ΜΟΥΣΙΚΗ

Ταυτίζουν το ελληνικό τραγούδι με το σκυλάδικο

ΓΙΩΤΑ ΜΥΡΤΣΙΩΤΗ

Για τη διάδοση των σκυλάδικων στη Βουλγαρία φροντίζουν πολλοί: ραδιοφωνικοί σταθμοί, Βούλγαροι οδηγοί ταξί, Ελληνες που ζουν εκεί.

Ενα εκτενές λήμμα της λέξης «σκυλάδικο» στη βουλγαρική γλώσσα κάτω από μεταφρασμένο δημοσίευμα της «Καθημερινής» με τίτλο «Εξαγωγή “σκυλάδικων” στη Σόφια» αναρτήθηκε πρόσφατα σε ιστοσελίδες της γειτονικής χώρας. Το έχουν συντάξει οι κοινωνιολόγοι Διονυσία Νερολόγου και Γιάννης Λιόλιος σε συνεργασία με τον μουσικό Γιώργο Μαυράκη για έναν και μόνο λόγο. Να γίνει κατανοητό τι είδους ελληνική  μουσική είναι αυτή που λατρεύουν οι γείτονές μας ξεσηκώνοντας πλήθη σε συναυλίες και κέντρα νυχτερινής διασκέδασης.

Οι Ελληνες της Σόφιας δεν περιορίστηκαν μόνο σε αυτήν την ανάρτηση. Μέσα από τον δραστήριο Μορφωτικό Πολιτιστικό Σύλλογο των Ελλήνων της Βουλγαρίας «Αριστοτέλης» έβαλαν το ρεμπέτικο τραγούδι –εγγεγραμμένο στον κατάλογο της άυλης πολιτιστικής πνευματικής κληρονομιάς της UNESCO– στην Εθνική Μουσική Ακαδημία «Πάντσο Βλαντιγκέροβ». 

«Μπορείς να διαστρεβλώσεις την ποίηση του Ελύτη, του Ρίτσου, του Βάρναλη, του Καβάφη, του Νικόλα Βαπτσάροβ, του Λιουμπομίρ Λέβτσεβ, της Ελισαβέτα Μπαγκριάνα, της Ντόρα Γκάμπε; Δεν μπορείς. Στη μουσική όμως συμβαίνει και τα υποκατάστατα αυτής –τα μουσικά υποπροϊόντα– φυτρώνουν σαν τα ζιζάνια σε ακαλλιέργητο χωράφι. Για τη διάδοσή τους στη Βουλγαρία φροντίζουν πολλοί: ραδιοφωνικοί σταθμοί, Βούλγαροι οδηγοί ταξί, Ελληνες που ζουν εκεί, φοιτητές κ.ά., τα μαγαζιά με ζωντανή αυθεντική ελληνική μουσική, κυρίως ταβέρνες, οι εταιρείες διοργάνωσης συναυλιών οι οποίες σπάνια φέρνουν αξιόλογους ερμηνευτές», αναφέρει στην «Κ» ο Ιωάννης Λιόλιος, πρόεδρος του Μορφωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου των Ελλήνων της Βουλγαρίας «Αριστοτέλης».

Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Το ελληνικό τραγούδι στη μεγάλη πλειοψηφία, ειδικά της νεολαίας, έχει ταυτιστεί με το σκυλάδικο. «Αυτό αδικεί τη χώρα μας, την πλούσια μουσική μας παράδοση και κάθε προσπάθεια που καταβάλλουν σύλλογοι, ομάδες και μονάδες».

Αν ψάξει κανείς στο πολύχρωμο βαλκανικό μωσαϊκό της Βουλγαρίας θα βρει ψηφίδες του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Υπάρχουν στις έδρες νεοελληνικών σπουδών σε τέσσερα πανεπιστήμια. Στα ελληνικά σχολεία. Στο μεταφραστικό έργο Ελλήνων ποιητών και πεζογράφων. Στη δημοτική πινακοθήκη της Σόφιας που φιλοξενεί και έργα Ελλήνων καλλιτεχνών σε εκθέσεις της. Στις φωτογραφίες του Γιάννη Μπεχράκη που είναι κρεμασμένες στους τοίχους ξένων πρεσβειών. Στους δραστήριους συλλόγους των Σαρακατσαναίων που ανταμώνουν στο Περτούλι ή στα βουνά του Σλίβεν. Στα έργα του Ορλιν Ατανάσοβ που μετατρέπει σε γλυπτές κατασκευές ξύλα, πέτρες κι ό,τι περισυλλέγει από τις ελληνικές ακτές. Στο πέτρινο εξοχικό του Βούλγαρου ποιητή Λιούμπομιρ Λέβτσεβ (έφυγε πρόσφατα από τη ζωή στα 83 του) στα ορεινά της κεντρικής Βουλγαρίας όπου ένα «ελληνικό δωμάτιο» με τις αναμνήσεις του από την Ελλάδα (αλληλογραφία με Ελύτη, πέτρες-δώρα του Ρίτσου κ.ά.) είναι ανοιχτό να φιλοξενεί κάθε Ελληνα που επιθυμεί να δημιουργήσει στη γειτονική χώρα με την προϋπόθεση να εκθέσει τα έργα του στη Βουλγαρία. Μέχρι πρόσφατα κανένας Ελληνας δεν πάτησε το πόδι του.

Μία από τις εστίες αντίστασης στον άνισο αγώνα με τη νέα μουσική βιομηχανία που ανθίζει στη γείτονα χώρα είναι και η Εθνική Μουσική Ακαδημία. Λάτρης της Ελλάδος η αντιπρύτανης Μπορισλάβα Τάβενα συστήνει συχνά στο βουλγαρικό κοινό  ταλαντούχους Ελληνες μουσικούς όπως ο Σίμος Παπάνας, το πρώτο βιολί της ΚΟΘ και ο πιανίστας Κωνσταντίνος Δεστούνης κ.ά., ενώ μετά το πρόσφατο αφιέρωμα που διοργάνωσε ο ελληνικός σύλλογος «Αριστοτέλης» με πρωτοβουλία του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, εντάσσει στους κόλπους της και το ρεμπέτικο.

«Οφείλαμε να ενημερώσουμε το βουλγαρικό φιλόμουσο κοινό ότι ελληνική μουσική δεν είναι μόνο τα σκυλάδικα», επισημαίνουν τα μέλη του συλλόγου «Αριστοτέλης». Η ηχογραφημένη συναυλία του Αγάθωνα από το στούντιο της «Εθνικής Μουσικής Ακαδημίας Βουλγαρίας» καθώς και μια μικρή έκδοση με κείμενα για το ρεμπέτικο που έχουν επεξεργαστεί μέλη και φίλοι του ελληνοβουλγαρικού συνδέσμου θα αποτελούν υλικό για τους φοιτητές του τμήματος παραδοσιακής μουσικής.

«Διαλέξαμε το ρεμπέτικο, ως στοιχείο της συλλογικής μνήμης και ταυτότητας των Ελλήνων. Διότι το ρεμπέτικο είναι μέρος της ζωής, της καθημερινότητας, των εθίμων, των παραδόσεων, το αποκούμπι των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων της εποχής που το γέννησε. Είναι η προσφυγιά της Ελλάδας, η Μικρασιατική Καταστροφή, οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, η Εθνική Αντίσταση, ο Εμφύλιος, η καθημαγμένη Ελλάδα. Είναι αυτό που τόσο εύστοχα όρισε ο Γκόραν Μπρέγκοβιτς ως “το καλύτερο που έχουμε ίσως στα Βαλκάνια – ένα φυσικό μείγμα οθωμανικής και ορθόδοξης μουσικής”».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ