ΕΛΛΑΔΑ

Πρόεδρος Συνδέσμου Ελληνικών Κολεγίων στην «Κ»: «Η πολιτεία να αξιολογήσει την ποιότητα των κολεγίων»

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ελέγξτε τα κολέγια με ποιοτικούς όρους!» προτείνει στο υπουργείο Παιδείας ο κ. Βασίλης Δασκαλάκης. Είναι έμπειρος στον χώρο των ιδιωτικών κολεγίων στην Ελλάδα. Εχει ζήσει την πολυκύμαντη ιστορία τους από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 όταν η Οδηγία 36/2005 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όρισε ότι τα πτυχία των ευρωπαϊκών ΑΕΙ και των παραρτημάτων τους πρέπει, στο πλαίσιο της κοινής ευρωπαϊκής αγοράς, να αναγνωρίζονται σε όλες τις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Βέβαια, στη χώρα μας η απαγόρευση των μη κρατικών ΑΕΙ, βάσει του άρθρου 16 του ελληνικού Συντάγματος αποτέλεσε το βασικό όπλο κατά της αναγνώρισης των πτυχίων των κολεγίων. Το θέμα επανήλθε, για μία ακόμη φορά, τελευταία στο προσκήνιο μέσω της οξείας αντιπαράθεσης για τη νομοθετική αναγνώριση των πτυχίων παιδαγωγικών από κολέγια.

Σήμερα, μιλώντας στην «Κ», ο Βασίλης Δασκαλάκης από τη θέση του προέδρου του Συνδέσμου Ελληνικών Κολεγίων καταθέτει την πρότασή του προς την κυβέρνηση για αξιολόγηση από την ελληνική πολιτεία των κολεγίων και την αναγνώρισή τους ως ξένων πανεπιστημίων στην Ελλάδα. Πρώτο και κύριο μέλημα είναι η αναβάθμιση του ακαδημαϊκού επιπέδου των διδασκόντων στα κολέγια. Αλλωστε, υπάρχουν αναφορές ότι στον κλάδο επισημαίνονται στρεβλώσεις και θολά σημεία, για τα οποία ερωτηθείς ο κ. Δασκαλάκης στηλίτευσε.

Ειδικότερα, στην Ελλάδα λειτουργούν περί τα 30 κολέγια με άδεια ίδρυσης από το υπουργείο Παιδείας. Τα περισσότερα έχουν βάση σε Αθήνα ή Θεσσαλονίκη ενώ κάποια έχουν και παραρτήματα. Τα κολέγια προσφέρουν σπουδές σε αντικείμενα με καλή ζήτηση στην αγορά εργασίας (ενδεικτικά: πληροφορική, οικονομικά, ναυτιλιακές σπουδές, ψυχολογία, τηρουμένων των αναλογιών βέβαια λόγω της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα) και τα περισσότερα συνεργάζονται με ευρωπαϊκά πανεπιστήμια (κυρίως βρετανικά), ενώ ορισμένα ακολουθούν πρόγραμμα σπουδών κατά τα αμερικανικά πρότυπα. Στα προπτυχιακά προγράμματα φοιτούν περίπου 10.000 σπουδαστές και στα μεταπτυχιακά περίπου 5.000 σπουδαστές. Το κόστος των τριετών προπτυχιακών σπουδών κινείται από 4.000 έως 8.000 ευρώ ετησίως, και των μεταπτυχιακών από 5.000 έως 10.000 ευρώ για όλη τη διάρκεια του προγράμματος.

«Ακούω συχνά αρνητικές εντυπώσεις για τα κολέγια. Δεν μπορούμε να τις αγνοούμε, αυτό που έχουμε ως αντεπιχείρημα είναι η αξιολόγηση του έργου και της αποτελεσματικότητάς μας. Για να ενισχύσουμε τη θεσμική μας θέση στην Ελλάδα οφείλουμε να επενδύσουμε στην ποιότητα. Γι’ αυτό προτείνω στο υπουργείο Παιδείας, να προχωρήσει σε ουσιαστικό έλεγχο των ποιοτικών στοιχείων της λειτουργίας των κολεγίων», παρατηρεί ο κ. Δασκαλάκης.

Κατά τις αξιολογήσεις της λειτουργίας εκπαιδευτικών δομών όπως τα ΑΕΙ, το βάρος δίνεται στο ακαδημαϊκό προφίλ των διδασκόντων, στα προγράμματα σπουδών τους, στις υποδομές, στον τρόπο οργάνωσης των σπουδών (π.χ. εξετάσεις, βαθμολογήσεις). Καθώς τα κολέγια συνεργάζονται (μέσω δικαιόχρησης - franchise) με ευρωπαϊκά –στην συντριπτική πλειονότητα βρετανικά– πανεπιστήμια, θεωρούνται παραρτήματά τους και αξιολογούνται από την Quality Assurance Agency for Higher Education (QAA) και από το συνεργαζόμενο πανεπιστήμιο. Από την άλλη, στην Ελλάδα από αρμόδια επιτροπή του υπουργείου Παιδείας πριν αναγνωριστεί ένα πτυχίο κολεγίου ζητούνται προγράμματα σπουδών, ζητούνται πιστοποιήσεις από την σε εκείνη τη χώρα ανεξάρτητη αρχή, η οποία πιστοποιεί την ποιότητα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (π.χ. η QAA). Επίσης, τα ίδια τα ελληνικά κολέγια είναι υποχρεωμένα να καταθέτουν στο υπουργείο τη σύμβαση συνεργασίας τους με το βρετανικό πανεπιστήμιο.

Ουσιαστικά, η πρόταση του κ. Δασκαλάκη είναι:

• Να οριστεί το 75% ως ελάχιστο ποσοστό καθηγητών με διδακτορικό τίτλο που πρέπει να έχουν τα κολέγια. Στα δημόσια πανεπιστήμια της χώρας ο διορισμός σε κάποια καθηγητική βαθμίδα απαιτεί κατ’ ελάχιστον διδακτορικό τίτλο.

• Στον αντίποδα, τα κολέγια να μπορούν να έχουν, έως το 3% του συνόλου των καθηγητών τους, διδάσκοντες χωρίς ακαδημαϊκά προσόντα, οι οποίοι ωστόσο έχουν εγνωσμένη εμπειρία ή κύρος στον επαγγελματικό τους χώρο (π.χ. αρχιτέκτονες), και οι οποίοι θα εστιάζουν στο πρακτικό κομμάτι των σπουδών.

• Να αξιολογείται το κολέγιο με βάση τη δημοσιευμένη έρευνα των διδασκόντων του. Την ίδια στιγμή, κατά την μελέτη των υποψηφιοτήτων για μία θέση διδάσκοντα, τα εκλεκτορικά σώματα των δημόσιων ΑΕΙ αξιολογούν και το ερευνητικό έργο-δημοσιεύσεις των υποψηφίων. 

• Εάν κριθεί απαραίτητο από τη διαβούλευση, τα τεθεί και ένα βαθμολογικό όριο στο απολυτήριο λυκείου για την εισαγωγή των φοιτητών στα κολέγια.

• Επίσης, πρέπει να εξετάζεται το σύνολο του ενεργητικού κάθε κολεγίου, το οποίο θα εξασφαλίζει τη βιωσιμότητά του.

Σήμερα, πολλά κολέγια έχουν διδάσκοντες χωρίς διδακτορικό, αλλά μόνο μεταπτυχιακό τίτλο. Ο λόγος φυσικά είναι το κόστος εργασίας. Η υπερπληθώρα κατόχων μεταπτυχιακών οδηγεί σε υπερπροσφορά, με αποτέλεσμα κολέγια να πληρώνουν το ωριαίο μάθημα σε πολύ χαμηλές τιμές (στελέχη της αγοράς μιλούν ακόμη και για 15-20 ευρώ).

Την ίδια στιγμή, κρίνεται απαραίτητο το υπουργείο Παιδείας να εστιάζει και στη διάρθρωση των ετών σπουδών. Και αυτό διότι φέρεται να υπάρχουν πτυχία bachelor που αποκτώνται έπειτα από διετή φοίτηση σε ΙΕΚ και ένα χρόνο προπτυχιακών σπουδών. Κάτι που δεν συνιστά πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Η πρόταση του κ. Δασκαλάκη είναι οι απόφοιτοι των ΙΕΚ να μπορούν να περνούν σε σπουδές για bachelor, αλλά να τους αναγνωρίζεται μόνο το ένα έτος των σπουδών κατάρτισης και να χρειάζονται δύο επιπλέον χρόνια προπτυχιακών σπουδών.

Μέσω της ακαδημαϊκής αξιολόγησης, τα κολέγια επιδιώκουν να ενισχύσουν το προφίλ τους ως «τριτοβάθμια εκπαίδευση του εξωτερικού στην Ελλάδα».

Στόχος, ο περιορισμός της φυγής προς τα έξω

Πρόθεση των ιδιοκτητών των ελληνικών κολεγίων-παραρτημάτων ευρωπαϊκών ΑΕΙ είναι να περιορίσουν τη φυγή των Ελλήνων προς τα κυπριακά πανεπιστήμια και να «καρπωθούν» αυτούς τους υποψήφιους φοιτητές, αλλά και να προσελκύσουν φοιτητές από τρίτες χώρες. Ηδη, αντιμετωπίζουν τον σκληρό ανταγωνισμό των κυπριακών πανεπιστημίων, ενώ δέχονται και παράπλευρές πιέσεις εξαιτίας της προσπάθειας της Βρετανίας να ενισχύσει το κύμα των ξένων φοιτητών προς τα πανεπιστήμιά της. Η ποιοτική αναβάθμιση των κολεγίων θα ενισχύσει την προσπάθεια διεθνοποίησής τους, καθώς οι κατατάξεις των ΑΕΙ στις διεθνείς λίστες αξιολόγησης μετρούν ιδιαίτερα.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τον νόμο 4093/2012, επεκτάθηκε η αναγνώριση των ευρωπαϊκών πανεπιστημιακών πτυχίων, που δίδονται και μέσω της φοίτησης σε κολέγιο, ώστε να καλύπτονται όλες οι ειδικότητες και όλα τα επίπεδα σπουδών (Bachelor, Master, PhD). Συγκεκριμένα, υιοθετήθηκε η έννοια της επαγγελματικής ισοδυναμίας όλων των πανεπιστημιακών πτυχίων που δίνονται από πανεπιστήμια χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τα αντίστοιχα που δίνονται από ελληνικά πανεπιστήμια και ΤΕΙ.  Ετσι, καθώς είναι παραρτήματα ευρωπαϊκών ΑΕΙ, αποτελούν μια οικονομικότερη λύση για όσα παιδιά δεν ήθελαν ή δεν είχαν τη δυνατότητα να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Βέβαια, παράγοντες με μακρόχρονη δραστηριοποίηση στον χώρο αναφέρουν ότι τα κολέγια δέχονται ανταγωνισμό από τα κυπριακά πανεπιστήμια, που προσελκύουν για σπουδές Ελληνες αποφοίτους λυκείου. Η Ελλάδα αναγνωρίζει τα πτυχία τους, τα οποία άλλωστε παρέχονται ύστερα από σπουδές στην ελληνική γλώσσα. «Θα μπορούσαμε να έχουν απόφοιτους λυκείου που σήμερα προτιμούν τα κυπριακά πανεπιστήμια. Για τον λόγο αυτό πρέπει να ενισχύουμε την ακαδημαϊκή φυσιογνωμία μας», παρατηρεί ο κ. Δασκαλάκης.

Επίσης, τα κολέγια έχουν κάνει προσπάθειες να προσελκύσουν φοιτητές από την Ασία (το ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στην Κίνα) αφού απονέμουν πτυχία βρετανικών ΑΕΙ.  Ο ακαδημαϊκός έλεγχος από το υπουργείο Παιδείας θα αποτελέσει κίνητρο για βελτίωση των κολεγίων, ενός κλάδου που δεν λείπει ο σκληρός, εσωτερικός ανταγωνισμός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ