ΠΟΛΗ

Μια κρυμμένη αυλή στο Θησείο, ένας αθηναϊκός κόσμος σε σιωπή

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Στην οδό Βασίλης 17, στο Θησείο. Εγκαταλελειμμένο σπίτι με αρχαία σύμβολα, σβάστικες και μαίανδρους.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Σε μια στροφή του δρόμου, από την Πουλοπούλου προς την Αμφικτύονος, νιώθεις τον κραδασμό της ενδοχώρας του Θησείου. Τέτοιο είναι το βάθος του ίχνους σε αυτήν την παλιά, αθηναϊκή γειτονιά, ακόμη ανεξερεύνητη στην ολότητά της. Το λέω, με δόση αυθαιρεσίας, βασιζόμενος στη δική μου εμπειρία, στα δικά μου βήματα που οδηγούσαν το βλέμμα μου και τις αισθήσεις όλες, κάτω από τις θαλερές νεραντζιές των μικρών δρόμων. Σκιερή βρήκα και πάλι την οδό Βασίλης, στενή και μυστηριακή, σε μια σιωπή κυριακάτικη.

Είχα προσπεράσει εκείνο το ρόδινο νεοκλασικό σπίτι, στη γωνία Αμφικτύονος και Πουλοπούλου, και είχε στο νου μου σταλάξει και έβαφε το βλέμμα μου εκείνο το χρώμα στον σοβά, η αθηναϊκή τερακότα, εκείνο το νερόχρωμα που έφτιαχναν οι μαστόροι της Αθήνας, και που το έβλεπα θραυσματικά στην επιδερμίδα του σπιτιού. Αυτήν την τερακότα, μια βαθιά ώχρα ανακατεμένη, θαρρείς, με χρώμα της σκουριάς, που έφτιαχνε αυτό το γλυκό ροδακινί, με τη χνούδα της σάρκας του, μια αττική πηγή θερμότητας και αισθησιασμού, τη βρήκα σχεδόν πανομοιότυπη, αρκετά τετράγωνα πιο κάτω, και στο περίκλειστο αρχοντικό Ακταίου και Λυκομηδών. Ενα σπίτι από μόνο του μυστήριο, ιδιοκτησία της Αρχαιολογικής Εταιρείας, περικαλλής οίκος στον κανόνα του αθηναϊκού κλασικισμού.

Αλλά ήμουν ακόμη πίσω, στους πρώτους δρόμους του Θησείου και είχα σκοπό να σύρω αργά τα βήματά μου εκεί γύρω: Βασίλης, Ηρακλειδών, Ηγίου... Από την Αμφικτύονος έστριψα δεξιά στη Βασίλης. Η Βασίλη ήταν χθόνια θεότητα της Αθήνας, και αυτός ο γραφικός δρόμος τη μνημονεύει. Εκεί στη γωνία, έβλεπα προς τα πάνω στην Αποστόλου Παύλου, και τη σειρά των τριών σπιτιών της οδού Βασίλης στην αριστερή πλευρά του δρόμου, σαν πρόσωπα με σφαλιστά μάτια. Αυτά τα σπίτια τα είχα χαιρετήσει παλαιότερα, αυτήν τη φορά, έστριψα τη Βασίλης δεξιά προς την Ακταίου.

Φουντωτές οι νεραντζιές, κρατούσαν τη μαύρη σκιά τους στον μικρό δρόμο. Εβλεπα τα νεράντζια, σαν χρυσά μήλα, καρποί μιας σχεδόν ψευδαισθητικής συνύπαρξης με τα σπίτια και τις πολυκατοικίες. Υπήρχε μια ατμόσφαιρα σιωπής εκείνη την ώρα, δεν ένιωθα ούτε καν βλέμματα ή σκιές πίσω από κουρτίνες. Ενιωθα μόνος σε ένα δρόμο μικρό μιας παλιάς γειτονιάς και δεξιά, στον αριθμό 17, με τράβηξε το σπίτι που έδειχνε κλειστό και ακατοίκητο. Ηταν από αυτά τα μονώροφα, που ήταν γεμάτη η Αθήνα, ένα σπίτι κίτρινο, από μόνο του έβγαζε τίτλο για λαϊκό παραμύθι. Ηταν χαριτωμένο στην απλότητά του, τα παράθυρα στη σειρά έβγαζαν στον δρόμο, στο σπίτι έμπαινες από την αυλόπορτα, που ήταν ξύλινη (ανάμεσα σε δωρικές παραστάδες) και είχε επίστεψη πλούσια και ψηλή. Μου έκανε εντύπωση η διακοσμητική ταινία που από μακριά μπορούσα να διακρίνω ότι ήταν μια σύνθεση από σβάστικες και μαιάνδρους.

Να, ένα μικρό αξιοθέατο της Αθήνας, όπως την έφτιαξαν κάποτε οι άνθρωποί της και που δεν θα βρεις ποτέ σε κανέναν επίσημο οδηγό της πόλης. Ενα σπίτι απλό, με μια αίσθηση συνοικιακού μεγαλείου, και με τις σβάστικες τραβηχτές στον σοβά, όπως τις μετέφερε ο μάστορας από τα αστικά μέγαρα του κέντρου. Να είχε δει τα κάγκελα στο Ιλίου Μέλαθρον;

Η ξεχαρβαλωμένη πόρτα, βαμμένη σε ένα χρώμα καστανό ξανθό, σαν μελένιο, δεν είχε πια ρόπτρα. Ηταν σφαλισμένη με μπάρα, αλλά από τα ανοίγματα κάθε φύλλου, με τις σιδερένιες γιρλάντες τους, φανερώνονταν η αυλή και η είσοδος στο σπίτι. Πλακόστρωτο το δάπεδο, και δεξιά, μέσα στην αυλή, δυο κόγχες, στον τοίχο, στον χρώμα της ώχρας και αυτές. Μπορούσα να φανταστώ υδρίες, πήλινα σταμνιά με δροσερό νερό, να στέκουν στους θόλους, που είχαν μαρκίζες και τραβήγματα. Μια κοπέλα του σπιτιού, μια κόρη, θα έφερνε νερό, θα πότιζε μια γλάστρα...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη