ΠΟΛΗ

Σπιτάκια σαν παιχνίδια στα παλιά Κουντουριώτικα

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Στην οδό Κόνιαρη 36, κοντά στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, επιζούν ελάχιστες μικρές μονοκατοικίες. ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Μικροί κύβοι, ακόμη και αν είχαν σκεπές, τα παλιά σπιτάκια στους λόφους της Αθήνας και στις επεκτάσεις της στη χέρσα γη, θυμίζουν παιχνίδια ριγμένα από ψηλά. Τα αναζητώ όπου τα βρω, λείψανα ενός τρόπου ζωής δύσκολου στην καθημερινότητά του, αλλά δίχως αμφιβολία πολλαπλά γοητευτικού για την κατανόηση σήμερα της αλλοτινής Αθήνας. Εκανα την ωραία βόλτα από το Μέγαρο Μουσικής ώς το γήπεδο του Παναθηναϊκού. Μια Αθήνα, αστικοποιημένη από το 1960 και μετά, οριοθετημένη από τις πλαγιές του Λυκαβηττού που κατρακυλούν στα άλλοτε χωμάτινα σοκάκια ώς το μεγάλο άνοιγμα της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Παρά την εξαφάνιση της παλιάς προσφυγικής συνοικίας, παρά το χτίσιμο τόσων οικοπέδων εκεί, όπου κάποτε, ήδη από τον 19ο αιώνα, κάποιοι ονειρεύονταν δημόσιο πάρκο, επιζεί η ιδιαίτερη αύρα του τόπου. Ποιος είναι αυτός ο τόπος, αναρωτιόμουν καθώς ανηφόριζα εκείνη την όμορφη, χειμωνιάτικη μέρα, με υπέρλαμπρη λιακάδα, που έκανε το χορτάρι του Λυκαβηττού, έναν κόσμο από μόνο του, πράσινο ασπαίρον, τρυφερό, ζωντανό σαν ένας διακριτικός συνοδός στα βήματά μου.

Στα Κουντουριώτικα, σε όλη αυτήν την ιστορική περιοχή, που σαρώθηκε μεταπολεμικά, και μαζί έφυγαν τα προσφυγόσπιτα με τις αυλές και τις λίγες ανέσεις, βλέπει κανείς ακόμη τα θραύσματα μιας άλλης εποχής. Λίγα απέμειναν. Στην εκβολή τους, προς το γήπεδο του Παναθηναϊκού, βλέπει κανείς απέναντι τις ναυαρχίδες της προσφυγικής μνήμης της Αλεξάνδρας, αλλά στις πυκνές συστάδες προς τον Λυκαβηττό, ανάμεσα σε πολυκατοικίες, ορισμένες ήδη με πολλά χρόνια στην πλάτη τους, βλέπει κανείς τους μικρούς κύβους, αυτά τα σπίτια-παιχνίδια, να επιζούν σκιές του εαυτού τους. Κάποια είναι νοικοκυρεμένα. Στάθηκα να ζυγίσω τις όμορφες αναλογίες της μονώροφης μονοκατοικίας στην οδό Κόνιαρη 22, με τις καφετιές αρ ντεκό εξώθυρες, μια περισσότερο αστική εκδοχή των μικρών σπιτιών της εποχής. Πίσω και προς το γήπεδο, αγροί, σαν να είσαι σε μια μακρινή επαρχία, αν δεν έβλεπες απέναντι ή πέρα τα ψηλά κτίρια.

Στην Κόνιαρη 15 βρίσκεται κατά οξύμωρο τρόπο το ωραίο βιοκλιματικό κτίριο του Αλέξανδρου Τομπάζη, αλλά λίγο πιο κάτω, έτσι όπως ανέβαινα είχα δει όψεις της προπολεμικής Αθήνας. Εκεί, στις ανηφόρες, θα δείτε και ένα δρομάκι που φέρει την ονομασία οδός Ωρολογά, ένα δρομάκι ξεχασμένο από τον Θεό, με δυο μικρά σπίτια, ανεβαίνοντας αριστερά. Είναι ακατοίκητα, το ένα με τη στέγη χορταριασμένη. Οι αυλές γεμάτες άχρηστα αντικείμενα, εξ όσων μπορούσα να δω από τη σιδερένια καγκελόπορτα. Η Ωρολογά σε βγάζει στον περιφερειακό, σε ένα σημείο όπου ένα χάλασμα φέρει περήφανο γκράφιτι για τη Θύρα 13. Δεξιά, η Κόνιαρη που βγάζει στην ευθεία της στην Αλεξάνδρας, διασώζει σε εκείνο το κομμάτι μερικά από τα μικρά σπίτια που μας λένε πώς ήταν κάποτε η περιοχή. Με γοήτευε η αίσθηση του αγρού που είχαν οι αυλές και οι πίσω όψεις αυτών των σπιτιών. Αν άπλωνες το χέρι ένιωθες ότι θα αγγίξεις το γήπεδο, αλλά η χέρσα γη ήταν πλούσια, ποτισμένη από τις βροχές του χειμώνα, με πυκνή χλόη, φυσική, δημώδη, αταξινόμητη. Σαν τα σπιτάκια. Σε μια καγκελόπορτα, ενός σπιτιού βουτηγμένου σε ένα ροζ και γκρι χρώμα, στο 36 της Κόνιαρη, στάθηκα να παρατηρήσω την καγκελόπορτα στον γνωστό τύπο που απαντάται στα συνοικιακά και προσφυγικά σπίτια. Περίτεχνο λοφίο, έλικες και ροζέτες, και πίσω, πέρα στο βάθος, ο αγρός των Κουντουριώτικων, δυο βήματα από την Αλεξάνδρας. Ενιωθες ότι ήσουν σε μια πλαγιά μιας μικρής πόλης, με χωράφια υπό αμφισβήτηση, με κατοίκους ταξιδεμένους πια, με τσιμέντα υγρά στις αυλές, με παντζούρια σκεβρωμένα. Υπήρχε όμως μια γλύκα. Εβγαινε από τη γη, χυνόταν έξω από χαραμάδες, φούντωνε η χλόη σε γείσα και στραβοβαλμένα κεραμίδια. Ηταν ένας κόσμος μέσα στον κόσμο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη