ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στο πάρκινγκ ενός εστιατορίου στην πόλη Σαν Κριστομπάλ της Βενεζουέλας, ο Χ. κατάλαβε ότι οι ημέρες του ήταν πλέον μετρημένες. Επρόκειτο να γευματίσει με την οικογένειά του, όταν μια μηχανή σταμάτησε πλάι τους, ένας άντρας ξεπέζεψε, του κόλλησε το πιστόλι στον κρόταφο και απαίτησε τον φορητό υπολογιστή που ήταν κρυμμένος στη θήκη του αυτοκινήτου. Είχαν προηγηθεί απειλητικά τηλεφωνήματα στο σπίτι τους, επειδή ο Χ. και η σύζυγός του, διαχειριστές του προϋπολογισμού σε κοινοτικό συμβούλιο, κατήγγειλαν την αιφνίδια μείωση των κρατικών κονδυλίων που αναλογούσαν στον τόπο τους. Μέχρι τότε, όμως, κανείς δεν είχε στρέψει όπλο εναντίον τους. Ηταν μια απειλή που δεν μπορούσαν να αγνοήσουν.

Εγκατέλειψαν τη Βενεζουέλα τον Νοέμβριο του 2012 και μέσω Ρώμης έφτασαν ως τουρίστες στην Ελλάδα μαζί με τα τρία τους παιδιά. Στην Αθήνα τούς περίμενε ένας παλιός φίλος. Βρήκαν δουλειές εδώ, απέκτησαν δύο ακόμη παιδιά και τον Αύγουστο του 2017 υπέβαλαν αίτημα ασύλου, το οποίο απορρίφθηκε σε πρώτο βαθμό. Επειτα από προσφυγή τους η υπόθεση επανεξετάστηκε σε δεύτερο βαθμό και στα τέλη Ιουνίου 2019 κρίθηκε ότι δικαιούνται να ενταχθούν σε καθεστώς επικουρικής προστασίας.

Οι εξελίξεις στη μακρινή Βενεζουέλα επί σειράν ετών αποτέλεσαν ζήτημα αντιπαράθεσης στην Ελλάδα μεταξύ της πρώην κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης της Νέας Δημοκρατίας, με τις δύο πλευρές να αλληλοκατηγορούνται για πολιτική εκμετάλλευση του θέματος. Στην απόφαση της 7ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών για την οικογένεια του Χ., την οποία έχει στη διάθεσή της και παρουσιάζει αποκλειστικά η «Κ», αποτυπώνεται γλαφυρά η κατάσταση στην «κάποτε πιο πλούσια χώρα της Νοτίου Αμερικής». Στο 20σέλιδο έγγραφο γίνονται αναφορές στον υποσιτισμό των κατοίκων, στις ελλείψεις φαρμάκων και στη μαζική μετανάστευση, η οποία «αγγίζει σε αριθμούς τη συριακή προσφυγική κρίση».

Σύμφωνα με όσα υποστήριξε ο Χ. στη δευτεροβάθμια επιτροπή, στη Βενεζουέλα εργαζόταν ως τοπογράφος. Η «Κ» δεν δημοσιεύει το πλήρες όνομά του, την ηλικία του ή το πού βρισκόταν η κατοικία του, για την προστασία της οικογένειάς του. Βάσει των ισχυρισμών του, το 2007 εξελέγη πρώτη φορά στο κοινοτικό συμβούλιο της περιοχής του, εκτελώντας χρέη γραμματέα αρχικά και ταμία μετέπειτα. Στις επόμενες εκλογές έλαβε μια θέση και η σύζυγός του. Τα κοινοτικά συμβούλια είχαν θεσπιστεί με νόμο τού τότε προέδρου της χώρας, Ούγκο Τσάβες, και ο Χ. είχε ενθουσιαστεί με το εγχείρημα. Θεωρούσε την ιδέα «επαναστατική», μια ευκαιρία για να δοθεί «περισσότερη δύναμη στον λαό».

Στη μικρή επαρχία του, όμως, δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν όλοι στα νέα τους καθήκοντα. Οπως υποστήριξε ο Χ., ο πρώτος ταμίας του κοινοτικού συμβουλίου ήταν ένας ηλικιωμένος που δεν ήξερε να γράφει. Το 2011, κατά τους ισχυρισμούς του, άρχισαν τα προβλήματα. Οποτε ζητούσαν χρήματα για να καλύψουν τον προϋπολογισμό δημοσίων έργων, δεν τους απέδιδαν όλο το ποσό. Υπέβαλε σχετική καταγγελία στον συντονιστή των κοινοτικών συμβουλίων. Η κίνησή του δεν απέδωσε. Ο συντονιστής φέρεται να του ζήτησε να κρατήσει χαμηλούς τόνους και να συμβιβαστεί με όσα χρήματα του έστελναν. Ο Χ. έκρινε ότι έπρεπε να ακουστεί η φωνή του ψηλότερα στην ιεραρχία.

Παράπονα στον πρόεδρο

Τις Κυριακές ο Τσάβες είχε ένα τηλεοπτικό και ραδιοφωνικό πρόγραμμα στο οποίο απλοί πολίτες μπορούσαν να συνομιλήσουν απευθείας μαζί του και να υποβάλουν τις καταγγελίες τους. Ο τίτλος της εκπομπής ήταν «Alo Presidente». Ο Χ. δημοσιοποίησε εκεί το παράπονό του και ακολούθησαν απειλές. «Ξέρουμε πού ζείτε, σταματήστε τις καταγγελίες», υποστήριξε ότι του είπαν άγνωστοι στο τηλέφωνο τις επόμενες μέρες.

Πλάνα από την εκπομπή «Alo Presidente» που είχε καθιερώσει ο Τσάβες στη Βενεζουέλα. 

Μετά τη φυγή τους από τη Βενεζουέλα και την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα, ο Χ. και η σύζυγός του παρατηρούσαν ότι οι συνθήκες στην πατρίδα τους χειροτέρευαν. Οπως υποστήριξαν στη δευτεροβάθμια επιτροπή, οι συγγενείς τους ήταν πλέον υποσιτισμένοι. Ο Χ. ανησυχούσε ότι εάν επέστρεφε θα τον συλλάμβαναν στο αεροδρόμιο. Φοβόταν ότι παραμένει στοχοποιημένος, ότι το όνομά του μπορεί να βρίσκεται σε κάποια μαύρη λίστα ατόμων τα οποία ετοιμάζουν κίνημα κατά της κυβέρνησης.

Η δευτεροβάθμια επιτροπή που κλήθηκε να εξετάσει τους ισχυρισμούς του Χ. και της συζύγου του αποτελείται από τρία μέλη, δύο δικαστικούς και έναν νομικό, εκπρόσωπο της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Οπως έκριναν, δεν συντρέχουν οι απαιτούμενοι λόγοι για να αναγνωριστούν ο Χ. και τα μέλη της οικογένειάς του ως πρόσφυγες στην Ελλάδα. Η ληστεία στο πάρκινγκ του εστιατορίου, την οποία επικαλέστηκαν οι προσφεύγοντες, κρίθηκε ως ένα μεμονωμένο συμβάν. Κατά την επιτροπή, δεν δόθηκαν επαρκείς διευκρινίσεις για τους κινδύνους που αντιμετωπίζει ο Χ. και η οικογένειά του και ο ισχυρισμός της δίωξης λόγω πολιτικών πεποιθήσεων δεν έγινε δεκτός.


Βάσει των διατάξεων της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του Π.Δ. 141/2013: «Ως πρόσφυγας νοείται κάθε πρόσωπο που έχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων, βρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας είναι πολίτης και δεν δύναται, ή λόγω του φόβου αυτού δεν επιθυμεί, να απολαύσει την προστασία της χώρας αυτής».

Ωστόσο, η επιτροπή δεν μπόρεσε να αγνοήσει τις συνθήκες διαβίωσης που επικρατούν πλέον στη μακρινή χώρα της Λατινικής Αμερικής. Επικαλούμενη δημοσιεύματα διεθνών ΜΜΕ και εκθέσεις διεθνών φορέων και οργανισμών, η δευτεροβάθμια επιτροπή διαπιστώνει ότι η Βενεζουέλα «έχει πλέον καταρρεύσει σε οικονομικό, θεσμικό και κοινωνικό επίπεδο». Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά στην άνοδο του πληθωρισμού, στην πολιτική αστάθεια και στη «ζοφερή εικόνα ενός κατεστραμμένου συστήματος Υγείας», το οποίο «άλλοτε ήταν εντυπωσιακό».


Στον νόμο 4375/2016 ορίζεται ότι: Ολες οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας, περιλαμβανομένων των συνόρων ή στις ζώνες διέλευσης της χώρας, εξετάζονται αρχικά ως προς την υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα και, εφόσον δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, εξετάζονται ως προς την υπαγωγή σε καθεστώς επικουρικής προστασίας.

Σύμφωνα με την απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατόπιν εισήγησης του μέλους της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, λόγω της έντονης ανθρωπιστικής κρίσης συντρέχουν οι λόγοι για την υπαγωγή του Χ. και της οικογένειάς του σε καθεστώς επικουρικής προστασίας.

«Πρόκειται για μια πρωτοποριακή απόφαση», λέει στην «Κ» ο δικηγόρος Στάθης Πουλαράκης, ο οποίος ασχολείται με υποθέσεις ασύλου. «Παραδοσιακά η παραβίαση δικαιωμάτων, όπως η εργασία ή η υγεία, δεν αποτελούσε από μόνη της “δίωξη”. Σήμερα, πλέον, έχει αρχίσει να γίνεται δεκτό ότι όταν αυτή αγγίζει τα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή είναι αποτέλεσμα της παντελούς αδιαφορίας του κράτους, τότε μπορεί να οδηγήσει σε διεθνή προστασία».

«Μικρό Καράκας»

Η επικουρική προστασία που χορηγήθηκε στον Χ. και στην οικογένειά του τους δίνει δικαίωμα παραμονής στη χώρα για τρία χρόνια, κοινωνική ασφάλιση, δυνατότητα πρόσβασης στην παιδεία και στην αγορά εργασίας. Από τη δευτεροβάθμια επιτροπή αξιολογήθηκε, μεταξύ άλλων, και το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες «έχουν ενταχθεί ποικιλοτρόπως στην ελληνική κοινωνία» και κρίθηκε ότι τυχόν επαναπροώθησή τους στη χώρα τους θα συνιστούσε παραβίαση διεθνών συμβάσεων από την Ελλάδα.

Σύμφωνα και με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Ασυλο (EASO), ακόμη κι αν οι πολίτες της Βενεζουέλας δεν αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες (ο βαθμός αποδοχής των σχετικών αιτήσεων παραμένει πανευρωπαϊκά πολύ χαμηλός, σε ποσοστό που δεν ξεπερνάει το 3%), εντούτοις σε αρκετούς χορηγείται το τελευταίο διάστημα σχεδόν αυτόματα επικουρική προστασία για ανθρωπιστικούς λόγους.

Από τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα της EASO, καταγράφεται τα τελευταία χρόνια μεγάλο κύμα φυγής από τη χώρα της Λατινικής Αμερικής προς την Ευρώπη. Εως και τον Οκτώβριο του 2019 εκκρεμούσαν σε πρώτο βαθμό πανευρωπαϊκά 40.093 αιτήματα ασύλου υπηκόων της Βενεζουέλας. Οι περισσότεροι εξ αυτών εγκαθίστανται στην Ισπανία, όπου αποτελούν πλέον την τρίτη πιο πολυπληθή ομάδα αιτούντων άσυλο μετά τους Σύρους και τους Αφγανούς. Επιλέγουν αυτή τη χώρα ως τελικό προορισμό κυρίως λόγω γλώσσας. Εκτιμάται ότι περίπου 300.000 Βενεζουελανοί ζουν σήμερα εκεί. Αρκετοί έχουν εγκατασταθεί στη Μαδρίτη, την οποία αποκαλούν αστειευόμενοι «Μικρό Καράκας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ