ΘΕΑΤΡΟ

Απροσδόκητα καλό σκηνοθετικό ντεμπούτο

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Εκτός από την εξαιρετική επίδοσή της στη σκηνοθεσία, η Σμαράγδα Καρύδη δίνει την καλύτερη θεατρική ερμηνεία της στον ρόλο της χειριστικής και κυνικής Ανθούσας. Δίπλα της, ο Νίκος Κουρής υποδύεται έξοχα τον Κουτρούλη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Η Σμαράγδα Καρύδη αποφάσισε φέτος να δοκιμαστεί και στη σκηνοθεσία. Και όχι μόνο τόλμησε να καταπιαστεί μ’ ένα πολύ ιδιαίτερο, γλωσσικά και μορφολογικά, έργο, την κωμωδία του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή «Του Κουτρούλη ο Γάμος» (1845), αλλά κατάφερε να αποδείξει τη θεατρική αξία του με καθαρό βλέμμα ως προς το υλικό της, και πνεύμα σκηνοθέτη συνόλου. Γι’ αυτό και η θερμοκρασία της παράστασής της στο θέατρο Βασιλάκου παραμένει υψηλή από την εναρκτήρια σκηνή έως το φινάλε, χωρίς ευκολίες αλλά ούτε και σοβαροφάνεια.

Δεν είναι απλό ούτε εύκολο. Για μία σειρά λόγων, εκ των οποίων άλλοι αφορούν την εποχή στην οποία γράφτηκε η κωμωδία (την ιστορικότητα του έργου) και άλλοι την πολυκύμαντη ζωή και συγγραφική πορεία του πολυσχιδούς Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892), λόγιου, ποιητή και θεατρικού συγγραφέα, πολιτικού και διπλωμάτη, καθηγητή Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1844-1866), εκδότη και «δημοσιογράφου», καθ’ όλα σημαντικού εκπροσώπου της φαναριώτικης κάστας, η οποία πρωταγωνίστησε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην πολιτική/διοικητική και πολιτιστική ζωή του ελληνικού κράτους τις πρώτες δεκαετίες της ζωής του.

Γιατί πίσω από την ιστορία του πλούσιου ράφτη Μανώλη Κουτρούλη από τη Σύρο, που ερωτεύτηκε την κόρη ενός ξενοδόχου στην Αθήνα και έμπλεξε σε «πολιτικές» περιπέτειες για να την παντρευτεί, αποτυπώνεται ο αναβρασμός που ήταν σε εξέλιξη μετά το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και το Β΄ Ψήφισμα της Εθνοσυνέλευσης του 1844, που χώρισε τους Ελληνες σε αυτόχθονες και ετερόχθονες για να αποκλείσει τους δεύτερους από τα δημόσια αξιώματα. Ο διχασμός αφορούσε το γεγονός ότι οι κοτζαμπάσηδες και οι πολιτικά φιλόδοξοι αγωνιστές της Επανάστασης, αγράμματοι στη συντριπτική πλειονότητά τους, δεν μπορούσαν να δεχθούν ότι οι εύποροι, μορφωμένοι και με πολιτική εμπειρία από ηγετικές θέσεις στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, «ετερόχθονες» Ελληνες της διασποράς (με πρώτους τους Φαναριώτες) ήταν φυσικό να αναλάβουν τις σημαντικότερες (αλλά και πιο προσοδοφόρες) θέσεις του διοικητικού μηχανισμού.

Οντας Φαναριώτης, ο Αλ. Ρίζος Ραγκαβής «εκδικείται»: μέσω μιας απλής υπόθεσης με επιρροές από τη μολιερική παράδοση (τον «Αρχοντοχωριάτη», τον «Κύριο Πουρσονιάκ», τον «Ζορζ Νταντέν» κ.ά.) σατιρίζει καυστικά την αθλιότητα της νέας «πολιτικής» τάξης της χώρας, τα χυδαία ήθη του εκλογικού σώματος αλλά και τον γελοίο μιμητισμό των ευρωπαϊκών ηθών από τους νεόκοπους πρωτευουσιάνους.

Αλλά δεν ήταν αυτά τα μόνα ζητήματα που απασχολούσαν τον Αλέξανδρο Ραγκαβή, λογίου που κινούνταν με εντυπωσιακή ευελιξία από τον ρομαντισμό, τη δημοτική γλώσσα και τη δημώδη λογοτεχνία, στον νεοκλασικισμό και στην αρχαΐζουσα. Ηθελε να γράψει μία κωμωδία βάσει των αριστοφανικών προτύπων, με χορικά που ν’ ακολουθούν τα μέτρα της αττικής κωμωδίας αλλά «μεταφρασμένα» στην αρχαΐζουσα  καθαρεύουσα. Η απόπειρά του (η οποία σαφώς συνδέεται με την αναζήτηση της «εθνικής» ταυτότητας της νέας Ελλάδας) πρέπει να εννοηθεί στο πλαίσιο μιας δραματογραφίας αναγνωστικής, που δεν προορίζονταν για τη σκηνή (καθώς η θεατρική πραγματικότητα στην Αθήνα το 1845 ήταν ακόμη πρωτόγονη) αλλά για λόγιο αναγνωστικό κοινό. 

Τα χορικά στο «Του Κουτρούλη ο γάμος» αποτελούν τη βασική δυσκολία σε μία σύγχρονη σκηνική προσέγγιση. Η Σμαράγδα Καρύδη τα αντικατέστησε με τραγούδια που βασίζονται σε στίχους των πρωτότυπων χορικών. Το εισαγωγικό τραγούδι το έγραψε η ίδια, για τα επόμενα στράφηκε στη θεατρική συγγραφέα Σοφία Καψούρου (η οποία έχει ήδη ξεχωρίσει με εξαιρετικά αποτελέσματα στον έμμετρο θεατρικό λόγο, λ.χ. στο έργο της «Σούμαν») και στον συνθέτη Μίνω Μάτσα. Ο σκόπελος ξεπεράστηκε με ιδανικούς όρους.

Αλλά και τα «επεισόδια» η Καρύδη τα χειρίστηκε με εντυπωσιακό θεατρικό ένστικτο, έτσι ώστε η παράσταση να είναι γρήγορη, σφικτή (με λελογισμένα κοψίματα, μετακινήσεις σκηνών, αλλαγές κάποιων λέξεων/φράσεων) και μοντέρνας αισθητικής. Το σκηνικό (Γιώργος Γαβαλάς) λειτουργεί σα πλαίσιο άνευ χρονικών προσδιορισμών: ένας ψεύτικος κήπος, με πλαστικές κληματσίδες να κρέμονται, σαν σκηνικό ντισκοτέκ, με μία σύνθεση από περιπλεγμένους κορμούς και κλαδιά στη μέση κι ένα σετ ντραμς στην άκρη.

Ο Χορός, αποτελούμενος από νέους ηθοποιούς (Ευγενία Σαμαρά, Σπύρος Χατζηαγγελάκης, Βασίλης Παπαγεωργίου, Αλέξανδρος Τσώτσης, Γιώργος Σουλεϊμάν, Τάσος Ροδοβίτης, Αντώνης Κυριακάκης) που φορούν φουστανέλες κα τι-σερτ με στάμπες ιστορικά πρόσωπα της εποχής, αμέσως δημιουργεί ζεστή σχέση με το κοινό, με μια εισαγωγή επιθεωρησιακού ύφους που παρουσιάζει τον συγγραφέα και στοιχεία για την Ελλάδα του α΄ μισού του 19ου αι. Κι αφού πουν κι ένα τραγούδι, αφήνουν τη σκηνή στη Σμαράγδα Καρύδη στον ρόλο της χειριστικής και κυνικής Ανθούσας, που θέλει να διαπρέψει στους κοσμικούς κύκλους μέσω ενός καλού γαμπρού. Το ότι είναι καλή στην κωμωδία είναι γνωστό. Εδώ, όμως, μαζί με τον Νίκο Κουρή, που ερμηνεύει έξοχα τον Κουτρούλη, δίνει την καλύτερη θεατρική ερμηνεία της. Δίπλα τους, πολύ καλός ο Κώστας Κορωναίος στον κρίσιμο ρόλο του υπηρέτη Στροβίλη και ο Γιώργος Ψυχογιός στον ρόλο του πατέρα.

Ο λόγος μιλήθηκε με τον μοναδικό ενδεδειγμένο τρόπο, της νοηματικής αυτοδυναμίας της φράσης, και φτάνει λαγαρός και αυθεντικά κωμικός στην πλατεία. Μικρές λεπτομέρειες αποδεικνύουν την προσοχή με την οποία αντιμετωπίστηκε το έργο – την τεράστια φαλάκρα του Νίκου Κουρή / Κουτρούλη, για παράδειγμα, υποδεικνύει το ίδιο το έργο (Χορός, 912-933 […] και εις τρίπτυχον στέμμα, εάν εγχωρή,  τη μεγάλη σου κρύψε φαλάκραν). Εύστοχη είναι και η αντικατάσταση των εκτενών ημιχορίων που εκπροσωπούν τα τρία κόμματα (Ρωσικό, Αγγλικό Γαλλικό) από τρεις ηθοποιούς που υποδύονται τις τρεις μεγάλες δυνάμεις, με γερό κόψιμο, εκσυγχρονισμένη απόδοση του λόγου και ανάλογο μουσικό σχολιασμό. Η πολύ καλή Ευγενία Σαμαρά, λ.χ. ως Γαλλία, καλεί τον Κουτρούλη στην επιρροή της με το τραγουδάκι της Μπριζίτ Μπαρντό «Moi Je Joue». Πρόκειται όχι μόνο για μία ευχάριστη παράσταση αλλά υποδειγματική στο τρόπο που ένα παλιό έργο μπορεί να παρασταθεί σήμερα –διασκευασμένο μεν, αλλά επ’ ουδενί αλλοιωμένο.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ