ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ασπρόμαυρη φωτογραφία, αργό τράβελινγκ στο εσωτερικό ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού, στους άδειους τοίχους και στα παράθυρα. «Ενα πρωί με νησιά και με μαρμάρινα λιοντάρια ο τόπος τούτος», ακούγεται η φωνή του Κωνσταντίνου Βήτα διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Ορίζοντας». Με αυτόν τον τρόπο οι λέξεις τοποθετούνται διακριτικά και ήσυχα μέσα στο ηλεκτρονικό ηχοτοπίο που έχει συνθέσει, ελάχιστο δείγμα της παράστασης που θα δούμε σε λίγες ημέρες στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ.

Επειδή η Κωνσταντίνος Βήτα αγαπάει την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου από παλιά –ήταν έφηβος όταν ένας οικογενειακός φίλος τού δώρισε δύο μικρές συλλογές, το «Θυρωρείο» και το «Μακρινό»–, επειδή μέσα από αυτήν ανακάλυψε πράγματα για τη ζωή και την ανθρώπινη φύση, επειδή «τα ποιήματά του μεταμορφώνονταν σε κοφτερά μεγάλα βράχια που πάνω τους έσκαγαν ολόμαυρα κύματα» κι επειδή «η ποίησή του είναι εξομολογητική, γεμάτη από ανείπωτους ήχους και ακρωτήρια», πρότεινε στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ μια παράσταση αφιερωμένη σε εκείνον. Ετσι ξεκίνησε η ιδέα για τη δημιουργία του έργου «Ο κόσμος είναι ένας», που ο ίδιος χαρακτηρίζει «ένα ηλεκτρονικό ταξίδι στο εσωτερικό σύμπαν του ποιητή». Και όπως ήταν μάλλον αναμενόμενο, η πρόταση αρχικά έφερε τους αποδέκτες της σε αμηχανία.


Τα δέντρα από ψηλά «Και το χέρι σαν το κίτρινο γάντι πεσμένο στη μαρμάρινη σκάλα/ μπορεί να σηκωθεί, να γνέψει, να χτυπήσει από μέσα το τζάμι/ ή v’ απομείνει εκεί, πατημένο απ’ το πόδι των νυχτοφυλάκων/ ή να καλλιγραφήσει, περασμένα μεσάνυχτα, με ίση ευλάβεια/ τη λέξη εδώ ή εκεί, τη λέξη αρχή ή και τέλος».

«Ισως θεώρησαν ότι ήταν περίεργο να ασχοληθώ εγώ με αυτόν τον ποιητή», λέει ο Κωνσταντίνος Βήτα, καλλιτέχνης ανήσυχος και ανατρεπτικός, που από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν δημιούργησε τους Στέρεο Νόβα, έως και σήμερα, πειραματίζεται με τον ηλεκτροακουστικό ήχο. «Εγώ όμως τον καταλαβαίνω, και χρόνια τώρα ήθελα να κάνω έναν δίσκο με τα ποιήματά του. Ολοι μού έλεγαν να το αναβάλω. Περίμενα λοιπόν, και στο μεταξύ διάλεγα ποιήματα. Λόγω του πολιτικού αέρα που έπνεε στις προηγούμενες δεκαετίες,  ίσως το έργο του παραγκωνίστηκε. Προσωπικά τον θεωρώ κορυφαίο και πιστεύω ότι ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς του είναι βαθιά υπαρξιακό· σαν δημοτική ποίηση με ένα αστικό άγγιγμα. Διαθέτει βαθιά κατανόηση απέναντι στη ζωή επειδή και ο ίδιος πέρασε μέσα από μεγάλες δυσκολίες. Εκεί βρήκε η ποίηση έδαφος για να ριζώσει. Μέχρι τον θάνατό του έγραφε. Ζούσε μέσα από την ποίηση, ήταν ο αέρας του, το οξυγόνο του».

 
Ο Κωνσταντίνος Βήτα και ο Νίκος Πατρελάκης (μπροστά) δημιούργησαν ένα πορτρέτο του Γιάννη Ρίτσου φτιαγμένο από λόγο, μουσική και εικόνες.

Διαλέγοντας λοιπόν είκοσι ποιήματα από το σύνολο του έργου του Ρίτσου, τα πιο στοχαστικά, «εκείνα που δείχνουν τη σχέση του με το σύμπαν, με τον Θεό, με την ανθρώπινη ουσία», ο Κωνσταντίνος Βήτα και ο μουσικός και σκηνοθέτης Νίκος Πατρελάκης, που συνεργάστηκε μαζί του, δημιούργησαν ένα πορτρέτο του ποιητή φτιαγμένο από λόγο, μουσική και εικόνες.

Σε είκοσι «σκηνές», όπως τις ονομάζει ο Πατρελάκης, οι δύο συνεργάτες προσπαθούν να εκφράσουν «τη συνομιλία του ορατού με το αόρατο» που «διάβασαν» μέσα στους στίχους του Ρίτσου. Το έργο είναι μια ζωντανή εγκατάσταση, με πρωτότυπη μουσική και επεξεργασμένα βίντεο που κινηματογραφήθηκαν ειδικά για την παράσταση. «Βασικός μας σκοπός ήταν να περάσει αυτούσια η ποίηση στο κοινό», λέει ο σκηνοθέτης. «Δημιουργήσαμε ένα περιβάλλον το οποίο δεν αποσπά την προσοχή του θεατή, για να παρακολουθεί απερίσπαστος τον λόγο».


Τα στάχυα «Μονάχα/ εκείνες οι γαλάζιες στάλες της μπογιάς χάμω στο πάτωμα/ ήταν σαν αποξεραμένα ψίχουλα ενός μεγάλου ουρανού/ που τον κατάφαγαν/ κάτι άγνωστα, σταχτιά, κούφια πουλιά με γαμψό ράμφος».

Η συλλογή των εικόνων έγινε τον περασμένο χρόνο για περίπου ένα μήνα. Ο Νίκος Πατρελάκης και ο Κώστας Κατριός περιπλανήθηκαν στα μέρη του ποιητή, εκεί όπου πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του ορίζοντας την καλλιτεχνική του δημιουργία. Η συγκλονιστική φύση της Ανατολικής Πελοποννήσου, από τη Μονεμβάσια ώς τον Κάβο Μαλιά, κινηματογραφήθηκε στο πέρασμα δύο εποχών –καλοκαίρι και φθινόπωρο–, σε μια προσπάθεια να «μεταφραστεί η ομορφιά της φύσης σε κάτι κατανοητό». Αφού ολοκληρώθηκαν τα γυρίσματα, έγινε η επεξεργασία του υλικού σε σχέση με τη μουσική, έτσι ώστε να έρθει πιο κοντά στο ηχόχρωμα της σύνθεσης. Στην παράσταση κάθε ποίημα είναι σύντομο, διαρκεί όσο κρατάει η απαγγελία την οποία κάνουν ο Κωνσταντίνος Βήτα και η Ολια Λαζαρίδου, και έχει τη δική του μουσική ταυτότητα. «Τα ποιήματα δεν θα διαβάζονται στη σκηνή ζωντανά, έχουν προηχογραφηθεί», λέει ο συνθέτης. «Μολονότι με ενδιαφέρει η ποίηση, όσες φορές βρέθηκα σε απαγγελίες, πέρασα πολύ άσχημα. Ολοι προσπαθούσαν να δώσουν ένα συναίσθημα, και τότε το ποίημα εξαφανιζόταν. Γι’ αυτό επέλεξα έναν ουδέτερο τρόπο ανάγνωσης, ώστε να γίνει το ποίημα σαν μια σελίδα. Να υπάρχει αυτό και τίποτε άλλο».


Ασπρόμαυρη θάλασσα «Ολα ξεχάστηκαν πριν ειπωθούν/ Κι η σιωπή δεν είναι καταφύγιο/ 26 Νοεμβρίου/ Τούτα τα κρύα μάς δυσκολεύουνε/ Το νερό παγωμένο, το φαΐ παγωμένο».

Αντίθετα με τον λόγο, η μουσική θα παιχτεί ζωντανά, «ένα ηλεκτρονικό έργο στα όρια ενός σύγχρονου μπαρόκ ήχου, με δύο όργανα που “παντρεύονται” διαρκώς και δημιουργούν ατμόσφαιρες», λέει ο Βήτα. «Ολοι δουλέψαμε χωρίς να θέλουμε να κάνουμε εντύπωση. Προσεγγίσαμε τον Ρίτσο δωρικά, όπως ήταν κι ο ίδιος. Λιτά, χωρίς καμία υπερβολή. Θέλαμε να αφήσουμε χώρο ώστε μέσα από τη μουσική και την εικόνα να αναδειχθεί η σκέψη του».

Εναλλακτική Σκηνή ΕΛΣ 30/1 - 2/2.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ