Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Πηδήξαμε αιώνα!

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

There’s no business like show business. Ετσι είναι...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Για όσους διαμαρτυρόμαστε για τις δυσάρεστες εκπλήξεις που επιφυλάσσει στον απλό άνθρωπο ο βίος στην Ελλάδα, ιδού επιτέλους και η άλλη όψη του νομίσματος, μία ευχάριστη έκπληξη: από τον Παυλόπουλο στη Σακελλαροπούλου! Φαίνεται μικρό, αλλά δεν είναι. Ξαφνικά πηδήξαμε ολόκληρο αιώνα και παραπάνω, από το 1897 βρεθήκαμε στο 2020. Από τη φουστανέλα και την αγιαστούρα περάσαμε ξαφνικά στον σύγχρονο κόσμο. Μικρό είναι;

Καλύτερα δεν γίνεται, νομίζω. Πρόκειται για άριστη επιλογή και επί της ουσίας και για λόγους πολιτικής τακτικής. Κατ’ αρχάς, μια αυτοδημιούργητη, διακεκριμένη γυναίκα, με σύγχρονο πνεύμα και ανεξάρτητη κρίση, όπως η κ. Σακελλαροπούλου, είναι το καλύτερο που θα μπορούσε να συμβεί στον ίδιο τον θεσμό της προεδρίας, για να τον ανυψώσει (και αισθητικά ακόμη) μετά την περίοδο Παυλόπουλου. 

Στρατηγικά, η επιλογή της κ. Σακελλαροπούλου ενισχύει τη μεταρρυθμιστική ταυτότητα της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Δεν είναι απλό πράγμα η ανάδειξη μιας άξιας και πετυχημένης γυναίκας στο ύπατο αξίωμα της πολιτείας. Είναι ιστορικής σημασίας επιλογή (και ευκαιρία επίσης) υπέρ της ισότητας των δύο φύλων· και πιστώνεται στον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά και σε όσους θα υποστηρίξουν τη συγκεκριμένη επιλογή με την ψήφο τους.

Είναι επίσης κίνηση με τακτικά πλεονεκτήματα έναντι όλων των αντιπάλων στο πεδίο, εξωτερικών και εσωτερικών. Η κ. Σακελλαροπούλου προέρχεται πολιτικά από την τάση της ευρύτερης ανανεωτικής Αριστεράς που μετακινήθηκε σταδιακά προς την Κεντροαριστερά. Είναι πρόσωπο ανεπίληπτου ήθους και θεωρείται ανεξάρτητο πνεύμα. (Με τις εμμονές του, φυσικά, όπως όλα τα ανεξάρτητα πνεύματα...) Πόσο εύκολο θα είναι για το ΠΑΣΟΚΙΝΑΛ, ακόμη και για τον ΣΥΡΙΖΑ, να την καταψηφίσουν; Για τον ΣΥΡΙΖΑ θα το καταλάβαινα να αρνηθεί, διότι επέμενε λυσσαλέα και μέχρι τελευταίας ώρας υπέρ (μπορεί και κατά, δεν είμαι σίγουρος...) του κ. Παυλόπουλου. Και, επειδή τελικά κανείς δεν κατάλαβε αν υποστήριζε ή υπέσκαπτε τον Παυλόπουλο, μπορεί να θέλει να αποδείξει εκ των υστέρων τη γνησιότητα της στήριξής του, καταψηφίζοντας την κ. Σακελλαροπούλου. Αλλά το ΠΑΣΟΚΙΝΑΛ πώς θα αρνηθεί;

Ακόμη δυσκολότερη, όμως, γίνεται η θέση των εσωτερικών αντιπάλων του Κυριάκου. Οι ορκισμένοι Παυλοπουλικοί, εκείνοι που προειδοποιούσαν για «τεράστιο λάθος» αν δεν ανανεωνόταν η θητεία του κ. Παυλόπουλου, θα μπορούσαν ενδεχομένως να καταψηφίσουν μια άλλη, πολιτική υποψηφιότητα, επί τη βάσει της πολιτικής δράσης του προταθέντος προσώπου. Πώς θα καταψηφίσουν όμως μία άψογη και διακεκριμένη δικαστικό; Με ποιο πολιτικό επιχείρημα;

Η πολιτική δράση που μπορεί να είχε η ίδια στα φοιτητικά χρόνια της, ακόμη και οι πεποιθήσεις της σήμερα, δεν έχουν σημασία όταν μιλάει η σταδιοδρομία της και, βεβαίως, δεν είναι σοβαρός λόγος για να της αρνηθούν την ψήφο τους. Επειτα, η θέση «καταψηφίζω επειδή δεν είναι ο Παυλόπουλος» είναι ασφαλώς μια δυνατότητα, για όσους έχουν έμφυτη την τάση για το σανίδι. Είναι οπωσδήποτε μια έντιμη στάση, δεν είναι όμως πολιτική. Είναι παιδιαρίσματα και τσιλιμπουρδίσματα.

Συνεπώς, με βάση τα στυγνά κριτήρια του πολιτικού συμφέροντος, ο πρωθυπουργός είναι ο κερδισμένος της υπόθεσης. Ομως, με την ευρύτερη έννοια του συμφέροντος, που ίσως είναι πιο ουσιαστική, από την επιλογή της κ. Σακελλαροπούλου ως πρώτης γυναίκας προέδρου της Δημοκρατίας κερδίζουν όλοι: κατ’ αρχάς ο ίδιος ο θεσμός της προεδρίας και η αξία της ισότητας των δύο φύλων, έπειτα ο Μητσοτάκης προσωπικά, η κυβέρνηση στο σύνολό της, η Ν.Δ. ως κόμμα – κερδίζει όποιος υποστηρίξει την πρόταση, ακόμη και ο ΣΥΡΙΖΑ, αν το τολμήσει. Είναι μια ευκαιρία να κερδίσουμε ως χώρα· και, πολιτικά, είναι μια ευκαιρία ανοικτή σε όλους.

Ααα

Το ευτυχές για την κυβέρνηση ήταν ότι η έξαψη της ανακοίνωσης της υποψηφίας προέδρου από τον πρωθυπουργό σκέπασε την αναγνώριση του λάθους στο Μεταναστευτικό, διότι με αυτό ισοδυναμεί η αναδιάρθρωση των κυβερνητικών δομών για το Μεταναστευτικό.

Δεν ήταν λάθος η πολιτική στην οποία κατέληξε η κυβέρνηση, άλλωστε γι’ αυτό παραμένει η ίδια, με μόνη την προσθήκη των οικονομικών κινήτρων για τις τοπικές κοινότητες. (Τα περί «νέας πολιτικής» είναι απλώς επικοινωνιακά...) Το λάθος ήταν στη διοικητική διάρθρωση: δεν υπήρχε υπουργός στον οποίον να καταλήγει η ευθύνη (the buck stops, έλεγε η επιγραφή στο γραφείο του προέδρου Τρούμαν) και ο συντονισμός δεν μπορούσε να γίνεται από το γραφείο του πρωθυπουργού.

Ο μεν Αλκιβιάδης Στεφανής είναι «εξαίρετος» (έχει προτίμηση στη λέξη ο στρατηγός), αλλά δεν είναι ευέλικτος εκεί όπου τα καλώδια της κυβέρνησης μπερδεύονται. Εκεί όπου η ιεραρχία είναι ασαφής και δεν ξέρει από πού προέρχονται οι εντολές ή σε ποιον αναφέρεται, ο στρατηγός στέκεται και μένει προσοχή. Ηταν πολύ πολιτικός ώστε να διαπρέψει ως στρατιωτικός, αλλά είναι πολύ στρατιωτικός για να πετύχει το ίδιο στην πολιτική. Επειτα, ήταν ο Γιώργος Κουμουτσάκος. Είναι προφανές ότι είναι τόσο πολύτιμος σε αυτό που κάνει, ώστε η κυβέρνηση δεν θα διακινδύνευε την απώλειά του έστω και διά της προαγωγής...

Προτιμήθηκε, λοιπόν, ο Νότης Μηταράκης για τρεις λόγους. Πρώτον, επειδή ήταν ο μόνος από τους τοπικούς βουλευτές που υποστήριξε την κυβερνητική πολιτική αψηφώντας το πολιτικό κόστος και αποτελεσματικά. Δεύτερον, επειδή έχει τη διάθεση και την ενέργεια να αναλάβει ένα πόστο που είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα τον φθείρει. (Από την άλλη πλευρά, ο Γ. Βρούτσης ξεφορτώνεται έναν υφυπουργό χωρίς αρμοδιότητες, τον οποίον δεν είχε συναντήσει ποτέ...) Τρίτον, επειδή ο Κυριάκος, ως μελετητής του Αβραάμ Λίνκολν, έχει μια αδυναμία στις συνεργασίες με παλιούς αντιπάλους.

Τώρα, τι θα κάνει ο Μηταράκης ως υπουργός αρμόδιος για το σοβαρότερο πρόβλημα της χώρας; Τι να σας πω... Φορώ το κράνος της μοτοσικλέτας που είχα κάποτε (θα βρίσκεται σε κάποιο ντουλάπι), κρύβομαι πίσω από τον καναπέ, περιμένω και εύχομαι να διαψευσθώ...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ