Είναι η βασίλισσα της βιομηχανίας τροφίμων για παραπάνω από 50 χρόνια, παρά το ότι η επιστήμη επιβεβαιώνει ότι είναι εξίσου βλαβερή και εθιστική με το τσιγάρο. Είναι το ναρκωτικό μικρών και μεγάλων και όχι μόνο κυκλοφορεί ελεύθερο, αλλά και χρησιμοποιείται παντού. 

Φάγατε πολλά γλυκά τις γιορτές; Όλοι μας. Κάποιοι βλέπουν το αποτέλεσμα στη ζυγαριά τους, κάποιοι πιο τυχεροί όχι, όλοι όμως έχουμε ενοχές γι’ αυτό. Γιατί δεν μπορούμε να αντισταθούμε; Τι κάνει τη ζάχαρη και καθετί γλυκό τόσο ακαταμάχητα; «Ο εθισμός στη ζάχαρη είναι όπως οι άλλες εξαρτήσεις», λέει στο «Κ» ο κ. Νίκος Παπάνας, καθηγητής Παθολογίας και Σακχαρώδους Διαβήτη στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. «Η κατανάλωση ζάχαρης ευνοεί την περαιτέρω κατανάλωσή της, επειδή δημιουργεί ευφορία στον εγκέφαλο λόγω της παραγωγής της ουσίας ντοπαμίνη. Όταν δε οι εθισμένοι στη ζάχαρη τη στερούνται, παρουσιάζουν συμπτώματα όπως ναυτία, κόπωση, εκνευρισμό, πονοκεφάλους και συναισθηματική αστάθεια». Βλέπετε κάτι παράδοξο σε αυτή την αβίαστη και ξεκάθαρη απάντηση; Πλέον μιλάμε χωρίς περιστροφές για επίσημο εθισμό. Η ζάχαρη είναι αυτό που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν «our drug of choice» – το ναρκωτικό της επιλογής μας. Και όχι μόνο δικό μας. Ακόμα και τα ποντίκια στα εργαστήρια επιλέγουν τη ζάχαρη από την κοκαΐνη. 

Πώς θα μπορούσαμε να μην εθιστούμε; Περίπου το 80% των 600.000 συσκευασμένων τροφίμων που κυκλοφορούν στις ΗΠΑ περιέχουν ζάχαρη ή γλυκαντικά. Σε αυτά δεν περιλαμβάνονται μόνο γλυκά, αλλά και προϊόντα όπως ψωμιά, φρυγανιές, κονσέρβες, γιαούρτια, τρόφιμα στα οποία δεν θα φανταζόταν ποτέ κανείς να προσθέσει ζάχαρη. Η ημερήσια πρόσληψη φρουκτόζης έχει διπλασιαστεί τα τελευταία 30 χρόνια, όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στον Καναδά, στην Ινδία, στη Μαλαισία, παντού, και στον ανεπτυγμένο και στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Η παγκόσμια κατανάλωση ζάχαρης έχει τριπλασιαστεί τα τελευταία 50 χρόνια, ενώ ο πληθυσμός έχει διπλασιαστεί. Ίσως έτσι εξηγείται πιο εύκολα και η πανδημία παχυσαρκίας των τελευταίων δεκαετιών. 

Υπάρχουν δεκάδες επιστήμονες που έχουν κηρύξει τον πόλεμο στη ζάχαρη. Ο γνωστότερος και ενεργότερος όλων είναι ο Ρόμπερτ Λάστιγκ, παιδίατρος – ενδοκρινολόγος με τεράστια εμπειρία στην αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας. Το βιβλίο του «Fat Chance: The Hidden Truth About Sugar, Obesity and Disease» θεωρείται Βίβλος ενάντια στο «τρόφιμο του διαβόλου». «Η ζάχαρη προκαλεί ασθένειες που δεν σχετίζονται με τις θερμίδες. Είναι ένας ανεξάρτητος παράγοντας πρωτογενούς κινδύνου», υποστήριζε πριν από μερικά χρόνια στον Guardian. «Θα υπάρξουν άνθρωποι από τη βιομηχανία που θα το αρνούνται μέχρι να πεθάνουν, γιατί η ζωή τους εξαρτάται από αυτό». Όμως είναι ένα πρόβλημα της βιομηχανίας, υποστηρίζει. Και το ιστορικό των τελευταίων 50 ετών τον επιβεβαιώνει. 

Η υπόθεση εναντίον της ζάχαρης

Όταν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η αμερικανική κυβέρνηση πρότεινε η ζάχαρη να μην είναι μέρος μιας υγιεινής διατροφής και ο Αμερικανικός Ιατρικός Σύλλογος συμφώνησε και σύστησε αυστηρό περιορισμό της κατανάλωσής της, η βιομηχανία ζάχαρης θορυβήθηκε. Με τον φόβο ότι ο κόσμος θα συνήθιζε να ζει χωρίς αυτήν, ίδρυσε το Ίδρυμα Έρευνας για τη Ζάχαρη (SRF), για να προωθεί και να υπερασπίζεται τα πλεονεκτήματά της. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα του βιβλίου «The Case Against Sugar», Gary Taubes, το SRF βοήθησε στο να χτιστούν σχέσεις με επιστήμονες όπως αυτές που αποκαλύφθηκαν πριν από μερικά χρόνια, όταν αποδείχθηκε ότι τη δεκαετία του ’60 η βιομηχανία της ζάχαρης, γνωστή και ως Big Sugar, πλήρωσε τρεις επιστήμονες του Χάρβαρντ για να υποβαθμίσουν τη σύνδεση μεταξύ ζάχαρης και καρδιαγγειακών παθήσεων και να «δείξουν» ως ενόχους τα κορεσμένα λίπη. Παρόμοια πρωτοσέλιδα έχουν κάνει κατά καιρούς και άλλες μεγάλες εταιρείες, χρηματοδοτώντας μελέτες που υποβαθμίζουν τη σχέση της ζάχαρης με την παχυσαρκία. Το SRF επίσης καθιέρωσε μια εξαιρετικά επιθετική στρατηγική δημοσίων σχέσεων, που επικρατεί και σήμερα. Έτσι πήγαν τα πράγματα μέχρι τη δεκαετία του ’70 και, όταν πια φαινόταν ότι η βιομηχανία δεν θα μπορούσε να καλύψει πλέον τα επιστημονικά δεδομένα, την έσωσαν τα κορεσμένα λίπη. Η άποψη ότι η κατανάλωση λίπους είναι η βασική αιτία της παχυσαρκίας και των καρδιαγγειακών παθήσεων γινόταν όλο και πιο δημοφιλής και τράβηξε την προσοχή από τη ζάχαρη. Δεν ήταν κάτι σχεδιασμένο, υποστηρίζει ο Taubes, ήταν καθαρή τύχη. 

Και κάπου εκεί, στις αρχές των ’80s, ήρθε το σιρόπι καλαμποκιού υψηλής φρουκτόζης και η σακχαρόζη, και σιγά σιγά και άλλα πρόσθετα σάκχαρα, να αποτελειώσουν την κατάσταση. Μια νέα κατηγορία προϊόντων που παρουσιάστηκαν ως υγιεινά, όπως ενεργειακά ποτά και γιαούρτια με χαμηλά λιπαρά, διαφήμιζαν ότι οι θερμίδες τους προέρχονται από σιρόπι καλαμποκιού, χωρίς να λένε φυσικά ότι πρόκειται για άλλη μία μορφή ζάχαρης. Και μάλιστα απογυμνωμένη από οποιαδήποτε θρεπτική αξία, καθώς οι βιταμίνες και τα μέταλλα χάνονται στην επεξεργασία. Σήμερα υπάρχουν δεκάδες τέτοια γλυκαντικά. «Όλο αυτό θα συνέβαινε πολύ πριν από το ’80», λέει ο Λάστιγκ. «Ο λόγος που δεν συνέβη ήταν ότι η ζάχαρη δεν ήταν φθηνή. Αυτό που την έκανε φθηνή ήταν το σιρόπι καλαμποκιού υψηλής φρουκτόζης. Δεν ήξεραν τη φυσιολογία του, ήξεραν όμως τα οικονομικά του. Και το άλλο που ήξεραν ήταν ότι, από τη στιγμή που άρχισαν να προσθέτουν ζάχαρη και γλυκαντικά, ο κόσμος αγόραζε περισσότερο, οπότε συνέχιζαν να το κάνουν. Κάπως έτσι φτάσαμε στα σημερινά επίπεδα κατανάλωσης».

Επιβραβεύοντας με ένα γλυκό

Και αν η ζάχαρη είναι εξαρτησιογόνα μία φορά στους ενήλικες, «στα παιδιά είναι ακόμα πιο επικίνδυνη, λόγω της ανωριμότητας του εγκεφάλου και του ανθυγιεινού προτύπου διατροφής το οποίο εγκαθιστά», λέει ο κ. Παπάνας. «Δυστυχώς η ζάχαρη υπάρχει παντού, συμπεριλαμβανομένων και των παιδικών τροφών. Γι’ αυτό είναι σημαντικό οι γονείς να είναι ενημερωμένοι, να διαβάζουν τις ετικέτες των τροφίμων και να αποφεύγουν να δίνουν στα παιδιά τους τρόφιμα με υψηλή ποσότητα ζάχαρης. Εξίσου σημαντικό είναι να μην επιβραβεύουν τη συμπεριφορά ή τις επιδόσεις τους με γλυκά», προσθέτει. 

«Οι πολιτικοί θα πρέπει να παρέμβουν, όπως έχουν κάνει με όλες τις ουσίες που είναι τοξικές, υπερκαταναλώνονται, είναι παντού και έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην κοινωνία», λέει ο Λάστιγκ. «Αλκοόλ, τσιγάρα, κοκαΐνη. Δεν χρειάζεται να τα απαγορεύσεις, ούτε αυτά ούτε τη ζάχαρη. Αλλά δεν μπορεί να δίνεται το ελεύθερο στη βιομηχανία. Μπορούν να βγάζουν χρήματα, αλλά δεν επιτρέπεται να βγάζουν χρήματα αρρωσταίνοντας τον κόσμο. Η ενημέρωση δεν θα λύσει το πρόβλημα. Δεν υπάρχει κανένας στον κόσμο που να μην ξέρει ότι τα λαχανικά κάνουν καλό και η ζάχαρη παχαίνει. Χρειάζεσαι κάτι παραπάνω από προσωπική παρέμβαση. Χρειάζεσαι νόμους».  ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ