Από τις πιο γλαφυρές εικονογραφήσεις των τελευταίων ετών είναι αυτή που δείχνει έναν εγκέφαλο που, κρατώντας δύο βαλίτσες στο χέρι, περιμένει στο check-in του αεροδρομίου. Ο όρος «brain drain« και η πραγματικότητα που περιγράφει, της φυγής εκατοντάδων χιλιάδων νέων Ελλήνων επιστημόνων στο εξωτερικό στα χρόνια της κρίσης, έγινε μέρος του καθημερινού λεξιλογίου της περασμένης δεκαετίας και ως φαινόμενο εξακολουθεί να προβληματίζει. Υπολογίζεται ότι περίπου μισό εκατομμύριο Έλληνες, υψηλού μορφωτικού επιπέδου, 25-44 ετών, μετανάστευσαν το διάστημα 2008-2017 (στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος). Από αυτούς οι μισοί ήταν μεταξύ 25-39 ετών, ποσοστό άνω του 90% ήταν πτυχιούχοι και μία στους τρεις ήταν γυναίκα. «Τελειώνοντας το μεταπτυχιακό μου, κατάλαβα πως ήθελα να ασχοληθώ με την έρευνα στο πεδίο της Φαρμακογνωσίας, αλλά δυστυχώς δεν υπήρχε χρηματοδότηση στην Ελλάδα για να συνεχίσω. Άρχισα να ψάχνω για υποτροφίες και για δουλειά σε φαρμακευτικές εταιρείες, μέχρι που μια αίτησή μου για υποτροφία στην Αυστρία έγινε δεκτή. Έτσι ξεκίνησα το διδακτορικό μου τον Ιούλιο του 2012 στο Πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ», λέει η Αντιγόνη Χείλαρη, 33 ετών, μεταδιδακτορική ερευνήτρια του Τομέα Φαρμακογνωσίας και Χημείας Φυσικών Προϊόντων, στο Τμήμα Φαρμακευτικής του ΕΚΠΑ, επιβεβαιώνοντας τα στοιχεία.

 


Η Αντιγόνη Χείλαρη, μεταδιδακτορική ερευνήτρια, έφυγε για Αυστρία, αλλά τελικώς ξαναγύρισε στην πατρίδα. ©Κατερίνα Καμπίτη 

 

Η πλειονότητα των «εγκεφάλων» κατευθύνθηκε προς τις χώρες της Ευρώπης, με τη Μεγάλη Βρετανία να συγκεντρώνει την προτίμηση των περισσότερων. Mεταξύ τους ο φωτογράφος Παναγής Χρυσοβέργης, που ζει και εργάζεται στο Λονδίνο. Με πτυχίο μηχανολόγου μηχανικού, εργάστηκε στον κατασκευαστικό τομέα, ώσπου η κρίση έπληξε την οικοδομή. Έχοντας πολύ ελεύθερο χρόνο, αποφάσισε να πραγματοποιήσει το νεανικό του όνειρο να γίνει φωτογράφος. Αποφοίτησε από το Τμήμα Φωτογραφίας και Οπτικοακουστικών Μέσων του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, συνέχισε στο École National and Supérieure de la Photographie στην Αρλ της Γαλλίας και στο International Center of Photography της Νέας Υόρκης. Επέλεξε να παραμείνει στο εξωτερικό και στη βρετανική πρωτεύουσα, παρότι, όπως λέει, «δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάπου η Γη της Επαγγελίας και πουθενά δεν σου χαρίζεται τίποτα. Απεναντίας, σε πόλεις όπως το Λονδίνο, ο ανταγωνισμός είναι σκληρός, κρίνεσαι ανά πάσα στιγμή και το κόστος ζωής είναι εξωφρενικό. Η μεγάλη διαφορά όμως είναι πως υπάρχει αναγνώριση και σεβασμός. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πριν από δύο χρόνια φωτογράφιζα έναν πολύ ακριβό γάμο στην Ελλάδα. Στην προσπάθειά μου λοιπόν να αποτυπώσω ένα όμορφο οικογενειακό πορτρέτο, πετάχτηκε ένας κύριος και μου είπε: “Έλα, αγόρι μου, ένα κλικ είναι, δεν είναι και μαθηματικά”. Έχω πρόβλημα με τη νοοτροπία. Η φράση “δεν είναι μαθηματικά” αντικατοπτρίζει κάτι πολύ βαθύτερο».

Η αφήγηση του Παναγή καταδεικνύει μια παράμετρο του brain drain που έχουν κατά καιρούς αποτυπώσει οι έρευνες σε σχέση με το φαινόμενο. Το μεγαλύτερο ποσοστό των Ελλήνων που εγκατέλειψαν τη χώρα πήραν την απόφαση πρωτίστως για λόγους που είχαν να κάνουν με χρόνιες παθογένειες της κοινωνικοοικονομικής ζωής, όπως η αναξιοκρατία και η διαφθορά, και δευτερευόντως λόγω της οικονομικής ανασφάλειας και κρίσης. «Παρότι στο επάγγελμά μου παγκοσμίως λειτουργεί το networking, στον ελλαδικό χώρο κυριαρχεί η προμήθεια», συνεχίζει ο Παναγής: «Αυτός που δίνει τα περισσότερα είναι και ο προτεινόμενος, και αυτό ίσως κάποιες φορές δεν συμβαδίζει με την ποιότητα της δουλειάς. Εγώ δεν δουλεύω έτσι».\

 


Παναγής Χρυσοβέργης, φωτογράφος: «Μου λείπουν απίστευτα οι δικοί μου άνθρωποι, οι γονείς μου και τα αδέλφια μου, και αυτό είναι το μεγαλύτερο τίμημα που πληρώνεις όταν ζεις στο εξωτερικό».

 

Τα χρόνια της απουσίας

Στην άλλη πλευρά του καθρέφτη, επίσης εκατοντάδες χιλιάδες νέοι Έλληνες πτυχιούχοι παρέμειναν στη χώρα, όπως ο αρχιτέκτονας Βαγγέλης Ζούγλος, συνιδρυτής του γραφείου «Monogon». «Όσο κλισέ και αν ακούγεται πια, είναι αλήθεια πως η οικονομική κρίση που ταλάνισε τη χώρα ήταν πρωτίστως και πάνω από όλα κρίση αξιών», λέει. «Ξαφνιάστηκα πολύ όταν συνειδητοποίησα πόσο οργισμένοι είναι κάποιοι σήμερα με τους συναδέλφους τους που επιστρέφουν στην Ελλάδα μετά από χρόνια απουσίας. Φαίνεται τελικά πως το “έρχονται και μας παίρνουν τις δουλειές” σε αυτή τη χώρα έχει μετατραπεί σε ένα είδος εθνικής μεταπολιτευτικής καραμέλας, απλώς αλλάζει κάθε φορά το ποιος είναι εκείνος που έρχεται και παίρνει τις δουλειές. Το επίσης κλισέ “μείνε, δούλεψε, πάλεψε” λειτούργησε και αντίστροφα. Δημιουργήθηκαν όχι μόνο στρατιές ανέργων, αλλά και στρατιές εργαζομένων με συνθήκες όχι πολύ καλύτερες από εκείνες των ίδιων των ανέργων. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που εμπορευματοποίησαν την κρίση, στο όνομα της οποίας βρήκαν αφορμή να διαλύσουν μια ολόκληρη γενιά, ίσως μάλιστα την πιο δημιουργική και μορφωμένη από όλες έως σήμερα».

Ποσοστό 42% όσων έφυγαν δηλώνουν ότι δεν σκοπεύουν να επιστρέψουν (έρευνα της ICAP), παρότι νοσταλγούν αγαπημένα πρόσωπα: «Μου λείπουν απίστευτα οι δικοί μου άνθρωποι, οι γονείς μου και τα αδέλφια μου, και αυτό είναι το μεγαλύτερο τίμημα που πληρώνεις όταν ζεις στο εξωτερικό: πως πρέπει να μάθεις να ζεις με τη φυσική απουσία τους και να συμβιβαστείς με τη διαδικτυακή παρουσία τους», ομολογεί ο Παναγής. Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που επέστρεψαν, όπως η Αντιγόνη, που γύρισε πριν από τρία χρόνια, παρότι είχε δεχτεί προτάσεις συνεργασίας από εργαστήρια σε Ευρώπη και Αμερική, ώστε να αφιερωθεί στην έρευνά της πάνω στην ανακάλυψη βιοδραστικών μορίων από εκχυλίσματα φυτικών ειδών της ελληνικής χλωρίδας. Πρόκειται για μια εργασία με εθνικό πρόσημο, καθώς στόχος της ομάδας του καθηγητή Νεκτάριου Αληγιάννη, της οποίας είναι μέλος, είναι «να αναπτύξει το διεπιστημονικό πεδίο της Εθνοφαρμακολογίας στην Ελλάδα, να προβάλει την πλούσια βιοποικιλότητα της ελληνικής χλωρίδας, να διασώσει και να αξιοποιήσει τη γνώση της παραδοσιακής θεραπευτικής που φέρουμε ως λαός». 

«Στην αυγή της νέας δεκαετίας», σημειώνει ο Βαγγέλης Ζούγλος, «οφείλουμε να παραδεχτούμε πως υπάρχει η επιτακτική ανάγκη για δημιουργία νέων μοντέλων στον τρόπο που εργαζόμαστε, επικοινωνούμε και συνεργαζόμαστε μεταξύ μας». Κοινώς, πολλά είναι τα μυαλά που έφυγαν, αρκετά αυτά που γύρισαν και ακόμα περισσότερα αυτά που πρέπει να αλλάξουν. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ