ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Για αύξηση επιτοκίων πιέζουν οι τράπεζες την ΕΚΤ

O διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Bank Kρίστιν Σιούινγκ προειδοποίησε πως όσο διατηρούνται τα επιτόκια σε επίπεδα υπό του μηδενός, θα διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα στις επιχειρήσεις που επωφελούνται από τον φθηνό δανεισμό και στους επενδυτές και συνταξιούχους που πλήττονται από τις αρνητικές αποδόσεις στις επενδύσεις και τα αρνητικά επιτόκια στις καταθέσεις.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εχοντας διαμαρτυρηθεί επανειλημμένως τα τελευταία δύο χρόνια σχετικά με τις επιπτώσεις των αρνητικών επιτοκίων στην κερδοφορία τους, οι επικεφαλής των ευρωπαϊκών τραπεζών χρησιμοποίησαν χθες το βήμα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός και τις ιδιωτικές συναντήσεις τους με ρυθμιστικές αρχές και  πολιτικούς για να ασκήσουν νέες πιέσεις στην ΕΚΤ. Αλλωστε, έχουν διαπιστώσει πως η ΕΚΤ εκώφευσε στα επιχειρήματά τους και αυτή τη φορά επικαλέστηκαν τους κινδύνους για τους συνταξιούχους, τους αποταμιευτές και την οικονομία.

Με ένα εύστοχο ευφυολόγημα, ο Ραλφ Χάμερς, διευθύνων σύμβουλος της ολλανδικής ING, υπογράμμισε πως «κανένας κλάδος δεν μπορεί να επιβιώσει αν οι τιμές των πρώτων υλών που χρησιμοποιεί είναι υψηλότερες  από την τιμή του τελικού προϊόντος που παράγει». Επιχείρησε να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για τις επιπτώσεις στην ευρύτερη οικονομία, τονίζοντας πως «οι άνθρωποι δεν παίρνουν πλέον δάνεια και οι αποταμιευτές ανησυχούν για τα σχέδιά τους στο μέλλον». Παρουσιάστηκε, όμως, παράλληλα και ως υπερασπιστής των δικαιωμάτων των συνταξιούχων που, όπως τόνισε, θα πρέπει να αποταμιεύουν περισσότερο για να υπερκαλύψουν τις αρνητικές ή πολύ χαμηλές αποδόσεις των ομολόγων στα οποία επενδύουν τα συνταξιοδοτικά ταμεία. Επικαλέστηκε, άλλωστε, την τρωθείσα εμπιστοσύνη των καταθετών που αντί να εισπράττουν τόκους από τις αποταμιεύσεις τους, βλέπουν το αρχικό κεφάλαιο να μειώνεται και αναγκάζονται να αποταμιεύουν όλο και περισσότερο.

Μιλώντας, άλλωστε, στους Financial Times, η Ανα Μποτίν, διευθυντικό στέλεχος της ισπανικής τράπεζας Santander, εγκωμίασε τον τέως πρόεδρο της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, που εισήγαγε την πολιτική των αρνητικών επιτοκίων στην Ευρωζώνη, τονίζοντας πως «έσωσε το ευρώ». Πρόσθεσε, ωστόσο, πως «εφεξής είναι κρίσιμο να κοιτάζει κανείς τα στοιχεία και τις συμπεριφορές», καθώς τα μακροχρόνια αρνητικά επιτόκια εξωθούν τους ανθρώπους στην ανάληψη κινδύνου και φαίνεται πως «σε πολλές χώρες-μέλη της Ευρωζώνης τα πλεονεκτήματα των  αρνητικών επιτοκίων είναι λιγότερα από τα μειονεκτήματά τους». Παράλληλα, ο Κρίστιαν Σιούινγκ, διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Bank, σχολίασε πως η ΕΚΤ δικαίως συμπίεσε τα επιτόκια σε αρνητικό έδαφος μετά την κρίση χρέους, προκειμένου να «περιφρουρήσει» το ευρώ.  Προειδοποίησε, όμως, πως όσο μένουν τα επιτόκια σε επίπεδα κάτω του μηδενός, θα διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα στις επιχειρήσεις που επωφελούνται από τον φτηνό δανεισμό και τους επενδυτές και συνταξιούχους που πλήττονται από τις αρνητικές αποδόσεις στις επενδύσεις και τα αρνητικά επιτόκια στις καταθέσεις. Επέκρινε, άλλωστε, την τράπεζα ότι δεν έσπευσε να αυξήσει τα επιτόκια όταν η οικονομία πήγαινε καλά.

Οι επικρίσεις του Σιούινγκ απηχούν δηλώσεις του Αξελ Βέμπερ, πρώην επικεφαλής της Bundesbank και νυν προέδρου του ομίλου UBS Group αλλά και του Κέες φαν Ντιζχούιτζεν, επικεφαλής της ολλανδικής τράπεζας ABN Amro Bank NV. Σε συνέντευξη που παραχώρησε, ο Αξελ Βέμπερ είχε τονίσει πως «όσο διατηρεί κανείς αυτή την πολιτική, τόσο αυξάνονται οι παρενέργειες και μειώνεται η αξία των χρημάτων». Στόχος της ΕΚΤ, που υιοθέτησε αρνητικά επιτόκια το 2014 και το φθινόπωρο του 2019 τα συμπίεσε βαθύτερα σε αρνητικό έδαφος, ήταν η τόνωση της οικονομίας. Θεωρητικά, τα αρνητικά επιτόκια εξωθούν όσους έχουν πλεόνασμα ρευστότητας να επενδύσουν ή να αυξήσουν τις δαπάνες τους. Η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων προκαλεί, ωστόσο, σφοδρές αντιδράσεις σε χώρες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, που εμφανίζουν παραδοσιακά υψηλά ποσοστά αποταμίευσης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ