσουμε τη συζήτηση. Στο μυαλό μου ήρθε ο αφορισμός από τον Καντιώτη όλων των συμμετεχόντων στην ταινία, προεξάρχοντος βεβαίως του Θόδωρου Αγγελόπουλου, για τον οποίο είχε πει τότε (ραδιοσταθμός Flash): «Οταν ψοφήσει, δεν θα τον θάψει η Εκκλησία. Να πάει να τον θάψουν οι μασόνοι, να τον θάψουν οι σιωνισταί, να τον θάψει η ΕΟΚ, να φωνάξει τον Πάπα να τον θάψει».

«Πώς είναι να είσαι αφορισμένος; Ή έχει παραγραφεί πλέον η τιμωρία;» τον ρώτησα. «Ακούγοντάς το ήρθε στο νου μου ο Σουρής που, όταν τον αφόρισαν οι παπάδες έξω από το σπίτι του, τους ρώτησε “τι κάνετε εκεί;” και του απάντησαν “σε αφορίζουμε”. “Και τι σημαίνει αυτό;” επέμεινε. Του είπαν ότι “όταν πεθάνεις, δεν θα λιώσεις”.

“Ε, τότε, δεν αφορίζετε και τις σόλες των παπουτσιών των παιδιών μου για να μην λιώσουν και αναγκαστώ να αγοράσω και άλλα;” κάγχασε. Ηταν μια αστεία ιστορία, ακούσαμε ότι έκαναν και τρισάγια εναντίον μας και διάφορα άλλα». Του υπενθυμίζω ότι μια σειρά θάνατοι αμέσως μετά, όπως του σκηνογράφου Μικέ Καραπιπέρη, ενός κομπάρσου από χωριό της Φλώρινας που συμμετείχε στα γυρίσματα, του διάσημου Ιταλού ηθοποιού Τζαν Μαρία Βολοντέ, που πέθανε αργότερα στη Φλώρινα στα γυρίσματα της επόμενης ταινίας του Αγγελόπουλου, «Το βλέμμα του Οδυσσέα», αλλά και του ίδιου του σκηνοθέτη, πολύ αργότερα, σε τροχαίο, αποδόθηκαν από τους υποστηρικτές του Καντιώτη στον αφορισμό. «Ο Μικές ήταν άρρωστος από τότε, είχε καρκίνο. Αυτά τα λέγαν οι θεούσες, που δεν έχουν τον θεό τους. Ο καθένας μας, άμα τελειώσει το λάδι στο καντήλι του, θα σβήσει. Για όνομα του Θεού, δηλαδή. Αυτά ήταν γραφικότητες». Τον αφορισμό του «Αγίου» πλήρωσαν τότε ακόμα και οι πελαργοί, τα πουλιά. Ετσι, σε ένα χωριό της Φλώρινας, την Αγία Παρασκευή, ο ιερέας γκρέμισε μια φωλιά που είχε φτιάξει ένας πελαργός για τα παιδιά του στο καμπαναριό της εκκλησίας, ώστε να μην επιστρέψουν εκεί την άνοιξη τα αφορισμένα πτηνά!

«Επίκαιρη όσο ποτέ»

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο του 1990, με τον Καντιώτη να περιμένει ανεβασμένος στο «καμπαναριό» τον Αγγελόπουλο και τους συνεργάτες του. «Φοβόμασταν μια επίθεση, αλλά ήμασταν αποφασισμένοι. Ο Θόδωρος δεν έκανε πίσω με τίποτα...» Η ταινία, «επίκαιρη σήμερα όσο ποτέ», όπως επισημαίνει ο Γιώργος Αρβανίτης, αφορούσε την προσφυγιά και τη μετανάστευση. Στην ερώτησή μου για το τι ενόχλησε τον μητροπολίτη απαντά: «Αυτούς τους ανθρώπους τούς ενοχλούν τα πάντα. Επιχείρησε να ταυτίσει   την ταινία, επειδή γυριζόταν στη μεθόριο, με κάποια εθνικά ζητήματα που είχαν αφήσει πληγές στη Φλώρινα, όπως το Μακεδονικό, ο εμφύλιος πόλεμος. Υποτίθεται ότι φύλασσε Θερμοπύλες εκεί. Θυμάμαι ότι έλεγε πως είναι πρόθυμος να μας βοηθήσει να γυρίσουμε μια ταινία για τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Παύλο Μελά και τέτοια. Κάτι σαν αυτές που έκανε ο Τζέιμς Πάρις κάποτε, και εμείς βεβαίως γελούσαμε».


Χιόνι και παγωνιά στα γυρίσματα του «Μετέωρου βήματος». Στο βάθος, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος διατηρεί το ηθικό του ακμαιότατο.

Τον ρώτησα για το πώς πληροφορήθηκε ο μητροπολίτης το περιεχόμενο της ταινίας και τους υποδέχτηκε με το «όπλο παρά πόδα». «Με κάποιον τρόπο που δεν γνωρίζαμε –δεν αποκλείεται να ήταν και δουλειά ανθρώπων των μυστικών υπηρεσιών– το σενάριο έφτασε στα χέρια του και ξεσπάθωσε προτού αρχίσουν ακόμη τα γυρίσματα. Δεν αποκλείεται να μην το είχε κιόλας και απλώς να είχε ακούσει από εδώ και από εκεί κάποια πράγματα».

Το «Μετέωρο βήμα του πελαργού» πήγε στις Κάννες (1995) με μεγάλες προσδοκίες για τον Χρυσό Φοίνικα, ενισχυμένες και από την τεράστια διεθνή προβολή λόγω Καντιώτη. «Η ταινία έτυχε καλής αποδοχής. Πέσαμε, όμως, πάνω στο “Underground” του Κουστουρίτσα. Με το που είδα την ταινία, είπα στον Αγγελόπουλο: “Θόδωρε, νομίζω ότι το πρώτο τo ’χασες”. “Oχι”, μου λέει, “με τίποτα”. Oλοι πίστευαν ότι ο “Πελαργός” θα πάρει τον Χρυσό. Υπερίσχυσε ο Κουστουρίτσα. Μην ξεχνάμε ότι σε μια επιτροπή μετράνε και πολλά άλλα πράγματα, προς τα πού θέλουν να υποστηρίξουν. Ηταν η εποχή του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία και ίσως να έπαιξε και αυτό κάποιον ρόλο».

Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, ο σκηνοθέτης, η πόρτα και ο γκρεμός

«Εχω συγκεκριμένο στρατιωτικό σχέδιο, γιατί ο εχθρός δεν είναι όποιος όποιος», κραύγαζε από άμβωνος ο φλογερός «Αγιος», παραμονές της έναρξης των γυρισμάτων. Αυτό προέβλεπε την κινητοποίηση φανατικών οπαδών του, που έσπευσαν στη Φλώρινα με λεωφορεία από τη γύρω περιοχή αλλά και την Αθήνα για να ακούσουν το κήρυγμά του. Με το τέλος της Θείας Λειτουργίας και ενώ ο Αγγελόπουλος έδινε συνέντευξη σε δεκάδες Ελληνες και ξένους δημοσιογράφους σε κινηματογράφο της πόλης, έκαναν πορεία στο κέντρο της χιονισμένης Φλώρινας κρατώντας ξύλινους σταυρούς και αναμμένα κεριά. Πολλοί εξ αυτών φορούσαν ράσα και φώναζαν συνθήματα κατά του «Διαβολόπουλου», ενώ οι καμπάνες των ναών ηχούσαν πένθιμα και τα μεγάφωνα της μητρόπολης μετέδιδαν στρατιωτικά και θρησκευτικά εμβατήρια.

Τρεις διμοιρίες των ΜΑΤ είχαν καταφθάσει στη Φλώρινα για να περιφρουρήσουν τα σκηνικά στην όχθη του Σακουλέβα, αλλά και τους ίδιους τους ηθοποιούς και τους κομπάρσους. «Εχουμε πόλεμο», κραύγαζε από τα μικρόφωνα της μητρόπολης ο δεσπότης.

«Η κοινωνία ήταν χωρισμένη. Ξέραμε ποιοι ήταν μαζί μας. Από την μια όχθη του ποταμού οι Καντιωτικοί και από την άλλοι οι υποστηρικτές του Αγγελόπουλου. Φοβόμασταν, όμως, μήπως έρθουν τη νύχτα και μας καταστρέψουν τα σκηνικά και είχαμε βάλει ανθρώπους να τα φρουρούν. Αλλοι μουντζούρωναν με μπογιές τις προσόψεις των κτιρίων που είχαμε ως φόντο στα γυρίσματα και μια μέρα μάς επιτέθηκε με τσεκούρι και προκάλεσε φθορές ο γιος του οδηγού του μητροπολίτη. Εκείνη τη στιγμή εγώ βρισκόμουν πάνω στον γερανό και φοβήθηκα μήπως με πετάξουν στο ποτάμι. Με πλάνα που τράβηξε από την επίθεση, η γαλλική τηλεόραση προέβαλε ολόκληρο ντοκιμαντέρ».

Η Φλώρινα είναι η περιοχή με το δριμύτερο ψύχος στην Ελλάδα, αλλά αυτό δεν εμπόδιζε τους συντελεστές της ταινίας να δουλεύουν σε συνθήκες Σιβηρίας. Kαι πρώτοι απ’ όλους οι σταρ, Μορό και Μαστρογιάνι, που υπέμεναν αγόγγυστα το κρύο, την ηχορύπανση του Καντιώτη και των οπαδών του, αλλά και την επιμονή του σκηνοθέτη για την επίτευξη του τέλειου πλάνου.


«Η κοινωνία ήταν χωρισμένη», λέει ο Γιώργος Αρβανίτης (αριστερά) στον συντάκτη της «Κ» Σταύρο Τζίμα.

Θύμισα στον Γιώργο Αρβανίτη μια σκηνή στο Αμύνταιο της Φλώρινας, κατά την οποία ο Μαστρογιάνι περίμενε αμίλητος με τις ώρες και με -15 βαθμούς στην πόρτα ενός βαγονιού, η οποία έχει καταγραφεί ανεξίτηλα στη δική μου μνήμη. «Ηταν σπουδαίοι επαγγελματίες. Εμπαιναν αμέσως στον ρόλο τους. Θυμάμαι όταν είδα την πρώτη στιγμή τον Μαστρογιάνι στον “Μελισσοκόμο”, νόμιζα ότι αυτός ο άνθρωπος έχει δουλέψει μελισσοκόμος τουλάχιστον δέκα χρόνια. Οπως μου έλεγε, αν ο σκηνοθέτης τού πει “άνοιξε την πόρτα” και πίσω από αυτήν έχει γκρεμό, “θα το κάνω και ας ξέρω ότι θα πέσω”. Και ο Μαστρογιάνι και η Μορό παρακολουθούσαν με στωικότητα τα όσα έβλεπαν να γίνονται με αφορμή τα γυρίσματα. Εδειχναν να τους αρέσει η Φλώρινα ως περιβάλλον. Ο Μαστρογιάνι έτρωγε κάθε μέρα στην ίδια ταβέρνα αρνάκι, σε σημείο που να αυτοσαρκάζεται λέγοντας πως το επώνυμό του θα έπρεπε να είναι Μαστροαρνάκι».

Ο Γιώργος Αρβανίτης κινηματογράφησε όλες τις ταινίες, πλην δύο, του Αγγελόπουλου και συνολικά εργάστηκε ως διευθυντής φωτογραφίας σε 111 μεγάλου μήκους φιλμ διεθνώς. Με πολλά διεθνή βραβεία στο «στήθος», ζει στο Παρίσι συνταξιούχος και, όπως μου είπε, θα ασχοληθεί με το ντοκιμαντέρ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ