ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Nα λύσουμε εξαρχής μια μεγάλη παρεξήγηση: στην περίφημη «Κραυγή» του Εντβαρτ Μουνκ (1893), ίσως το πιο αναγνωρίσιμο έργο τέχνης μετά τη «Μόνα Λίζα» του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, ο πρωταγωνιστής δεν κραυγάζει – τουναντίον, κλείνει τα αυτιά του για να μην ακούει μια τρομακτική, ανυπόφορη κραυγή. Το διευκρίνισε ο ίδιος ο καλλιτέχνης, περιγράφοντας την έμπνευσή του (για την πρώτη από τις πέντε εκδοχές της «Κραυγής», σε παστέλ) στο ημερολόγιό του: «Περπατούσα σ’ ένα μονοπάτι με δυο φίλους, την ώρα που ο ήλιος έπεφτε. Ξαφνικά ο ουρανός έγινε κόκκινος σαν αίμα. Σταμάτησα, νιώθοντας εξαντλημένος, και στηρίχτηκα σ’ έναν φράχτη. Εβλεπα αίμα και γλώσσες φωτιάς πάνω από το μαύρο-μπλε φιορδ και την πόλη. Οι φίλοι μου προχώρησαν κι εγώ έμεινα εκεί, τρέμοντας από την αγωνία. Κι ένιωσα ένα ατέλειωτο ουρλιαχτό να διαπερνά τη φύση»...


Ο Νορβηγός ζωγράφος άφησε πίσω του περίπου 1.100 πίνακες, 4.500 σχέδια, μαζί με εκατοντάδες χαρακτικά και ξυλογραφίες. Εδώ, «Μοντέλο στον καναπέ» (1924-26) έργο από την ενότητα «Οι άλλοι».

Είναι απαραίτητη αυτή η διευκρίνιση, γιατί από την έκθεση για την οποία γράφεται αυτό το κείμενο απουσιάζει το πιο διάσημο έργο του Νορβηγού πρωτοπόρου του εξπρεσιονισμού. Οχι τυχαία. Στόχος της εξαρχής ήταν να συστήσει στο κοινό τον ζωγράφο πίσω, πέρα, χωρίς την «Κραυγή» – διαλέξτε εσείς το επίρρημα που σας ταιριάζει. Κι όπως λέει ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, «τέχνη δεν σημαίνει μόνο να δημιουργείς αλλά και να ψάχνεις. Τι αφορά αυτή η αναζήτηση; Τρόπους να μπεις στην πραγματικότητα, να μπεις στον κόσμο». Αυτό προσπάθησε ο γνωστός, και επίσης Νορβηγός, συγγραφέας, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του επιμελητή της έκθεσης που (μετά το Βρετανικό Μουσείο, την περασμένη άνοιξη) τώρα φιλοξενείται στην γκαλερί Κ20 του μουσείου Kunstsammlung NRW, στο Ντίσελντορφ: να μπει στον κόσμο του Μουνκ, να τον εξερευνήσει, να ρίξει γέφυρες ανάμεσα στην εποχή του και στο σήμερα, να μας αποκαλύψει διαφορετικές πτυχές του καλλιτέχνη και του ανθρώπου, να τον κατανοήσει και να μας βοηθήσει να τον κατανοήσουμε κι εμείς.


Εδώ, «H γυναίκα με τις παπαρούνες» (1918-19), έργο από την ενότητα «Φως και τοπίο».

Με λίγα λόγια, να εκπληρώσει αυτό που είχε πει κάποτε ο Γάλλος φιλόσοφος Μορίς Μερλό-Ποντί: «Οι συγγραφείς δεν πρέπει να υποτιμούν την εργασία και τη μελέτη των ζωγράφων, την προσπάθειά τους που μοιάζει με προσπάθεια σκέψης και που μας επιτρέπει να μιλάμε για μια γλώσσα ζωγραφικής». Με τα εργαλεία του συγγραφέα, με την παρατηρητικότητα, τη διεισδυτική ματιά αλλά και την ενσυναίσθηση, ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ προσεγγίζει τον συμπατριώτη του Εντβαρτ Μουνκ και «μεταφράζει» την εικαστική γλώσσα του. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό, όπως μαρτυρούν οι ουρές των επισκεπτών στα εκδοτήρια εισιτηρίων της Κ20, ειδικά τα Σαββατοκύριακα – Κυριακή βρέθηκα στη γερμανική γκαλερί και επικρατούσε το αδιαχώρητο. Η έκθεση χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: «Φως και Τοπίο», «Το Δάσος», «Χάος και Ενέργεια», «Οι Αλλοι».


Ο Εντβαρντ Μουνκ (1863-1944).

Το ενδιαφέρον του Κνάουσγκορντ για τον Μουνκ έχει αφετηρία στα εφηβικά του χρόνια, όταν είδε για πρώτη φορά πίνακές του στην Εθνική Πινακοθήκη του Οσλο. Ηταν μόλις 17 ετών. «Δεν είχα δει πολλή τέχνη ακόμα τότε, στην πραγματικότητα δεν είχα ξαναμπεί ποτέ σε μουσείο, όμως είχα διαβάσει κάμποσα βιβλία και μπορούσα να συγκρίνω αυτό που έβλεπα στα έργα του με την επίδραση που ασκούσαν πάνω μου τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι: ήταν άμεσο και έντονα συναισθηματικό. Οχι ακριβώς αντι-διανοητικό, αλλά σαν να μην είχε σχέση με τη νόηση. Με καθήλωνε και σε αυτή την ηλικία χρειάζεται κανείς την υπαρξιακή διάσταση της τέχνης...».


Η εντυπωσιακή εσωτερική αυλή της Kunstsammlung του Ντίσελντορφ.

Αργότερα, στη διάρκεια των σπουδών του στο πανεπιστήμιο του Μπέργκεν –Λογοτεχνία και Ιστορία της Τέχνης– το ενδιαφέρον του εξελίχθηκε σε πάθος, σχεδόν σε εμμονή, όπως έχει πει ο ίδιος, την οποία τροφοδοτούσαν όχι μόνο τα έργα του Μουνκ αλλά και οι αντιφάσεις του και η ζωή του. Γεννημένος το 1863, έμεινε ορφανός από μητέρα (πέθανε από φυματίωση) σε ηλικία πέντε ετών, και έζησε με τον τυραννικό πατέρα του (ήταν στρατιωτικός γιατρός). Εχασε τη μεγαλύτερη αδελφή του, την οποία υπεραγαπούσε, στα δεκατρία του. Ταλαιπωρούνταν από άσθμα και βρογχίτιδα. Ηταν νάρκισσος και αντικοινωνικός, καθώς και αλκοολικός. Υπέστη τουλάχιστον δύο σοβαρούς νευρικούς κλονισμούς. Αδυνατούσε να δεθεί με τις γυναίκες, δεν παντρεύτηκε ποτέ, είχε αμέτρητες ερωμένες· μία μάλιστα έκανε απόπειρα αυτοκτονίας μην αντέχοντας τoν χωρισμό τους.

«Αν όμως θέλει κανείς να τον “αποκωδικοποιήσει”, πρέπει να δει όλα αυτά σε σχέση με τις απώλειες που βίωσε· τα έργα του ήταν σε μεγάλο βαθμό ένας τρόπος να τις διαχειριστεί. Η ζωή του ήταν γεμάτη αγωνία. Ενιωθε απροστάτευτος απέναντι στον κόσμο και η ζωγραφική λειτουργούσε ως ασπίδα προστασίας», επιμένει ο Κνάουσγκορντ. Το έχει παραδεχθεί και ο ίδιος ο ζωγράφος, γράφοντας: «Ολη μου τη ζωή την πέρασα περπατώντας στο πλάι ενός απύθμενου γκρεμού. Αλλά χωρίς την ασθένεια και την απελπισία, θα ήμουν ένα πλοίο χωρίς πηδάλιο»...


«Δύο υπηρέτριες» (1915).

Χιλιάδες πίνακες και σχέδια

Το 1944 ο Μουνκ πέθανε σε ηλικία 81 ετών. Αφησε πίσω του ένα τεράστιο καλλιτεχνικό corpus: περίπου 1.100 πίνακες, 4.500 σχέδια, μαζί με εκατοντάδες χαρακτικά και ξυλογραφίες. Σπάνια πουλούσε τις δημιουργίες του, δεν ήθελε να τις αποχωριστεί. Το να επιλέξει, ανάμεσά τους, τα 138 της έκθεσης ήταν διαδικασία ιδιαίτερα επίπονη για τον επιμελητή της. Τα 19 έργα της ενότητας «Φως και Τοπίο» παρουσιάζουν κήπους και ακτές, αλλά και ανθρώπους που εργάζονται στους αγρούς. Στο «Δάσος», τα δένδρα του Μουνκ αποκτούν μια παράξενη, σχεδόν μεταφυσική διάσταση. Στο «Χάος και Ενέργεια» φωτίζονται οι συναισθηματικές και ψυχολογικές δυνάμεις που τον κινητοποιούσαν, ενώ η τελευταία ενότητα, «Οι άλλοι», συνιστά ουσιαστικά ένα άλμπουμ της ζωής του, με πορτρέτα συγγενών, φίλων, γυναικών που τράβηξαν για λίγο την προσοχή του...


«Ηλικιωμένος άνδρας με γυμνή γυναίκα στην αγκαλιά του» (1913-15)

«Ολα έχουν να κάνουν με την παρουσία, δεν συμφωνείτε; Η παρουσία ενός ανθρώπου, ενός τοπίου, ενός δωματίου, ενός δένδρου. Και η παρουσία ενός πίνακα, που φέρνει έναν άνθρωπο, ένα τοπίο, ένα δωμάτιο, ένα δένδρο στο προσκήνιο. H ζωγραφική έχει να κάνει με το πώς αντιλαμβάνεται ο καλλιτέχνης τον κόσμο. Η απόσταση ανάμεσα στην αντίληψή του και σ’ αυτό που ζωγραφίζει πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη. Το ταλέντο του Μουνκ έγκειται στην ικανότητά του όχι μόνο να αποτυπώνει όσα αντιλαμβάνεται αλλά και στο να μεταδίδει όσα βρίσκονται πίσω από αυτά που “πιάνει” το βλέμμα», όπως σημειώνει στον κατάλογο της έκθεσης ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ.


Μουσείο Kunstsammlung NRW, γκαλερί Κ20, Ντίσελντορφ, έως την 1η Μαρτίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ