ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Η στομωμένη κοινωνία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ελληνική εκπαίδευση (στη φωτ. η πανεπιστημιούπολη) ούτε προωθεί γενικά την οικονομική ανάπτυξη ούτε διευκολύνει ειδικά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας.

«Στομώνω: 1. Κάνω κάτι να γίνει λιγότερο κοφτερό. 2. (μτφ. λογοτ.) για κάτι που χάνει την οξύτητα ή την ικανότητά του». Μιμούμαι εδώ τον τρόπο που ο Πέτρος Μάρκαρης ξεκινάει κεφάλαια των μυθιστορημάτων του, με την ελπίδα να κατανοήσω το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία, παρά την πρόσφατη πρόοδο των ετών 2018-2019, παραμένει στομωμένη. Αυτή η μεταφορά, με βάση το ρήμα «στομώνω», είναι χρησιμότερη από την παλαιότερη μεταφορά («μπλοκαρισμένη κοινωνία»). Εκείνη την είχε εισαγάγει ο Μισέλ Κροζιέ το 1970 για να χαρακτηρίσει τη γαλλική κοινωνία. Μια από τις σχετικές ιδέες του Κροζιέ ήταν ότι στη Γαλλία της δεκαετίας του 1960 οι πολίτες ζητούσαν περισσότερο κρατικό παρεμβατισμό, ιδιαίτερα μάλιστα κοινωνική προστασία, αλλά ταυτόχρονα ήγειραν και περισσότερες αξιώσεις εναντίον του κράτους, απωθώντας το από την ιδιωτική σφαίρα τους. Για την Ελλάδα, τον ίδιο όρο έχει χρησιμοποιήσει ο Κέβιν Φέδερστοουν, αναφερόμενος στην περίοδο πριν από την κρίση. Η κοινωνία ήταν «μπλοκαρισμένη» γιατί δεν είχε την ικανότητα να διαχειριστεί αντικρουόμενες κοινωνικές αξιώσεις οι οποίες αντανακλούσαν αυξανόμενες προσδοκίες. Η εποχή εκείνη πέρασε, καθώς τώρα, μετά την κρίση, οι προσδοκίες όλων είναι μετρημένες. Και αυτό γιατί, ρεαλιστικά μιλώντας, η ελληνική κοινωνία είναι στομωμένη. Τα κοινωνικά εργαλεία «δεν κόβουν», οι λειτουργίες των θεσμών έχουν αμβλυνθεί. Το πιστοποιούν τα ακόλουθα παραδείγματα από την εκπαίδευση, την απονομή δικαιοσύνης και το κράτος πρόνοιας.

Πρώτον, η ελληνική εκπαίδευση ούτε προωθεί γενικά την οικονομική ανάπτυξη ούτε διευκολύνει ειδικά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Επαναλαμβανόμενες έρευνες μεταξύ ελληνικών επιχειρήσεων δείχνουν ότι πάρα πολλές από αυτές (ορισμένες φορές άνω του 60%) αδυνατούν να καλύψουν κενές θέσεις εργασίας, επειδή δεν βρίσκουν αποφοίτους ΑΕΙ με τις απαραίτητες επαγγελματικές και τεχνικές δεξιότητες (στοιχεία Manpower Group, 2016). Εκθεση του ΣΕΒ σημειώνει ότι «σε συνθήκες εύθραυστης ανάκαμψης του ΑΕΠ και της απασχόλησης, η οικονομία βιώνει το παράδοξο φαινόμενο της υψηλής ανεργίας ... ενώ την ίδια στιγμή πολλές επιχειρήσεις δεν μπορούν να καλύψουν θέσεις εργασίας, όχι μόνον υψηλών αλλά και μεσαίων τεχνικών προσόντων, λόγω έλλειψης των κατάλληλων υποψηφίων με γνώσεις, εμπειρία και δεξιότητες» (ειδική έκθεση, «Σύγχρονες δεξιότητες», 2018).

Δεύτερον, συγκριτικά με άλλα συστήματα, το ελληνικό σύστημα δικαιοσύνης ούτε επιλύει διαφορές ούτε διαχέει αίσθημα δικαιοσύνης μεταξύ των πολιτών. Η Ελλάδα είναι μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. με τη χειρότερη επίδοση ως προς τον χρόνο που απαιτείται για την επίλυση αστικών, εμπορικών, διοικητικών και άλλων υποθέσεων. Μόνο η Μάλτα και η Κύπρος έχουν επιδόσεις χειρότερες από τις ελληνικές σε ό,τι αφορά την έγκαιρη επίλυση διοικητικών διαφορών· και μόνο τα ιταλικά δικαστήρια είναι χειρότερα από τα ελληνικά ως προς τον χρόνο που απαιτείται για την επίλυση αστικών και εμπορικών υποθέσεων. Σε όλη την Ε.Ε. η Ελλάδα, μαζί με την Πορτογαλία και την Ιρλανδία, έχει τα συγκριτικά χαμηλότερα ποσοστά επίλυσης διαφορών στα δικαστήρια (δεδομένα Eu Justice Scoreboard, 2019).

Τέλος, ενώ –λόγω της κρίσης– εύλογα η έμφαση των κυβερνήσεων, τουλάχιστον από το 2017 έως σήμερα, αφορούσε την καταπολέμηση της φτώχειας, δεν υπάρχει καμία πρόοδος ως προς την εισοδηματική ανισότητα. Για δέκα χρόνια, μεταξύ 2005-2015, το πλουσιότερο 10% των Ελλήνων αποσπούσε το 26% του συνολικού εισοδήματος. Την ίδια περίοδο, στο φτωχότερο 10% αναλογούσε μόλις το 2,6% του εισοδήματος, ποσοστό που μετά το 2009 μειωνόταν διαρκώς και έπεσε στο 1,9% το 2015 (στοιχεία knoema.com, world data atlas). Η απουσία αναδιανομής οφείλεται σε πλήθος αιτιών, μια από τις οποίες είναι η στομωμένη κοινωνική πολιτική. Δηλαδή, τόσο πριν από την έναρξη της κρίσης όσο και κυρίως ύστερα από αυτήν, οι μηχανισμοί του κράτους πρόνοιας δεν λειτουργούσαν όσον αφορά την αναδιανεμητική λειτουργία τους.

Πολλοί πιστεύουν ότι όσον αφορά το «στόμωμα» των παραπάνω κοινωνικών εργαλείων, σχεδόν πάντοτε έτσι ήταν. Η κατάσταση δεν έχει αλλάξει σε βάθος χρόνου. Πάντοτε οφειλόταν και οφείλεται σε μακροχρόνιες τάσεις, όπως η μορφωσιολατρία, δηλαδή η επιδίωξη οποιασδήποτε και όσο το δυνατόν ανώτερης μόρφωσης, η δικομανία, δηλαδή η προσφυγή στα δικαστήρια λόγω του μονίμως χαμηλού επιπέδου διαπροσωπικής εμπιστοσύνης μεταξύ μη συγγενών, καθώς και οι διαχρονικές αδυναμίες της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Πράγματι, νοοτροπίες (μορφωσιολατρία, δικομανία) και διαρθρωτικές αδυναμίες του κράτους και της οικονομίας δεν διευκολύνουν αλλαγές σε μια στομωμένη κοινωνία.

Ωστόσο, οι ιστορικές αιτίες του φαινομένου δεν πρέπει να αποκρύβουν τις πρόσφατες και σημαντικότερες αιτίες. Τα κοινωνικά εργαλεία έχουν στομώσει λόγω πράξεων ή παραλείψεων φορέων που προτίμησαν να τα κρατήσουν στομωμένα. Δεν ήταν αναπόφευκτη η αποσύνδεση της εκπαίδευσης από την αγορά εργασίας, ήταν αποτέλεσμα πολιτικής επιλογής, π.χ., με την υποβάθμιση της τεχνολογικής εκπαίδευσης. Δεν ήταν «φυσική» η διόγκωση του αριθμού των εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων, ήταν αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής για πολυνομία και κακονομία και αντίστασης προς την ψηφιοποίηση της λειτουργίας των δικαστηρίων. Δεν ήταν αδήριτη η παγίωση μεγάλων εισοδηματικών ανισοτήτων, ήταν αποτέλεσμα διαρκούς υποσκελισμού των κατάλληλων μέτρων κοινωνικής πολιτικής από άλλες προτεραιότητες.

Με δυο λόγια, δεν είναι απαραίτητο η κοινωνία να παραμείνει στομωμένη λόγω μακροχρόνιων, έστω αποκαρδιωτικών, τάσεων. Σε μεγάλο βαθμό το στόμωμα είναι αποτέλεσμα επιλογής και κατά τούτο μπορεί να αλλάξει.

* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ