ΒΙΒΛΙΟ

«…Πόσο όμορφο θέαμα! Αλλά και πόσο λυπηρό!...»

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΣATΩΒΡΙΑΝΔΟΣ
Οδοιπορικό του 1806, Πελοπόννησος, Αττική, Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη
μτφρ.: Αριστέα Κομνηνέλλη
εκδ. Μεταίχμιο

Τα απομνημονεύματα, τα ημερολόγια και οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις είναι είδος που καλλιεργήθηκε από τους δυτικούς συγγραφείς, κυρίως από τους Αγγλοσάξονες και τους Γάλλους. Στη χώρα μας διακρίθηκαν στον εν λόγω τομέα ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Κώστας Ουράνης και ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ενώ τα θεμέλιά του έθεσαν τα έργα του Παυσανία (2ος μ.Χ. αιώνας) και του Στράβωνα (1ος μ.Χ. αιώνας). «Η Ελλάδος Περιήγησις» του πρώτου και τα «Γεωγραφικά» του δεύτερου είναι από τα πρώτα σημαντικά περιηγητικού περιεχομένου έργα, στα οποία καταγράφονται πληροφορίες που έχουν σχέση με την εξεταζόμενη εποχή, και αφορούν τον πολιτισμό των κοινωνιών και τα ιστορικά γεγονότα. Η τάση να καταγράφονται οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις αναπτύχθηκε κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν οι εκπρόσωποι του κινήματος του ρομαντισμού έδειξαν την προτίμησή τους στην εξερεύνηση μακρινών τόπων, η φήμη των οποίων οφειλόταν στην ιστορία και τη λογοτεχνία αλλά και στον μύθο που τους περιέβαλε. Λάτρης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού ο συγγραφέας Φρανσουά-Ρενέ ντε Σατωμπριάν (1768-1848) –το όνομά του εξελληνίστηκε από τον πρώτο μεταφραστή του στα ελληνικά, τον Εμμανουήλ Ροΐδη–, από τους κύριους εκπροσώπους του γαλλικού ρομαντισμού, τον οποίο θαύμαζαν οι ομότεχνοί του, μεταξύ αυτών και ο Βίκτωρ Ουγκώ, που είχε πει: «Θέλω να είμαι ο Σατωβριάνδος ή τίποτα», κατέγραψε τις εντυπώσεις του από το ταξίδι του στην Ανατολή, στο «Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ και από την Ιερουσαλήμ στο Παρίσι», σύμφωνα με τον  ολοκληρωμένο τίτλο του έργου.

Οπως και άλλοι συγγραφείς και ποιητές που επισκέπτονται στις αρχές του 19ου αιώνα την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα και περιμένουν να βρουν το αρχαίο μεγαλείο, τα μνημεία εκείνα που θα τους μιλήσουν για τους ήρωες και το παρελθόν το οποίο είναι συνδεδεμένο και με τη λογοτεχνική παραγωγή, έτσι και ο Σατωβριάνδος, που γνωρίζει κάθε ποτάμι και βουνό των περιοχών που επισκέπτεται, απογοητεύεται. Χαρακτηριστική είναι η αντίδρασή του όταν πλησιάζει προς τη Σπάρτη και την παρατηρεί από τον λόφο της ακρόπολης: «…Πόσο όμορφο θέαμα! Αλλά και πόσο λυπηρό!... Ενα μείγμα θαυμασμού και οδύνης σταματούσε τα βήματά μου και τη σκέψη μου· η σιωπή γύρω μου ήταν βαθιά: θέλησα τουλάχιστον να κάνω την ηχώ να μιλήσει σε τόπους όπου η ανθρώπινη φωνή δεν ακουγόταν πια, και φώναξα με όλη μου τη δύναμη: Λεωνίδα! Κανένα ερείπιο δεν επανέλαβε το σπουδαίο αυτό όνομα, και η Σπάρτη ακόμα φαινόταν να το έχει ξεχάσει…» (σελ. 87) 

Η μιζέρια των μικρών, αλλά και μεγαλύτερων κοινωνιών, καθώς και η εγκατάλειψη των μνημείων  επαναφέρουν τον συγγραφέα στην πραγματικότητα. Οι παρατηρήσεις του για τους Ελληνες, τους Τούρκους και τους Αλβανούς είναι χαρακτηριστικές και ρίχνουν φως στη δυναμική της κοινωνικής σύνθεσης της εποχής, ενώ φαίνεται ότι κάποια στοιχεία τους είναι διαχρονικά και επιβιώνουν ακόμα και κάτω από εντελώς διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες.   

Το «Οδοιπορικό» ξεχωρίζει για τη ζωντάνια της γραφής, το κομψό ύφος, που ταιριάζει στο είδος, και που του προσφέρει την απαιτούμενη αμεσότητα με τον αναγνώστη. Οι αναφορές σε κείμενα αρχαιοελληνικά και λατινικά, αλλά και σε έργα άλλων περιηγητών ολοκληρώνουν τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις μιας πολύπλευρης προσωπικότητας. Ο πρόλογος του Τάκη Θεοδωρόπουλου και το επίμετρο της μεταφράστριας υποστηρίζουν το απολαυστικό και αποκαλυπτικό κείμενο του Σατωβριάνδου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ