ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναζητείται δημοσιονομικός χώρος 2,7 δισ. στη διετία 2020-2021

ΘΑΝΟΣ ΤΣΙΡΟΣ

Ο «λογαριασμός» της επόμενης χρονιάς για το υπ. Οικονομικών θα ξεπεράσει το 1% του ΑΕΠ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δημοσιονομικό χώρο τουλάχιστον 600-700 εκατ. ευρώ στον φετινό προϋπολογισμό και άνω των 2 δισ. ευρώ στον προϋπολογισμό του 2021 αναζητεί το οικονομικό επιτελείο για να χρηματοδοτήσει την «αναθεωρημένη» πολιτική που έχει χαράξει η κυβέρνηση, με διπλό στόχο: την ελάφρυνση από τα φορολογικά βάρη της μισθωτής μεσαίας τάξης αλλά και την ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας των Ενόπλων Δυνάμεων. Στον προϋπολογισμό του 2020, πρέπει να «χωρέσει» η μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης η οποία προϋποθέτει τουλάχιστον 300-400 εκατ. ευρώ αλλά και η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. Οσο για την εξαγγελία νέας μείωσης των συντελεστών του ΕΝΦΙΑ, φαίνεται ότι μπορεί να «αυτοχρηματοδοτηθεί» μέσα από την επικαιροποίηση των αντικειμενικών αξιών. Ακόμη περισσότερος δημοσιονομικός χώρος απαιτείται μέσα στο 2021. Η πλήρης κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης απαιτεί 1,2 δισ. ευρώ ενώ η μείωση των συντελεστών υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών κατά επιπλέον δύο ποσοστιαίες μονάδες –αθροιστικά τρεις σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα– θα χρειαστεί επιπλέον 600-650 εκατ. ευρώ συγκριτικά με το 2020. Ο προϋπολογισμός του 2021 ούτως ή άλλως απαιτεί χώρο 300-400 εκατ. ευρώ για να χρηματοδοτηθούν οι ψηφισμένες φορολογικές ελαφρύνσεις για τους αυτοαπασχολουμένους οι οποίες και «χτυπούν» τα δημόσια έσοδα του 2021. Ετσι, ο συνολικός λογαριασμός της επόμενης χρονιάς αναμένεται ότι θα ξεπεράσει το 1% του ΑΕΠ και η κυβέρνηση θέλει να τον καλύψει τόσο με την αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης –πέραν των προβλέψεων που έχουν ήδη γίνει– όσο και με την ικανοποίηση των πέντε αιτημάτων που έχει ήδη εγείρει στους θεσμούς και τα οποία «συγκλίνουν» στο ότι μπορούν να οδηγήσουν στην παραγωγή δημοσιονομικού χώρου.

Για το 2020, το ποσό που αναζητείται –περίπου 600-700 εκατ. ευρώ– εκτιμάται ότι μπορεί να βρεθεί αρκεί ο προϋπολογισμός να εκτελεστεί με τον ίδιο τρόπο με αυτόν του 2019. Η περυσινή χρονιά έκλεισε με υπερπλεόνασμα 0,2%. Αν σε αυτό το ποσό προστεθούν και τα περίπου 400 εκατ. ευρώ των έκτακτων ενισχύσεων της περυσινής χρονιάς (έκτακτο μέρισμα, επιστροφή προκαταβολής στις επιχειρήσεις, επίδομα θέρμανσης κ.λπ.) που δεν υπάρχουν στον προϋπολογισμό του 2020, τότε συγκεντρώνεται το ποσό για να χρηματοδοτηθεί η μείωση της εισφοράς κατά 30% αλλά και για να δοθεί ένα πρόσθετο κονδύλι στις Ενοπλες Δυνάμεις. Για το 2021, το ποσό είναι μεγαλύτερο και προϋποθέτει την επίτευξη συμφωνίας με τους θεσμούς επί των ελληνικών αιτημάτων για τη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου.

Μέσα στην εβδομάδα, τα λογιστήρια ανά την ελληνική επικράτεια θα προχωρήσουν στον εκ νέου υπολογισμό της παρακράτησης φόρου για περισσότερα από 2,5 εκατομμύρια μισθωτούς και αντίστοιχο αριθμό συνταξιούχων. Ετσι, θα φανεί πλέον στην πράξη το πραγματικό όφελος που θα προκύψει για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους. Ειδικά για όσους έχουν φορολογητέο μισθό άνω των 1.000 ευρώ, η αύξηση κυμαίνεται από 1,2 ευρώ έως 10 ευρώ για όποιον δεν έχει παιδιά και από μηδέν έως 8,5 ευρώ για όποιον έχει ένα παιδί. Ετσι, η μεγάλη πλειονότητα δεν θα διαπιστώσει καμία ουσιαστική αλλαγή. Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τον οποίο η κυβέρνηση αποφάσισε να αλλάξει προτεραιότητες: να αφήσει για το τέλος της 4ετίας τη δεύτερη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των επιχειρήσεων και να φέρει πιο μπροστά την πλήρη κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης αλλά και τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των μισθωτών, δύο μέτρων που ευνοούν  αποκλειστικά τη μεσαία μισθωτή απασχόληση. Η πλήρης κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης, αλλά και η μείωση κατά επιπλέον δύο ποσοστιαίες μονάδες των ασφαλιστικών εισφορών, συνιστά άμεση εισοδηματική ενίσχυση η οποία ξεπερνά το 0,8% του ΑΕΠ, ποσό το οποίο εκτιμάται ότι θα επιστρέψει αμέσως στην οικονομία μέσω της αύξησης της κατανάλωσης. Ο συγκεκριμένος σχεδιασμός έχει ήδη «κλειδώσει» από την κυβέρνηση και αναμένεται να αποτυπωθεί και στο μεσοπρόθεσμο σχέδιο δημοσιονομικής στρατηγικής το οποίο και θα κατατεθεί στη Βουλή μετά το Πάσχα. Πέραν της πρόθεσης ενίσχυσης της μισθωτής μεσαίας τάξης, ένας από τους λόγους για τους οποίους η κυβέρνηση θέλει να ξεκαθαρίσει από τώρα το τοπίο είναι για να «αποκρούσει» σε ένα βαθμό και τα δεκάδες αιτήματα ελαφρύνσεων και μειώσεων που καταφθάνουν στο υπουργείο Οικονομικών αλλά και στο Γενικό Λογιστήριο.

Η φετινή εξίσωση του ΕΝΦΙΑ

Η μείωση των συντελεστών του ΕΝΦΙΑ κατά τη φετινή εκκαθάρισή του θα «αυτοχρηματοδοτηθεί» μέσα από τη διαδικασία επικαιροποίησης των αντικειμενικών αξιών, κίνηση η οποία μπορεί να αυξήσει τη φορολογητέα αξία των ακινήτων κατά 20% ή κατά περίπου 100 δισ. ευρώ σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα. Η επίτευξη αυτού του στόχου –η οποία θα στηριχθεί τόσο από την αύξηση των υφιστάμενων τιμών ζώνης όσο και από την ένταξη στο σύστημα περίπου 3.500 περιοχών– εκτιμάται ότι μπορεί να αποφέρει πρόσθετα έσοδα 400 εκατ. ευρώ με την εκκαθάριση του ΕΝΦΙΑ. Αυτό το ποσό δεν θα αναζητηθεί από τους ιδιοκτήτες, αλλά θα χρηματοδοτήσει την περαιτέρω μείωση των  συντελεστών του φόρου ακινήτων. Ο στόχος είναι η μέση μείωση να φτάσει στο 8% ώστε μαζί με το 22% που έγινε το 2019, να υλοποιηθεί η μεσοσταθμική μείωση κατά 30%. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, οι ιδιοκτήτες θα μοιραστούν σε τρεις ομάδες: αυτούς που θα πληρώσουν τα ίδια με το 2019, εκείνους που θα πληρώσουν λιγότερα (διότι θα μειωθούν οι συντελεστές χωρίς να θιγούν οι τιμές ζώνης στις περιοχές  τους) αλλά και σε αυτούς που θα κληθούν να πληρώσουν περισσότερα  διότι η μείωση των συντελεστών δεν θα καλύψει όλη την πρόσθετη επιβάρυνση από την αύξηση της τιμής ζώνης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ