Νότης Παπαδόπουλος ΝΟΤΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Οι Βρυξέλλες στη γραμμή Βερολίνου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ενα ταξίδι στις Βρυξέλλες, με συναντήσεις στo κέντρo των αποφάσεων της Ευρώπης, με επιτρόπους, αξιωματούχους της Κομισιόν αλλά και ευρωβουλευτές, είναι πάντα χρήσιμο για έναν δημοσιογράφο. Μέσα σε λίγες ώρες μπορεί να διαμορφώσει άποψη και να αντιληφθεί από πρώτο χέρι τι απασχολεί τους μεγάλους της Ε.Ε. και τι σκέφτονται για την Ελλάδα και τα προβλήματά της.

Εχουμε και λέμε, λοιπόν. Κατ’ αρχήν για τα ελληνοτουρκικά και τις απειλές στην ελληνική εθνική κυριαρχία μετά τις συνεχείς προκλήσεις της Αγκυρας. Κανείς στις Βρυξέλλες δεν βιάζεται να εκφράσει θέση για τέτοιου είδους προβλήματα. Ολοι επικαλούνται τη θεσμική έλλειψη κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας – ωστόσο είναι φανερό ότι στο πίσω μέρος του μυαλού τους είναι ο φόβος της Γερμανίας και των άλλων χωρών της Βόρειας Ευρώπης για τις μεταναστευτική πλημμύρα που μπορεί να προκαλέσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο μια δυσαρεστημένη Τουρκία, αφού πάνω από τέσσερα εκατομμύρια πρόσφυγες και μετανάστες ζουν αυτή τη στιγμή στην τουρκική επικράτεια. Ετσι, όσοι ζητούν από αξιωματούχους της Κομισιόν να μάθουν τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη θα μπορούσε να πιέσει τον κ. Ερντογάν να σταματήσει τις προκλήσεις έναντι της Ελλάδας πέφτουν, κατ’ αρχήν, σε τοίχο. Γίνεται, δηλαδή, αμέσως φανερό ότι η όποια ευρωπαϊκή δήλωση στήριξης της Αθήνας για τους τουρκικούς τσαμπουκάδες στην περιοχή έρχεται με μεγάλη δυσκολία και φειδώ. Και οποιαδήποτε συζήτηση για κυρώσεις κατά της Τουρκίας θα αρχίσει μόνον εφόσον έχει δώσει πρώτα γραμμή το Βερολίνο. Εκτός κι αν κάποια ευρωπαϊκή χώρα (π.χ. Γαλλία) για δικούς της λόγους σηκώσει το γάντι Ερντογάν και κινηθεί κοντύτερα στα ελληνικά συμφέροντα (π.χ. με την αποστολή γαλλικού αεροπλανοφόρου στην Ανατολική Μεσόγειο). Με άλλα λόγια, κι αυτό είναι σημαντικό να το γνωρίζει η κυβέρνηση και να το συνειδητοποιήσει και η ελληνική κοινή γνώμη (που ήδη  εκφράζει στις δημοσκοπήσεις την απογοήτευσή της για την ευρωπαϊκή στάση στο θέμα), σε μία ενδεχόμενη κρίση στο Αιγαίο α λα Ιμια, και πάλι η στάση της Ευρώπης κινδυνεύει να είναι αναιμική – αντίστοιχη με εκείνη του Ιανουαρίου 1996. Τέτοιες μέρες πριν από 24 χρόνια, κανείς από την ευρωπαϊκή πλευρά δεν σήκωσε το τηλέφωνο του Κώστα Σημίτη μέσα στη νύχτα, κι αν δεν ήταν η Ουάσιγκτον και ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, η αντιπαράθεση θα είχε καταλήξει σε πολεμική σύγκρουση.

Αντιθέτως, πιο αποφασισμένη φαίνεται η Ευρώπη στην αντιμετώπιση του μεταναστευτικού προβλήματος, αφού αυτό «καίει» τους πάντες. Το ευρωπαϊκό σχέδιο αναμένεται να συζητηθεί στη Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου και θα κάνει σαφές ότι «το Δουβλίνο είναι νεκρό». Οι απαράδεκτες σημερινές διατάξεις που τιμωρούσαν τις χώρες πρώτης υποδοχής ροών θα αντικατασταθούν με άλλες που θα προβλέπουν σαφώς ισχυρότερη ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Θα γίνει σαφές ότι όλες οι χώρες (τουλάχιστον 20 από τις 27) θα είναι υποχρεωμένες να δέχονται πρόσφυγες σε αριθμούς που θα συμφωνηθούν και όσες αρνηθούν θα πρέπει να πληρώσουν δυσανάλογα υψηλότερο τίμημα στις χώρες που θα αποδέχονται πρόσφυγες. Ακόμη στο σχέδιο της Επιτροπής προβλέπεται η ενίσχυση της φρούρησης των συνόρων με μία αυτόνομη δύναμη συνοριοφυλάκων που θα φτάσει να έχει 10.000 μέλη και η οποία θα αναλάβει μέσα στα επόμενα χρόνια και τη διαδικασία επιστροφής στις χώρες τους όλων όσοι θα κρίνονται ότι δεν δικαιούνται άσυλο.

Οσον αφορά το πάγιο αίτημα της Αθήνας για μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος του 3,5% του ΑΕΠ πριν από το 2022, πηγές της Κομισιόν εξακολουθούν να το αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα και αρνητική διάθεση, επικαλούμενες τη συμφωνία μεταξύ Ε.Ε. - Ελλάδας.

Αναγνωρίζουν μεν ότι η Ελλάδα προχωράει τις μεταρρυθμίσεις και αγωνίζεται να προσελκύσει νέες επενδύσεις που θα ενισχύσουν την αναπτυξιακή της πορεία, αντιλαμβάνονται ότι η διεθνής οικονομική συγκυρία και ιδιαίτερα η επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης στη Γερμανία δεν βοηθούν στο αναπτυξιακό άλμα που θέλει να κάνει η Αθήνα, ωστόσο αφήνουν την όποια απόφαση για αλλαγή των στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος και πάλι στο Βερολίνο, στο οποίο, όμως, «δεν αρέσουν οι αλλαγές στα συμφωνηθέντα». Κάποιοι υπαινίσσονται, πάντως, ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι αποδέκτρια κάποιων αυξημένων κοινοτικών πόρων από την «πίσω πόρτα» που θα αντιστάθμιζε δημοσιονομικά το υπερβολικά υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα εφόσον δεν υπάρξει τελικά συμφωνία μείωσής του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ