Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Το βάρος της ευθύνης στους βουλευτές

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Θα έλεγες ότι το στιγμιότυπο είναι από τα Γκράμι ή κάτι τέτοιο. Πρόκειται όμως για την Οκάσιο Κορτές, τη νεαρή βουλευτή των Δημοκρατικών, γνωστή για τη νεότητά της και τις ακραίες θέσεις της – είναι υποστηρίκτρια του Μπέρνι Σάντερς...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Ο Χαράλαμπος Αθανασίου, αντιπρόεδρος της Βουλής και πρωτοεκλεγείς βουλευτής Λέσβου (ο «κύριος Μπάμπης» της στήλης), δημοσίευσε την παρέμβασή του για το μεταναστευτικό, την οποία διάβασα με ενδιαφέρον λόγω της σφοδρής κριτικής που του έχω κάνει στο πρόσφατο παρελθόν.

Στο πλαίσιο των διερευνητικών επαφών της κυβέρνησης με τους βουλευτές των περιοχών που δέχονται την πίεση του μεταναστευτικού κύματος, ο Χ. Αθανασίου ζήτησε να εξαιρεθούν τα νησιά Λέσβος, Χίος, Σάμος, Κως και Λέρος για εθνικούς λόγους, τους οποίους δεν διευκρινίζει. (Αλλά εμείς μπορούμε να τους μαντέψουμε: αν οι Τούρκοι επιχειρήσουν απόβαση, οι μετανάστες θα εξεγερθούν κ.λπ. Είμαστε ακόμη κολλημένοι, βλέπετε, στο 1974...) Παρ’ όλα αυτά, εφόσον κριθεί αναγκαίο, δέχεται να υπάρξει μόνο ένα κέντρο στη Λέσβο, κλειστό και φυλασσόμενο, ενώ σήμερα η Λέσβος έχει πέντε. (Μαζί, όμως, με τη γειτονική νήσο Μυτιλήνη, για όσους έχουν την απορία...) Αναφέρει, εν συνεχεία, το κόστος από την κατάσταση αυτή για την τοπική οικονομία του νησιού και καταλήγει τονίζοντας ότι είναι απαραίτητο να μοιραστεί το βάρος σε ολόκληρη την επικράτεια. «Είναι αδιανόητο, πέντε νησιά να σηκώνουν μόνα τους το βάρος του μεταναστευτικού», είναι η ακροτελεύτια πρόταση της παρέμβασης.

Εχει δίκιο. Είναι πράγματι αδιανόητο τα πέντε νησιά να αφεθούν στην τύχη τους. Η οργή των κατοίκων τους, η δοκιμασία της υπομονής τους και τα όριά της, όλα αυτά είναι πολιτικά δεδομένα και δεν μπορούν να μείνουν έξω από την αναζητούμενη «λύση» στο μεταναστευτικό, (σε εισαγωγικά, διότι ο όρος είναι πολύ σχετικός). Να πιστωθεί, επιπλέον, στον Χ. Αθανασίου η συμβιβαστική διάθεση, αφού δέχεται ένα κλειστό κέντρο στη Λέσβο. Νομίζω, όμως, ότι θα ήταν αποτελεσματικότερο για τους σκοπούς του εάν διατύπωνε ευθέως το παράπονο και την απαίτηση των ψηφοφόρων του και όχι πλαγίως. Αν, δηλαδή, προέτασσε την απαίτηση αυτού του κόσμου να αντιμετωπιστεί το νησί τους ευνοϊκότερα και λόγω του βάρους που έχει ήδη υποστεί, αλλά και της οφειλόμενης από το κράτος προστασίας στην τοπική οικονομία του νησιού, που κινδυνεύει σοβαρά – διότι όσο έρχονται οι μετανάστες τόσο φεύγουν οι τουρίστες.

Θέλω να πω ότι ο υπαινιγμός περί «τουρκικής εισβολής», κατά το υπόδειγμα της Κύπρου το 1974, δεν ευσταθεί. Ανταποκρίνεται περισσότερο σε στερεότυπα διαμορφωμένα στο παρελθόν, από γεγονότα που μας συντάραξαν, τα οποία λίγο-πολύ όλοι τα έχουμε εσωτερικεύσει και, καλώς ή κακώς, δεν έχουν σχέση με τον πραγματικό κίνδυνο για τη χώρα από την τουρκική πολιτική. Το 1974, οι Τούρκοι εισέβαλαν στην Κύπρο επειδή αφενός είχαν δικούς τους εκεί, αφετέρου επειδή, κατά μία ερμηνεία, οι διεθνείς συνθήκες τούς το επέτρεπαν. Δεν υπάρχει περίπτωση να επαναληφθεί κάτι παρόμοιο σήμερα. (Τουλάχιστον σε κατοικημένα νησιά, γιατί οι βραχονησίδες είναι επίφοβες...) Πάντως, σχεδόν 50 χρόνια μετά το 1974, η τεχνολογία του πολέμου έχει μεταθέσει αλλού το πεδίο της στρατιωτικής αναμέτρησης. Ο Τουρκαλάς με την ξιφολόγχη είναι εικόνα από το παρελθόν, που έμεινε ανεξίτηλη μετά το τραύμα του 1974. Κακώς τον επικαλείται ο Χ. Αθανασίου στην παρέμβασή του.

Ο πραγματικός εθνικός κίνδυνος –αυτός που ο Χ. Αθανασίου αποφεύγει να διατυπώσει, λόγω της θέσης του, αλλά τον υπονοεί– θα ήταν η πολιτική αποξένωση των κατοίκων των πέντε νησιών που υφίστανται το βάρος του μεταναστευτικού. Ενας εθνικός κίνδυνος, σημειωτέον, πολύ πιθανότερος από τον φαντασιακό κίνδυνο της «τουρκικής εισβολής». Εν πάση περιπτώσει, η υπαινικτική διατύπωση της θέσης του προσφιλούς μου κυρίου Μπάμπη δεν μειώνει το δίκιο του. Βουλευτής της συμπολίτευσης είναι, πόσο να εκτεθεί ο άνθρωπος; Σύμφωνοι, αλλά η ευθύτητα θα βοηθούσε την κατανόηση των πραγματικών δεδομένων του προβλήματος και, επομένως, τη «λύση» του.

Ομως οι βουλευτές των συγκεκριμένων νησιών οφείλουν να συμβάλουν στην εξεύρεση των χώρων για τα κλειστά κέντρα και να αντιμετωπίσουν το πολιτικό κόστος. Εκλέγονται μεν τοπικά, αλλά δεν είναι τοπικοί βουλευτές· είναι βουλευτές του έθνους. Η χρονοτριβή στην ανέγερση των κέντρων ήδη προκαλεί μεγάλη ζημία στη χώρα, που θα αποδειχθεί τεράστια αν, τελικά, προτάσσοντας τα προσωπικά συμφέροντα έναντι του γενικού συμφέροντος, καταφέρουμε να πείσουμε τους πάντες ότι, πολύ απλά, αντιμέτωποι με μια τέτοια κρίση, εμείς είμαστε ανίκανοι να συμφωνήσουμε μεταξύ μας.

Το διεθνές ρεζιλίκι για τη χώρα, εάν αυτή η εντύπωση περάσει στον κόσμο μέσω των ΜΜΕ, θα είναι ανυπολόγιστο. Οι επιπτώσεις του δεν θα είναι μόνο στην Ευρώπη, την οποία καλούμε μονίμως να βοηθήσει αναλαμβάνοντας και εκείνη τα βάρη. Θα επηρεάσουν και το μεταναστευτικό ρεύμα: οποιοσδήποτε υποψήφιος μετανάστης με κινητό που έχει πρόσβαση στο Ιντερνετ θα γνωρίζει ότι το διοικητικό χάος και η ανικανότητα στην Ελλάδα την καθιστούν ιδεώδη πύλη εισόδου στην Ευρώπη. Στην περίπτωση αυτή, θα είμαστε το φυλάκιο της πρώτης γραμμής, που δεν άντεξε και αναγκαστικά εγκαταλείφθηκε από την Ευρώπη, για να οργανώσει την άμυνά της με σοβαρότερες χώρες. 

Το μεταναστευτικό δεν «λύνεται». Δεν θα σταματήσει το ρεύμα της μετανάστευσης όσο οι χώρες από τις οποίες έρχονται μαστίζονται από πολέμους, οικονομική καχεξία και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Επομένως, οι μετανάστες θα είναι στοιχείο της πραγματικότητάς μας, είτε μας αρέσει είτε όχι η παρουσία τους. Παρ’ όλα αυτά, η οργανωμένη αντιμετώπισή του από την πολιτεία είναι εθνικής σημασίας υπόθεση. Ατυχώς, στην πρώτη γραμμή αυτής της μάχης βρίσκονται οι τοπικοί βουλευτές. Σε αυτούς πέφτει το βάρος της ευθύνης. Αυτοί διαμεσολαβούν μεταξύ των συμφερόντων των ψηφοφόρων τους και του γενικού συμφέροντος του έθνους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ