ΒΙΒΛΙΟ

Αντιήρωες μπλεγμένοι στην κρίση των Ιουλιανών

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ
Casa Μπιάφρα
εκδ. Πατάκη, σελ. 374

«Αλλά ξέρεις, δεν σ’ έφερα τόσο για να δεις την κοκορομαχία, όσο για να καταλάβεις τι είναι η πολιτική... Να πάρεις μια γεύση πώς δουλεύει ο αργαλειός. Γιατί η πολιτική είναι έτσι, αρένα, όμως πολύ πιο απάνθρωπη... Πιο κτηνώδης...». Η κοκορομαχία για την οποία μιλάει ο Κρέων ο Αράγιστος είναι μία από τις πιο σκληρές και αιματηρές σκηνές του βιβλίου, μια διαδικασία μύησης στην οποία υποβάλλεται ο Βλάσης Φωκάς, ο αμάθητος, νεαρός, μποέμ, ιδιοκτήτης της Casa Μπιάφρα, για να φέρει σε πέρας την ειδική αποστολή που επρόκειτο να αναλάβει στο νέο μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη.

Είμαστε στη Θεσσαλονίκη του 1965 και το «πλάνο» ανοίγει με την εικόνα του 23χρονου Βλάση, ξαπλωμένο στο ντιβάνι και «φτιαγμένο» με Μεταξά τριών αστέρων και χάπια Ντοριντέλ. Γύρω του κορίτσια κοιμούνται στρωματσάδα και στους κάτω ορόφους και το υπόγειο του «σαραβαλιασμένου» νεοκλασικού που στεγάζει το πρώτο κοινόβιο της Θεσσαλονίκης αράζουν «οι ξέμπαρκοι κι όσοι κι όσες ξέμειναν από όνειρα». Ο Κρέοντας, φτωχόπαιδο που έχει πιαστεί καλά, απατεώνας, οργανωμένος στην ΕΡΕ είναι φίλος του Βλάση που του υπόσχεται μεγάλα κόλπα και πολλά λεφτά. Οι δυο τους θα μπλέξουν σε μια κομπίνα στην Esso Pappas αλλά και στο πολιτικό κουβάρι των Ιουλιανών και θα πυροδοτήσουν εξελίξεις, την κατάληξη των οποίων δεν μπορούν να φανταστούν.

Ο Σκαμπαρδώνης, πιστός στην τοπιογραφία της Θεσσαλονίκης, μας μεταφέρει λίγους μήνες πριν τα Ιουλιανά σε ένα ρόλερ κόστερ που κατεβαίνει στη φτωχική γειτονιά των Καραγατσιών, ανεβαίνει στα γραφεία της κραταιάς εφημερίδας «Μακεδών» και σε συναντήσεις με ζάρια και πούρα, περνάει από το αμερικάνικο όνειρο της Esso Pappas, μπλέκεται σε πολιτικές και στρατιωτικές μηχανορραφίες, προτού συγκρουστεί με την πραγματικότητα και τον θάνατο του Σωτήρη Πέτρουλα. Γύρω από την παρέα της Μπιάφρας έρχονται και φεύγουν τυχοδιώκτες, γιεγιέδες και τεντιμπόηδες, παθολογικοί ψεύτες, γκαρσόνια που κλέβουν ποτά, Μπιούικ που μένουν στον δρόμο, κορίτσια καλών οικογενειών που ερωτεύονται αλήτες, «πεταξιές» με περιστέρια, κομπίνες, Αμερικάνοι διπλωμάτες, διευθυντές εφημερίδων και βουλευτές που χρηματίζονται.

Ο Σκαμπαρδώνης δημιουργεί έναν δικό του μυθιστορηματικό κόσμο –φτιαγμένο με κινηματογραφική συνταγή– από «ζωντανούς» αντιήρωες, πιόνια μιας μεταβατικής εποχής όπου το αίμα ζεσταίνει τους δρόμους και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή διακόπτεται από τη χούντα. Με την αργκό της εποχής και ανέκδοτα περιστατικά από την ιστοριογραφία της Θεσσαλονίκης, ο συγγραφέας δίνει βήμα και στους δεύτερους χαρακτήρες –μέλη μιας κοινοβιακής αφήγησης άλλωστε– και μας δείχνει με μαεστρία πώς η Ιστορία δρα πολλές φορές ερήμην μας και προπάντων εις βάρος μας. Οταν το καταλάβουμε είναι ήδη αργά.     

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ