Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Ο Ντάνιελ, εγκληματίας και άγιος...

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

«Τα αποβράσματα τα καταλαβαίνω αμέσως», λέει ένας αστυνομικός στον απείθαρχο Ντάνιελ που επιμένει να καπνίζει μέσα στο πούλμαν. Ελεύθερος υπό όρους από το αναμορφωτήριο, ταξιδεύει σε μια κωμόπολη για να δουλέψει στο εργοστάσιο ξυλείας της περιοχής. Στο πρώτο, περίπου, δεκάλεπτο της πολωνικής ταινίας «Corpus Christi» του Γιαν Κομασά ο σκηνοθέτης έχει συνοψίσει το ουσιώδες της ανθρώπινης συνθήκης. Ο εικοσάχρονος Ντάνιελ, (χαρισματικός πρωταγωνιστής ο Μπαρτόζ Μπιελένια), βιώνει μια εσωτερική αλλαγή στη διάρκεια του εγκλεισμού του. Θέλει να γίνει ιερέας, βαδίζοντας στα ίχνη του κληρικού της φυλακής, ο οποίος αποτελεί γι’ αυτόν έμπνευση και παρηγοριά. Πληροφορείται, όμως, ότι είναι αδύνατον να τον δεχθεί οποιαδήποτε ιερατική σχολή λόγω του ποινικού μητρώου του.

Πηγαίνοντας προς το ξυλουργείο μία σειρά συμπτώσεων και ανατροπών τον φέρνει αντιμέτωπο με την επιθυμία του. Ο εφημέριος της κωμόπολης ασθενεί και «αναγκάζεται» να τον αντικαταστήσει. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Η τοπική κοινωνία μοιάζει να ακολουθεί τη συνήθη επαρχιακή ρουτίνα, όμως πολύ γρήγορα αποκαλύπτεται ότι την ταλανίζει ένα τραγικό συμβάν: επτά νέοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε μετωπική σύγκρουση. Ο οδηγός που ευθύνεται –υποτίθεται– για τον θάνατό τους είναι ένας μέθυσος, αποσυνάγωγος αυτός και η «πόρνη» (όπως την αποκαλούν) γυναίκα του, η οποία ζει απομονωμένη. Ο νεκρός-υπαίτιος δεν έχει ταφεί μαζί με τους υπόλοιπους, με απόφαση του εφημέριου. Το άσβεστο μίσος και ο ατιθάσευτος πόνος πνίγουν τις οικογένειες των νεκρών. Ο νέος αυτόκλητος ιερέας αναλαμβάνει δράση και με τα κηρύγματά του προσπαθεί σκληρά να ενώσει τα ρήγματα, να προκαλέσει την κάθαρση των ψυχών, να εκτονώσει τα αποστήματα. Και έχει τον τρόπο του. «Είμαι δολοφόνος» δηλώνει, απευθυνόμενος στους πιστούς ύστερα από μια λειτουργία. Ακολουθεί σύντομη παύση, κι αφού αφήσει να πλανηθούν η ταραχή και η απορία, δίνει στην πραγματικότητα τη διάσταση της παραβολής. Αλλεπάλληλοι φόνοι συντελούνται καθημερινά με τη σκέψη, στο μυαλό κάθε ανθρώπου. Ουδείς αναμάρτητος, λοιπόν. Το σενάριο (Ματέους Πάσεβιτζ) είναι βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα. Και ο υπερβατικός, μερικές φορές, μετασχηματισμός τους είναι και πάλι πραγματικός. Ακόμη και στην παραφορά των κηρυγμάτων, στην αναπόφευκτη θεατρικότητα που κάνει τα λόγια ελκυστικά και ανοίγει διόδους στο υποσυνείδητο, οι ιστορίες δεν παρεκκλίνουν από τα συμβάντα.

Ο Ντάνιελ κάνει πράξη το μότο του ιερέα των φυλακών: «Δεν είμαι εδώ για να προσευχηθώ μηχανικά», λέει ο πατήρ Τόμας. Και προχωράει ένα βήμα παραπέρα, δίνοντας περιεχόμενο στην προσευχή: «Συγχωρώ δεν σημαίνει ξεχνώ. Σημαίνει αγαπώ. Αγαπώ κάποιον παρά την ενοχή του. Οποια κι αν είναι η ενοχή». Ο Ντάνιελ πάσχει και συμπάσχει. Είναι εγκληματίας και άγιος, θύτης και θύμα, τιμωρός και ελεήμων, άνθρωπος και δαίμονας μαζί. Βίαιος, αμείλικτος και την ίδια στιγμή αδιάγνωστος, σιωπηλός. «Η σιωπή είναι προσευχή», πιστεύει.

Η πρεμιέρα του «Corpus Christi» (συνεχίζεται η προβολή της στις αίθουσες, συμπεριλαμβάνεται, πλέον, και στην πεντάδα των υποψήφιων για Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας) δόθηκε, πριν από 10 ημέρες, στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Κορυδαλλού «Γεώργιος Ζουγανέλης» που στεγάζεται στο σωφρονιστικό κατάστημα. Περίπου 100 άνδρες κρατούμενοι, οι θεατές της. Στα 110 λεπτά που διαρκεί δεν ακουγόταν ούτε ανάσα. Το προγραμματισμένο διάλειμμα δεν έγινε, κανένας δεν αποχώρησε, στο τέλος πολλοί θέλησαν να πάρουν τον λόγο. Πώς είναι, άραγε, όταν η οθόνη γίνεται, προς στιγμή, προέκταση της αίθουσας, αντανάκλαση πράξεων, αντιλήψεων, συγκρούσεων (σώμα με σώμα), διαθέσεων, σκέψεων; Οταν ο Ντάνιελ ενσωματώνει αλήθειες, αναπηρίες, το μεγαλείο και τη συντριβή, τη δύναμη και την αδυναμία κάθε ανθρώπινης ύπαρξης;

Στα πρώτα πλάνα του αναμορφωτηρίου, στην αίθουσα διδασκαλίας και προσευχής, σε ένα ταμπλό είναι αναρτημένες οι λέξεις: πόνος, οργή, βία, αγάπη, οικογένεια, και, πιο απομακρυσμένη, η αποκάλυψη. Ο εγκλεισμός έχει τα δικά του κεφάλαια. Οι 100 κρατούμενοι/θεατές, το γνωρίζουν. Η διαδρομή του ήρωα έχει ανάσες αλλά και νομοτέλειες, ο βίος του είναι χαρακτηρισμένος και, γι’ αυτό, εν μέρει προκαθορισμένος. Πόσο μπορεί κανείς να αλλάξει το «μητρώο» του; Οι ζωές των ανθρώπων όσο απέχουν, άλλο τόσο και μοιάζουν μεταξύ τους. Οι διαδρομές διαφέρουν, τα ερωτήματα παραμένουν κοινά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ