Από το παράθυρό του στον τελευταίο όροφο των ολοκαίνουργιων γραφείων της Beat ο Νίκος Δρανδάκης μπορεί να οραματίζεται με μεγαλύτερη ελευθερία το μέλλον της εταιρείας που ίδρυσε ο ίδιος το 2011 και η οποία μύησε τους Αθηναίους σε μια νέα φιλοσοφία μετακινήσεων. Το βλέμμα του μπορεί να υψωθεί πάνω από τις συμβατικές πολυκατοικίες των Αμπελοκήπων, πάνω ακόμα και από τον Πύργο Αθηνών, και να ταξιδέψει στις νέες ηπείρους που ανοίγονται για την Beat. Κυριολεκτικά, αλλά και μεταφορικά.

Η νέα έδρα της ελληνικής εταιρείας στη λεωφόρο Κηφισίας δεν προσπαθεί να κρύψει τις φιλοδοξίες του βασικού της ενοίκου. Αν και ακόμα οι εργασίες δεν έχουν ολοκληρωθεί, το δυναμικό facade του συγκροτήματος, που υπογράφει ένα διεθνές αρχιτεκτονικό γραφείο με ελληνικό αίμα (LC ARCHITECTS της Νατάσας Λιανού και του Ερμή Χαλβατζή), συγκεντρώνει εδώ και καιρό την περιέργεια οδηγών και πεζών. Οι 380 υπάλληλοι της Beat που εργάζονται στην Ελλάδα (διεθνώς απασχολεί κοντά στους 800) έχουν ήδη εγκατασταθεί στους τέσσερις από τους οκτώ ορόφους του «The Οrbit», όπως ονομάζεται το νέο αρχιτεκτονικό απόκτημα της πρωτεύουσας.

Ο ίδιος ο Νίκος Δρανδάκης είναι περήφανος για το κτίριο, που δεν ανήκει στην Beat, αλλά στον όμιλο της Βιοχάλκο και στη θυγατρική της Noval ΑΕ. Ήταν όμως η δική του συνάντηση με τους δύο νέους  Έλληνες αρχιτέκτονες που συνέβαλε αποφασιστικά στην επανεκκίνηση του κτιρίου (παρέμενε για χρόνια γιαπί), στη δυναμική φόρμα της εξωτερικής όψης, αλλά και στις κρίσιμες αρχιτεκτονικές και χωροταξικές διευθετήσεις, που διαμόρφωσαν ένα πρωτοποριακό για τα ελληνικά δεδομένα εργασιακό περιβάλλον. Αυτό που ήταν λιγότερο γνωστό είναι ότι ο Δρανδάκης δεν οραματιζόταν απλώς ένα κτίριο που θα «χωρούσε» την εταιρεία του, αλλά κάτι αρκετά ευρύτερο: ένα αθηναϊκό hub νεοφυών επιχειρήσεων με σημείο αναφοράς την ανάπτυξη της τεχνολογίας. Το πρότζεκτ προχώρησε, αλλά ίσως όχι όπως ακριβώς το είχε στο μυαλό του. Στη συζήτησή μας είναι απολύτως ειλικρινής. «Όντως, οι πρώτοι άνθρωποι που σύστησα στους ιδιοκτήτες ήταν εταιρείες από τον χώρο μας, εταιρείες τεχνολογίας. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι το οικοσύστημά μας στην Αθήνα δεν είναι αρκετά ισχυρό έτσι ώστε να έχουμε εταιρείες που να διαθέτουν την οικονομική επιφάνεια για να αντέξουν το κόστος μετακίνησης εδώ». Ακόμα κι έτσι, όμως, ένα σημαντικό μέρος του κτιρίου φιλοξενεί εταιρείες τεχνολογίας.

 

 

Ενέσεις ταλέντου

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η αρχική ιδέα ξεστρατίζει. «Η φιλοδοξία μου δεν ήταν απλώς να μαζευτούμε εδώ σε έναν ενιαίο χώρο όσοι βρισκόμαστε ήδη στην Αθήνα, αλλά να προσελκύσω τα ταλέντα που χρειαζόμαστε ως μια δυναμική και φιλόδοξη εταιρεία τεχνολογίας. Και να προσελκύσω ταλέντα όχι μόνο από την Ελλάδα, αλλά και από το εξωτερικό. Kάνουμε μια μεγάλη προσπάθεια να φέρουμε εδώ σούπερ ταλέντα από το εξωτερικό, ταλέντα που δεν υπάρχουν στην Ελλάδα, για τον απλό λόγο ότι δεν έχουν τις παραστάσεις εκείνες από τις μεγάλες εταιρείες του εξωτερικού, από εταιρείες-κολοσσούς του μεγέθους της Google ή της Facebook. Αλλά για να τους φέρουμε εδώ, ο ήλιος και ο καλός καιρός δεν φτάνουν. Δημιουργούμε τις προϋποθέσεις (και το κτίριο είναι μία από αυτές) για να τους πείσουμε να έρθουν στην Αθήνα. Το ελληνικό οικοσύστημα έχει πολύ μεγάλη ανάγκη από αυτές τις ενέσεις ταλέντου με τις ισχυρές παραστάσεις από το εξωτερικό: να έρθουν εδώ και να προσφέρουν στην ελληνική αγορά».

Αλλά σε ποια στιγμή της εξέλιξής της πετυχαίνει την Beat η μετακίνησή της στο «The Orbit»; Αυτό που ελάχιστοι ξέρουν είναι ότι η Beat δεν διαχειρίζεται πλέον το ελληνικό κομμάτι της εταιρείας, που έχει περάσει σε γερμανικά χέρια. Επομένως, ρωτάω τον Νίκο Δρανδάκη αν ανησυχεί για το διαρκώς αυξανόμενο κύμα παραπόνων σχετικά με την πτώση της ποιότητας των υπηρεσιών στη χώρα μας. «Είναι μια μεταβατική περίοδος. Πάντως θα φτιάξει», διαβεβαιώνει. «Θα πάρει λίγο χρόνο. Είναι αυτό που λέμε “θα γίνει λίγο χειρότερο πριν γίνει καλύτερο”».

Σήμερα η Beat, με διευθύνοντα σύμβουλο τον ιδρυτή της, έχει επικεντρώσει την επιχειρηματική της δραστηριότητα στη Λατινική Αμερική. «Η Λατινική Αμερική είναι απλώς η πρώτη φάση για μας. Ήδη σκεφτόμαστε για την επόμενη ήπειρο. Προσθέτουμε διαρκώς παρεμφερείς υπηρεσίες μετακίνησης, που έχουν να κάνουν με σταθμούς φόρτισης αυτοκινήτων, πάρκινγκ, σκούτερ, ποδήλατα. Προφανώς είμαστε πολύ φιλόδοξοι. Η τεχνολογία που χτίζουμε είναι για να κάνει τη ζωή στις πόλεις καλύτερη. Αν αρχίζεις να σκέφτεσαι πώς μπορείς να επηρεάσεις τις ζωές των ανθρώπων στις πόλεις, πας εύκολα από το Α στο Β, το πεδίο είναι πραγματικά ανοιχτό. Γενικά, όταν είσαι φιλόδοξος, οι ιδέες δεν είναι το πρόβλημα. Το δύσκολο είναι η υλοποίηση της ιδέας. Πάντως φιλοδοξία μας είναι η Beat να εξελιχθεί σε μια παγκοσμιοποιημένη εφαρμογή, ένα ενοποιημένο brand σε όλο τον κόσμο».

 


Ο  ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Beat, Νίκος Δρανδάκης, φωτογραφίζεται  στα νέα γραφεία της εταιρείας, στο συγκρότημα  «The Orbit» στους Αμπελοκήπους.

 

Η εμπειρία της Ελλάδας και αυτό που έρχεται

Δεν αποφεύγω τον πειρασμό και τον ρωτάω πόσο χρήσιμη αποδείχθηκε η ελληνική εμπειρία και αν συνάντησε ομοιότητες στις χώρες της Λατινικής Αμερικής όπου επεκτάθηκε η εταιρεία. «Η αντιπαλότητα με τους συνδικαλιστές και τους παραδοσιακούς οδηγούς ταξί είναι σίγουρα ένα κοινό σημείο. Αλλά εκεί δεν το έζησα τόσο έντονα όσο εδώ στην Ελλάδα. Επειδή ακριβώς ήταν η χώρα μου, όλα ήταν πολύ πιο προσωπικά, πολύ πιο συναισθηματικά. Η απόσταση βοηθάει για να βλέπεις τα πράγματα λίγο πιο ψυχρά και να παίρνεις τις πιο κατάλληλες αποφάσεις. Η αντιπαλότητα αυτή είναι παντού, όχι μόνο στην Ελλάδα ή στη Λατινική Αμερική: έχουμε την τεχνολογία που έρχεται να φέρει μια νέα πραγματικότητα, να μεταμορφώσει έναν ολόκληρο κλάδο, να τον κάνει πιο αποτελεσματικό. Πάντα με μια νέα κατάσταση υπάρχουν άνθρωποι που ξεβολεύονται, και αυτό είναι κοινό χαρακτηριστικό. Και είναι μια ιστορία που θα κρατήσει αρκετά ακόμα χρόνια. Αυτό θα γίνει πολύ πιο έντονο όταν θα αρχίσουμε να βλέπουμε στους δρόμους πρακτικές εφαρμογές της αυτόνομης οδήγησης. Η σύγκρουση αυτών των δύο κόσμων θα έχει πραγματικά ενδιαφέρον. Αυτό που είδαμε στην Ελλάδα με την αντιπαράθεση ανάμεσα στην Beat και στους συνδικαλιστές των οδηγών ταξί ήταν η μικρογραφία αυτού που έρχεται».

Εργασιακός παράδεισος

Η διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων στους τέσσερις ορόφους που καταλαμβάνει η Beat είναι βγαλμένη από μια άπιαστη για τους περισσότερους εργαζομένους στην Ελλάδα εργασιακή πραγματικότητα, στο πρότυπο των μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας στο εξωτερικό:  χρώμα, ντιζάιν, φως, πολλαπλοί, ευέλικτοι χώροι συνεργασίας, που μετατρέπονται από πολλά μικρότερα δωμάτια συναντήσεων σε ένα ενιαίο all-hands meeting area για τις μηνιαίες παρουσιάσεις και συγκεντρώσεις όλων των ομάδων. Ταυτόχρονα, αναπτύσσονται χώροι διαλείμματος και παιχνιδιού με πρωτότυπες χρήσεις, όπως silent music room, χώρος προβολής ταινιών, βιβλιοθήκη, χώροι χαλάρωσης και brainstorming, VR room, αλλά και χώρος διαλογισμού και γυμναστικής, προωθώντας την επικοινωνία, το well being, την προσωπική καλλιέργεια και εξέλιξη. «Η ταυτότητα του σχεδιασμού αντανακλά τις αξίες και τη φιλοσοφία της εταιρείας, με βασικές αρχές τη διαφάνεια και τις συχνές breakout “bleisure” (business + leisure) περιοχές, όπως λέγονται», μας εξηγούν οι δύο αρχιτέκτονες. «Όλες αυτές οι ποιότητες του σχεδιασμού προσφέρουν στους εργαζομένους που “κατοικούν” το κτίριο τη δυνατότητα να εκφραστούν, να επικοινωνήσουν, να συνεργαστούν, να μάθουν, να αναπτυχθούν, να εμπνευστούν και να καινοτομήσουν», προσθέτουν. ■

Η Beat με μία ματιά

500.000 οδηγοί εγγεγραμμένοι 

15 εκατομμύρια επιβάτες  

780 υπάλληλοι διεθνώς 

6 χώρες (Ελλάδα, Περού, Χιλή, Κολομβία, Μεξικό, Αργεντινή)

24 πόλεις σε όλο τον κόσμο

7 γραφεία παγκοσμίως: Αθήνα, Άμστερνταμ (Amsterdam Engineering Hub), Λίμα, Μπογκοτά, Μέξικο Σίτι, Σαντιάγο, Μπουένος Άιρες  

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ