ΜΟΥΣΙΚΗ

«Μεγάλωσαν» και μιλάνε ελληνικά

ΝΙΚΟΛΑΣ ΖΩΗΣ

Από αριστερά προς τα δεξιά: η Sugahspank!, η Μόνικα, ο Εισβολέας, η Nalyssa Green και ο Prins Obi, αν και μουσικά ετερόκλητοι, δοκιμάζονται στον ελληνικό στίχο, είτε στο πλαίσιο του είδους που υπηρετούν είτε ως μέρος μιας τάσης που μοιάζει να διαμορφώνεται στην εγχώρια, «δυτικότροπη» δισκογραφία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δεν είναι βέβαιο πότε ακριβώς ξεκίνησαν όλα. Iσως να μην υπάρχει καν απαρχή σε τέτοια αδιόρατα, πολιτισμικά φαινόμενα. Από τη στιγμή δηλαδή που μια μικρή χώρα της Μεσογείου αρχίζει να ανοίγεται στις μουσικές επιρροές της δυτικής ποπ κουλτούρας, η δισκογραφική παραγωγή της περιλαμβάνει προφανώς τραγούδια γραμμένα είτε στην ντόπια γλώσσα είτε σε εκείνη των «γιεγιέδων».

Στην Ελλάδα λ.χ. του ’60 και του ’70, υπήρχαν και οι Aphrodite’s Child και οι Olympians. Οι νέοι τής εποχής μπορεί να άκουγαν πότε τους Socrates Drank the Conium και πότε τους Πελόμα Μποκιού. Η δεκαετία του ’80 ήταν επίσης μεικτή, με μπάντες που μιλούσαν πότε την αγγλική, όπως στην περίπτωση των South of No North και των Last Drive και πότε τη μητρική τους, όπως οι Χωρίς Περιδέραιο, οι Metro Decay και άλλοι. Ακόμα και όταν στη δεκαετία του ’90 ο ελληνικός στίχος έμοιαζε να κυριαρχεί, με τις Τρύπες, τα Ξύλινα Σπαθιά και τους Στέρεο Νόβα στα ντουζένια τους, οι μπάντες όπως οι Closer και οι Echo Tattoo κρατούσαν ψηλά το λάβαρο του αγγλικού στίχου. Ο 21ος αιώνας μπήκε με σάουντρακ το πολυτραγουδισμένο Flood των Raining Pleasure, όχι όμως ότι δεν θα γεύονταν εμπορική επιτυχία και οι Κόρε Υδρο.

Η τάση που επιχειρούμε να ψηλαφήσουμε εδώ, έχει να κάνει με μια κάποια εξάπλωση του ελληνικού στίχου, ακόμα και από καλλιτέχνες που ξεκίνησαν με αγγλικό. Και η αλήθεια είναι ότι κάτι αντίστοιχο είχε εντοπίσει προ πενταετίας ο σταθερά ελληνόφωνος και σπάνιος στο είδος του The Boy, αναρτώντας διαδικτυακά ένα αξιομνημόνευτο κείμενο στο οποίο έκανε λόγο για «κάτι νέο και σημαντικό που συμβαίνει στην ελληνική μουσική».

Iσως η πιο πρόσφατη σχετική είδηση είναι ότι το άλμπουμ που ετοιμάζει η Sugahspank! είναι γραμμένο όχι στη γλώσσα που ταίριαζε γάντι στη funk και soul χροιά της φωνής της, αλλά στα ελληνικά. Δεν αισθάνεται ότι έκανε στροφή. «Απλώς μεγάλωσα και ένιωσα την επιθυμία να πάρω την ευθύνη των στίχων μου. Είναι εύκολο να λέω βλακείες σε ξένη γλώσσα. Στη δική μου όμως, αναγκάζομαι να προσέχω διπλά τι λέω». Το ίδιο ισχύει με ένα τρόπο και για όσους παρατηρούν την πορεία της γενιάς της. «Oσοι πετύχαμε μέσω αγγλόφωνου, έχουμε ακούσει άπειρες φορές την ατάκα “πολύ καλό για ελληνικό” – λες και το ελληνικό είναι αναπηρία. Νομίζω λοιπόν ότι ως γενιά θέλουμε να αποενοχοποιηθούμε από τα κόμπλεξ κατωτερότητας του Eλληνα, που μέχρι πρόσφατα μεταμφιεζόταν ως ανωτερότητα, και να αποδεχθούμε τον εαυτό μας». Είναι δύσκολο; «Η ελληνική είναι σαφώς πιο ποιητική και αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι», λέει η μουσικός. «Είναι εύκολο να ξεφύγεις και να ακουστείς γλυκερός, μελοδραματικός. Η ελληνική απαιτεί να νιώσεις, για αυτό υπάρχει ένα μόνιμο “αχ” στη μουσική μας».

Σε δύο βδομάδες, η Sugahspank!, μαζί με τις Lou is και Nalyssa Green, θα παρουσιάσουν στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ένα αφιέρωμα στον Λέοναρντ Κοέν. Η τρίτη της παρέας ξεκίνησε επίσης από τον αγγλικό στίχο. Μέχρι που το 2018 ήρθε ο δίσκος «Μπλουμ», με τραγούδια σαν το «Αιγάλεω» ή το «Κρεβάτι». Μιλώντας για τη μετάβασή της, η Nalyssa Green χρησιμοποιεί τη φράση «κατάφερα να γράψω στα ελληνικά». Συνάντησε δηλαδή δυσχέρειες; «Η ελληνική γλώσσα ταιριάζει πιο δύσκολα με το είδος της μουσικής που παίζω και είναι πιο δυτικότροπο. Επίσης, όταν εκφράζεσαι στα ελληνικά, πέφτουν όλες οι μάσκες και τα τείχη μεταξύ πομπού και δέκτη, κάτι που είναι τρομακτικό αλλά και υπέροχο». Δεν αισθάνεται μόνη: κατά τη γνώμη της, υπάρχει πράγματι κάτι σαν τάση προς τον ελληνικό στίχο και οι αιτίες ίσως εντοπίζονται στο μεγάλωμα μιας γενιάς που, ενώ στα είκοσι-κάτι της ήθελε να ξεχωρίσει, πλέον, μεταξύ τριάντα και σαράντα ετών, επιθυμεί να νιώσει «μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, ακούγοντας τους άλλους, μιλώντας τη γλώσσα τους». Πρόκειται για μια συζήτηση φαινομενικά απλή: «στους στίχους κυριαρχεί η πόλη, η καθημερινότητα»,  λέει η Nalyssa. «Oχι τα υπερβατικά θέματα. Ούτε οι μεγαλοστομίες».

Μπορεί κανείς να το καταλάβει ακόμα και από τα ονόματα των συγκροτημάτων και των τραγουδιών: Κτίρια τη νύχτα, Οδός 55, Ηχοτοπία, Μοναχικοί Ταξιδιώτες, οι «Aσχημοι δρομοι» των Σούπερ Στέρεο, το «Σαν ιχθύς» των Παιδί Τραύμα και Κίκα, το «Οντως φιλιούνται;» της Δεσπονίδος Τρίχρωμης, η «Οθόνη» των BAZOOKA είναι μόνο μερικά από αυτά. «Η γλώσσα, βέβαια, δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι απλώς ένα άταστο όργανο», λέει ο Prins Obi που με τους αγγλόφωνους Baby Guru κυκλοφόρησαν το 2014 ένα κομμάτι ονόματι Exegesis, με στίχους και στις δύο γλώσσες. Το 2018 κυκλοφόρησε με τους Dream Warriors ένα επίσης γλωσσικά ημίαιμο άλμπουμ και όπως διαπίστωσε κι εκείνος, με τη μητρική σου γλώσσα δεν παίζεις: «Δεν έχεις πού να κρυφτείς», λέει. «Αν γράψεις ανοησίες σκάνε στη μούρη σου. Δεν υπάρχει το καταφύγιο της αγγλικής και μπορεί να εκτεθείς».

Κάτι τέτοια ίσως είχαν κατά νου περίπου τρία χρόνια πριν εκείνοι που αναρωτιούνταν αν η «Στάλα» της αγγλόφωνης Μόνικα ήταν ένα καλό τραγούδι. Η μουσικός πάντως κυκλοφόρησε πρόσφατα το «Ο κήπος είναι ανθηρός» γιατί ένιωσε την ανάγκη να μοιραστεί με τον κόσμο κάποια τραγούδια που έγραφε κατά καιρούς στα ελληνικά. Από μικρή λέει, μελετούσε Ελύτη και Σεφέρη, αν και ο αγαπημένος της ήταν πάντοτε ο Γκάτσος. Και φαίνεται να συμφωνεί όταν η συζήτηση φτάνει στις νέες δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει: «Η ελληνική γλώσσα είναι τόσο πλούσια που δεν σου αφήνει περιθώρια συμβιβασμού στην έκφραση», λέει. «Ο,τι νιώθουμε, ό,τι σκεφτόμαστε μπορεί επ’ ακριβώς να εκφραστεί μέσα από την ελληνική γλώσσα. Οπότε εκεί χρειάζεται αληθινή τέχνη, μαστορική δεξιοτεχνία ώστε να προκύψει κάτι όμορφο και διαχρονικό».

Το χιπ χοπ

Φυσικά, ένα κομμάτι της εγχώριας παραγωγής, σχεδόν κυριαρχείται ανέκαθεν από τον ελληνικό στίχο. Ο λόγος για το χιπ-χοπ που, όπως λένε όσοι ξέρουν, δεν νοείται σε άλλη γλώσσα από εκείνη της κοινότητας που το παράγει. Ενας από τους εγχώριους εκπροσώπους της, ο Εισβολέας, κυκλοφόρησε πρόσφατα τα «Αμερικάνικα» (μαζί με τον Μάριο Νταβέλη), σαρκάζοντας κατά κάποιο τρόπο όσους πατάνε σε δύο πολιτισμικές βάρκες: αυτή η τάση μάλλον εκπροσωπείται από τα πρόσφατα κομμάτια του υποείδους της trap. «Ρυθμικά μιλώντας», λέει ο Εισβολέας, «η ελληνική δεν βολεύει, γιατί δεν διαθέτει πολλές δισύλλαβες λέξεις. Αν όμως γνωρίζεις μερικές παραπάνω, τότε μπορείς να είσαι εκφραστικά πλούσιος».  Το τι θα επικρατήσει στο μέλλον, δεν το ξέρει κανείς. Ακόμα και η όποια τάση κυριαρχεί στο παρόν, χρειάζεται μερικά χρόνια για να αποτιμηθεί. Ισως όμως τελικά, σημασία δεν έχει η χώρα προέλευσης. «Αυτό που με ενδιαφέρει, είναι η ειλικρίνεια, ένα έργο που δεν είναι προσχηματικό», λέει η Nalyssa. Ο Prins Obi, προσυπογράφει: «Ειλικρίνεια θέλω. Ειλικρίνεια και έμπνευση από ανθρώπους που ακολουθούν το όραμά τους χωρίς εκπτώσεις». 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ