Νότης Παπαδόπουλος ΝΟΤΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Η στρατηγική του «ουίσκι» και της «βότκας»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Mπορεί ο πρόεδρος Τραμπ να μην είπε λέξη για τα ελληνοτουρκικά στις δηλώσεις του στο Οβάλ Γραφείο, όταν βομβαρδιζόταν από τις ερωτήσεις Αμερικανών δημοσιογράφων για την κρίση στο Ιράν, ωστόσο –για κακή τύχη όσων έσπευσαν να χαρακτηρίσουν την επίσκεψη «φιάσκο»– λίγες ώρες αργότερα ο υπουργός Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, ανακοίνωσε αμερικανική πρωτοβουλία για την αποκλιμάκωση της έντασης Τουρκίας - Ελλάδας.

Η πρωτοβουλία αυτή της αμερικανικής πλευράς ήρθε έπειτα από δύο κρίσιμες παρεμβάσεις - προειδοποιήσεις Μητσοτάκη τόσο δημοσίως στο Οβάλ Γραφείο όσο και στη συζήτηση που ακολούθησε μεταξύ των δύο αντιπροσωπειών. Ο κ. Μητσοτάκης  έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου ότι η σημερινή προκλητική στάση και οι παράνομες κινήσεις της Τουρκίας δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές από την Ελλάδα, διότι θίγουν κυριαρχικά της δικαιώματα και μπορούν κάλλιστα να οδηγήσουν σε θερμό ελληνοτουρκικό επεισόδιο.

Να μην έχουμε, όμως, ψευδαισθήσεις. Η Αγκυρα έχει, δυστυχώς, αυτή τη στιγμή μεγαλύτερη σημασία για την Ουάσιγκτον σε σχέση με την Αθήνα. Οχι μόνο επειδή είναι μια ισχυρή χώρα 80 εκατ. κατοίκων με έναν ετοιμοπόλεμο σύγχρονο στρατό στο επίκεντρο μιας εχθρικής αλλά κρίσιμης για τα αμερικανικά συμφέροντα γειτονιάς, δίπλα στο Ιράκ, στο Ιράν, στη Συρία, στη Ρωσία και σε άλλες χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ, τις οποίες εξακολουθεί να επηρεάζει η Μόσχα. Αλλά κυρίως γιατί η στάση της Αγκυρας σε όλα τα θέματα της Μέσης Ανατολής «μετράει» για τον Τραμπ, ο οποίος βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο λόγω της προσπάθειας καθαίρεσής του από τους Δημοκρατικούς. Γι’ αυτό και καλοπιάνει τον «φίλο του» και «απίθανο ηγέτη» κ. Ερντογάν, ο οποίος κυβερνά με βάση την ισχύ της χώρας του, χωρίς να υπολογίζει το πολιτικό κόστος και τις διεθνείς αντιδράσεις. Και μπορεί –σε ώρα ανάγκης– να δώσει κι ένα χέρι βοηθείας στον Αμερικανό πρόεδρο χωρίς να φοβάται την κοινή γνώμη του ή να δίνει λογαριασμό σε κανένα.

Αυτή, εξάλλου, η απρόβλεπτη προσωπική διακυβέρνηση του σουλτάνου τον κάνει υπολογίσιμο παίκτη στην περιοχή και συχνό συνομιλητή του κ. Τραμπ αλλά και του κ. Πούτιν.

Μπορεί, λοιπόν, η μεσολαβητική πρωτοβουλία των ΗΠΑ να δημιουργεί προσδοκίες για εκτόνωση της έντασης στην Ανατ. Μεσόγειο, ωστόσο στη σημερινή συγκυρία, κατά την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος αλληθωρίζει ξεκάθαρα βάσει των προσωπικών συμφερόντων του προς την πλευρά της Αγκυρας, η Αθήνα θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική για να μη βρεθεί αυτή, τελικά, να πιέζεται σε υποχωρήσεις που δεν επιθυμεί. Παραδείγματος χάριν, η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών για τις θαλάσσιες ζώνες μέσω της Χάγης είναι επιθυμητή για την Αθήνα. Οχι όμως και η προσπάθεια διευθέτησης με τον ίδιο αυτόν τρόπο όλων των ζητημάτων που έχουν κατά καιρούς ανακινήσει οι Τούρκοι στο Αιγαίο (γκρίζες ζώνες, αποστρατικοποίηση των νησιών, όρια χωρικών υδάτων και εναέριου χώρου κ.λπ.).

Για τον λόγο αυτό, η Αθήνα θα πρέπει να κάνει το παν τους επόμενους μήνες για να ισχυροποιήσει τη θέση της διεθνώς. Οχι μόνο ενισχύοντας με γοργούς ρυθμούς και υπερκομματική συναίνεση την ισχύ αποτροπής των οπλικών της συστημάτων, που έμειναν στάσιμα τα χρόνια των μνημονίων. Αλλά εντείνοντας συγχρόνως τον διπλωματικό μαραθώνιο, τον οποίο ξεκίνησε η Ελλάδα στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στη Μέση Ανατολή και κινητοποίησε υπέρ των ελληνικών συμφερόντων την Ιταλία, τη Γαλλία, το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Στο πλαίσιο αυτό, η Αθήνα θα πρέπει να σταθμίσει τις εναλλακτικές της και να αναζητήσει ερείσματα και σε άλλες δυνάμεις που επίσης έχουν συμφέροντα στην περιοχή και μπορούν να επηρεάσουν αποτελεσματικά τις εξελίξεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι, τόσο από τον πόλεμο στη Συρία όσο και από τον εμφύλιο στη Λιβύη, η πιο κερδισμένη έως σήμερα χώρα φαίνεται να είναι η Ρωσία, η οποία, σοβαρή και νηφάλια, καλείται από όλους τους εμπόλεμους της περιοχής να παρέμβει για να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά και να πετύχει μια εκεχειρία.

Οι σχέσεις της Αθήνας με τη Μόσχα περνούν μια περίοδο ψυχρότητας, μετά κάποιους άγαρμπους χειρισμούς της προηγούμενης κυβέρνησης, που οδήγησαν στην απομάκρυνση από την Ελλάδα δύο Ρώσων διπλωματών. Η επαναπροσέγγιση με τη ρωσική πλευρά για την προώθηση κοινών συμφερόντων θα ενισχύσει διπλωματικά τη θέση της χώρας. Και θα περάσει και το μήνυμα –προς κάθε κατεύθυνση– ότι δεν πρέπει κανείς να  ερμηνεύει ως αδυναμία και υποχωρητικότητα τη σταθερή στόχευση σε φιλειρηνικές στρατηγικές και στην προώθηση του διεθνούς δικαίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ