ΧΡΥΣΟΥΛΑ Π. ΜΟΥΚΙΟΥ*

Περί αριστείας και κινήτρων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στο σύγγραμμα Λυκούργου - Βίοι Παράλληλοι [21], αναφερόμενος ο Πλούταρχος στον χορό των τριών γενεών των Σπαρτιατών, οι νεανίες τραγουδούσαν το «Αμμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες», ότι δηλαδή «εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροί σας». Η ρυθμική στιχομυθία μεταξύ των τριών γενεών συνιστούσε την επιβεβαίωση της συνέχειας και της αλληλουχίας των γενεών στο πλαίσιο της οποίας οι νεανίες ήταν «παραστατικόν ορμής ενθουσιώδους και πραγματικής».

Γιατί λοιπόν τόση αμφισβήτηση της αριστείας στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και εκπαίδευση;

Mε αφετηρία τη συνταγματική αρχή της ισότητας, σύμφωνα με τη διάταξη άρθρ. 4 παρ. 1 Σ, η ισότητα νοείται ως αναλογική και όχι ως ισοπεδωτική. Για τον αυτονόητο λόγο ότι εάν η ισότητα νοείται και εφαρμόζεται ομοιόμορφα οδηγεί στη διαιώνιση της ανισότητας. Επομένως, η αντιμετώπιση της αριστείας υπό το πρίσμα της αναλογικής ισότητας παρέχει στους μεν αρίστους τη δυνατότητα να λάβουν ιδιαίτερη μόρφωση σε σχέση με τους υπολοίπους, η οποία θα αποτελέσει μοχλό για την πραγμάτωση της αριστείας τους, στους δε μη αρίστους υποχρεώνει το κράτος να τους παράσχει εκείνα τα μέσα που θα τους ανυψώσουν στο μέγιστο μέτρο των δυνατοτήτων τους.

Περαιτέρω, η σύμμετρη εφαρμογή των διατάξεων άρθρ. 4 παρ. 1 Σ και 116 παρ. 3 σχετικά με τα θετικά μέτρα υπέρ των γυναικών, η αριστεία, ως έκφανση της αρχής της αναλογικής ισότητας και της αξιοκρατίας, επιτρέπει την εξέλιξη και την ανάδειξη των γυναικών ακόμη και στα ύπατα αξιώματα.

Επίσης, ο ρόλος του κράτους για την εγγύηση της προστασίας των «δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου» κατ’ άρθρ. 25 Σ παρ. 1 εδ. πρώτο Σ, που «αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη», κατ’  άρθρ. 25 παρ. 2 Σ, οδηγεί στην περαιτέρω σκέψη περί της «κοινωνικής αντανάκλασης» της αριστείας. Η κοινωνικοκεντρική θεώρηση του εγγυητικού και προστατευτικού ρόλου του κράτους σε σχέση με τα δικαιώματα του ανθρώπου, ενισχύει την επιχειρηματολογία περί προαγωγής της αριστείας. Διότι η ενίσχυση αυτή δεν οράται, κατά το Σύνταγμα, ως αμιγώς ατομική επιβράβευση του αριστεύσαντος αλλ’ ως ενέργεια που αφορά το κοινωνικό σύνολο και τείνει στην κοινωνική και ειρηνική πρόοδο με «σηματοδότη» τον αριστεύσαντα.

Το ίδιο το άρθρ. 16 Σ, άλλωστε,  υπογραμμίζει ότι η υποχρεωτική για το κράτος προαγωγή της τέχνης, της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας είναι «ελεύθερες». Εάν δεν αναπτυχθεί και εάν δεν προαχθεί η αριστεία, η επιστήμη και η έρευνα δεν θα είναι «ελεύθερες», διότι θα έχουν υποταχθεί στην εξισωτική ρήτρα της ισότητας χωρίς την παροχή ελευθερίας στον μαθητή, φοιτητή, επιστήμονα ή ερευνητή να προαχθεί περαιτέρω επιτυγχάνοντας την αριστεία. Ακόμα, στους στόχους της παιδείας συγκαταλέγεται η «ηθική, πνευματική, επαγγελματική ... αγωγή των Ελλήνων ... και [τ]η διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες» κατά το άρθρ. 16 παρ. 2 Σ. Παιδεία που δεν παρέχει τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα που, μεταξύ άλλων, προάγουν και την αριστεία, δεν είναι «ελεύθερη». Συνεπώς, δεν πρόκειται να διαπλάσει ούτε ελεύθερους ούτε υπεύθυνους πολίτες και θα φαλκιδεύσει, εντέλει, τη δημοκρατία.

Τέλος, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η «αριστεία» δεν πρέπει πάντοτε και μόνον να ταυτίζεται με την αριστεία στην παιδεία. Είναι, βεβαίως, η πρώτη και βασικότερη μορφή της. Η αριστεία όμως και στην επαγγελματική, την καλλιτεχνική, την αθλητική, την κοινωνική, τη φιλανθρωπική, την ηθική ή και την ψυχική της διάσταση πρέπει να βραβεύεται. Διότι δεν αποτελεί μόνον το αποτέλεσμα της ατομικής θυσίας του αριστεύσαντος αλλά και την ελπίδα «αντανάκλασης» της αριστείας του στο σύνολο της κοινωνίας συμβάλλοντας στην εξέλιξή της.

Το κράτος να μεριμνήσει ώστε να διατηρηθούν τα Πρότυπα και Πειραματικά Σχολεία και να ενισχυθεί η ανώτατη εκπαίδευση και η σύνδεσή της με την αγορά εργασίας στοχεύοντας στο «brain gain» και την αξιοκρατική ανάδειξη και των δύο φύλων.

* Αν. καθηγήτρια Διοικητικού Δικαίου Παντείου Πανεπιστημίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ