ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το ισλανδικό ηφαίστειο Εϊγιαφιάτλαγιοκουτλ είχε μόλις εκραγεί τον Απρίλιο του 2010 και η ηφαιστειακή του στάχτη είχε καλύψει όλη την Ευρώπη. Τα αεροδρόμια είχαν κλείσει. Ηταν 17 Απριλίου και η ελληνική κυβέρνηση περίμενε με αγωνία για πρώτη φορά την επίσκεψη των εκπροσώπων των θεσμών, καθώς, χωρίς κάποιο δάνειο, η χώρα θα χρεοκοπούσε σε έναν μήνα. Για αυτό και οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ξεκίνησαν με πούλμαν από τις Βρυξέλλες, διότι δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Ο μόνος που είχε καταφέρει να φτάσει στην ώρα του ήταν ο εκπρόσωπος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Πόουλ Τόμσεν πετώντας από την Ουάσιγκτον. Ισως αυτό το περιστατικό να ήταν οιωνός ότι ο Δανός οικονομολόγος θα αποκτούσε πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις, επηρεάζοντας όχι μόνο την οικονομία αλλά και τα πολιτικά γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας με τρόπο πρωτόγνωρο. Ενα κεφάλαιο που πρακτικώς έκλεισε πρόσφατα, όταν ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης ανακοίνωσε το κλείσιμο του γραφείου του ΔΝΤ στην Αθήνα.

Ο Τόμσεν γεννήθηκε σε μια μικρή πόλη της Δανίας στα σύνορα με τη Γερμανία. Ο πατέρας του είχε ένα μπακάλικο ενώ η μητέρα του είχε επωμιστεί με το βάρος της ανατροφής πέντε παιδιών. Ο ίδιος σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης και όταν έκανε αίτηση για μια θέση στον διεθνή οργανισμό, σχεδόν αποκλείστηκε, καθώς δεν διέθετε διδακτορικό. Ενώ οι περισσότεροι συνάδελφοί του προσπαθούσαν να μετατεθούν σε κάποια χώρα της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής, όπου βασικά ενεργούσε το ΔΝΤ, ο ίδιος επεδίωξε να μείνει στην Ευρώπη. Oταν η οικονομική κρίση έφτασε στην Ελλάδα, διέθετε ήδη πάνω από 30 χρόνια εμπειρία, ενώ το 2008 είχε αναλάβει τη διάσωση της Ισλανδίας. Γι’ αυτό και ήταν ξεκάθαρο στο Ταμείο ποιος θα έπρεπε να αναλάβει δράση.

Γνωστός στους συναδέλφους του ως «άνθρωπος των κρίσεων», ο Τόμσεν φαινόταν να αισθάνεται πιο άνετα όταν βρισκόταν σε χώρες που βίωναν οικονομική κατάρρευση παρά στις συνεδριάσεις στην έδρα του Ταμείου. Hταν εργασιομανής και φιλόδοξος.

«Απροετοίμαστη Ευρώπη»

Για τον τότε επικεφαλής του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρος-Καν, η συμμετοχή σε πρόγραμμα διάσωσης σε κράτος-μέλος της Ε.Ε. ήταν τεράστιας σημασίας. Ο ίδιος γνώριζε ότι, καθώς η οικονομική κρίση μεταφερόταν στην Ευρωζώνη, αν το Ταμείο δεν συμμετείχε, θα έχανε κύρος και αξιοπιστία. Η Γερμανίδα καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ πείστηκε ότι το ΔΝΤ έπρεπε να είναι μέρος της λύσης για να προσφέρει την τεχνοκρατική του εμπειρία. «Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι δεν είχαμε καταλάβει πόσο απροετοίμαστη ήταν η Ευρώπη να αναλάβει την εκπόνηση ενός τέτοιου προγράμματος», θυμάται ο Τόμας Βίζερ, πρώην πρόεδρος του Euroworking Group και βασικός αρχιτέκτονας των προγραμμάτων διάσωσης της Ευρωζώνης.

Τις πρώτες φορές που κάθισαν στο τραπέζι, οι συμμετέχοντες θυμούνται τον Τόμσεν συναινετικό και ίσως πιο λογικό από τους Ευρωπαίους συναδέλφους του, καθώς πίεζε για πιο ρεαλιστικούς στόχους. «Ο ίδιος πίεσε και κατάφερε το έλλειμμα από 13% που ήταν το 2010 να μειωθεί στο 3% σε πέντε αντί για τέσσερα χρόνια που είχε συμφωνηθεί», θυμάται ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου.

Η πρώτη αξιολόγηση το καλοκαίρι του 2010 είχε τελειώσει εντός χρονικού πλαισίου και οι θεσμοί φαίνονταν ικανοποιημένοι από τη συνεργασία τους με τις ελληνικές αρχές. Οι πιέσεις από το διοικητικό συμβούλιο του Ταμείου ήταν μεγάλες, καθώς η Ελλάδα δεν είχε πραγματικά βιώσιμο χρέος, που ήταν προϋπόθεση για τη συμμετοχή του Ταμείου. Αυτό που ήταν ξεκάθαρο ήταν πως οι Ελληνες έπρεπε να τηρήσουν το πρόγραμμα κατά γράμμα για να πείσουν τις αγορές ότι η ανάπτυξη θα επέστρεφε γρήγορα στη χώρα. Οι προβλέψεις όμως αποδείχθηκαν σύντομα πολύ πιο αισιόδοξες από την πραγματικότητα.

Συγχρόνως, μερικούς μήνες αργότερα είχε μεσολαβήσει η συνάντηση στην Ντοβίλ, όπου η Γερμανίδα καγκελάριος Μέρκελ και ο τότε Γάλλος πρόεδρος Σαρκοζί ανακοίνωσαν ότι σε οποιαδήποτε μελλοντική διάσωση θα υπάρχει «κούρεμα» του χρέους που κατέχουν οι ιδιώτες. Οι αγορές, που κάπως είχαν αναθαρρήσει με την επιτυχή ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης, στο άκουσμα αυτών των νέων κατέρρευσαν. Εκπρόσωποι των θεσμών θυμούνται ότι η πίεση πλέον προς την ελληνική κυβέρνηση αυξήθηκε για να κάνει κάτι μεγάλο που θα «εντυπωσίαζε» τις αγορές, όπως επαναλάμβανε ο Τόμσεν. Το Ταμείο εισηγήθηκε και δημοσιοποίησε ότι η Ελλάδα θα ιδιωτικοποιήσει δημόσια περιουσία ύψους 50 δισ. ευρώ. Ο στόχος πολύ σύντομα απεδείχθη ανέφικτος, σημαντικό πλήγμα στην αξιοπιστία του Τόμσεν.

Η «ανήθικη» πρακτική και οι απολύσεις

Με την εκλογή της κυβέρνησης Σαμαρά ξεκινούν οι μεγάλες εντάσεις του Τόμσεν τόσο με την ελληνική κυβέρνηση αλλά και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι Ευρωπαίοι έχουν πλέον αποκτήσει τεχνογνωσία για να τρέξουν το πρόγραμμα και μόνοι τους και αρχίζουν να αμφισβητούν τις συνταγές του Ταμείου, αλλά η έλλειψη εμπιστοσύνης που έχουν χώρες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία στον ευρωπαϊκό θεσμό κάνει αδύνατη την αποχώρηση του Ταμείου, ενισχύοντας τη θέση Τόμσεν.

Σχεδόν πριν από κάθε συνάντηση με τους Ελληνες συνομιλητές τους, οι εκπρόσωποι των θεσμών είχαν μεγάλους τσακωμούς, καθώς οι Ευρωπαίοι έχουν πολύ πιο θετικές προβλέψεις για τα δημοσιονομικά της χώρας, οι οποίες στην πράξη επιβεβαιώνονταν. «Υπήρχαν δύο φάσεις διαπραγματεύσεων, μία με τους Ευρωπαίους και μία με τους Ελληνες.

Και οι δύο περιελάμβαναν πολλούς τσακωμούς και άγριες φωνές», λέει αξιωματούχος του Ταμείου.

Συγχρόνως, ο Τόμσεν καταλαβαίνει ότι η δύναμη πίσω από το Eurogroup ήταν η Γερμανία. Γι’ αυτό ταξιδεύει συχνά στο Βερολίνο, τις περισσότερες φορές κρυφά, με στόχο να χτίσει μια ισχυρή σχέση εμπιστοσύνης με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Με την αυστηρότητά του προς την Ελλάδα κατάφερε να κερδίσει τον Γερμανό υπουργό και οι δύο άνδρες ανέπτυξαν αμοιβαία επωφελή σχέση. Η σφραγίδα αξιοπιστίας του ΔΝΤ βοηθούσε τον Σόιμπλε να περάσει θέματα που αφορούσαν το ελληνικό πρόγραμμα από τη γερμανική Βουλή, ενώ ο Τόμσεν είχε την υποστήριξη του ισχυρότερου υπουργού της Ευρωζώνης. Αυτό που φαινόταν να ενώνει τους δύο άνδρες ήταν η βαθιά δυσπιστία τους για την ικανότητά της Ελλάδας να μεταρρυθμιστεί.

Ο δικός του σκεπτικισμός προερχόταν από το γεγονός ότι είχε δει πως η θεσμοθέτηση και η εφαρμογή μιας μεταρρύθμισης ήταν δύο διαφορετικές έννοιες στην Ελλάδα. Οι νόμοι μπορεί να ψηφίζονταν, όμως τα συμφέροντα έβρισκαν τα απαραίτητα νομικά «parathirakia», όπως τα έλεγαν και οι αξιωματούχοι του Ταμείου που τους επέτρεπαν να συνεχίζουν να λειτουργούν όπως πριν. Οι ιδιωτικοποιήσεις αργούσαν πάρα πολύ, τη στιγμή που στην Πορτογαλία είχαν γίνει μέσα στο συμφωνημένο χρονικό πλαίσιο, τα κλειστά επαγγέλματα παρέμεναν κλειστά, οι φορολογικές αμνηστίες συνέχιζαν να δίνονται κ.ο.κ.

Tο Δημόσιο

Βασικό «αγκάθι» στη σχέση του Τόμσεν με την τότε κυβέρνηση είναι η επιμονή για τις απολύσεις στο Δημόσιο. Το σκεπτικό του Τόμσεν ήταν ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι υπό την απειλή της απόλυσής τους θα γίνονταν πιο αποτελεσματικοί. Ομως, καθώς το ελληνικό Σύνταγμα απαγόρευε οποιαδήποτε απόλυση στον δημόσιο τομέα, ο Τόμσεν ζητεί το κλείσιμο ολόκληρου οργανισμού για να επιτευχθούν οι στόχοι αλλά και να υπάρξει χώρος για προσλήψεις πιο ικανών στελεχών στο Δημόσιο. Στην πραγματικότητα, ο ίδιος χρησιμοποιούσε μία από τις πιο σκληρές τακτικές του ΔΝΤ, λέει στην «Κ» αξιωματούχος του Ταμείου: «Να φέρεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων κάτι ακραίο, το οποίο μπορεί στην πραγματικότητα να μην σε νοιάζει τόσο, έτσι ώστε είτε να το ανταλλάξεις στο τέλος είτε να το χρησιμοποιήσεις ως μοχλό πίεσης της άλλης πλευράς». Ο ίδιος αξιωματούχος αναφέρει ότι «μερικοί στο Ταμείο θεωρούσαν αυτή την πρακτική ανήθικη, αλλά ο Τόμσεν ήταν διατεθειμένος να το κάνει».

Υστερα από τεράστιες πιέσεις η ελληνική κυβέρνηση κλείνει την ΕΡΤ τον Ιούνιο του 2013 για να επιτευχθούν οι στόχοι των απολύσεων, με αποτέλεσμα την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ που προκάλεσε τριγμούς στην πλέον δικομματική κυβέρνηση. «Η τεχνοκρατική ηγεμονία του Τόμσεν είχε μετατραπεί σε τεχνοκρατική εμμονή. Η επιμονή για τις απολύσεις σπατάλησε μεταρρυθμιστικές δυνάμεις, για ένα θέμα ταμπού χωρίς πραγματική προστιθέμενη αξία», σημειώνει ο Σταύρος Παπασταύρου, ένας από τους βασικούς διαπραγματευτές της κυβέρνησης Σαμαρά, που συγκρούστηκε έντονα μαζί του. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ οι απολύσεις δεν ξανατέθηκαν στον τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Και ενώ βελτιώνονταν τα δημοσιονομικά της Ελλάδας, «εκείνος γινόταν όλο και πιο σκληρός και απαισιόδοξος στις προβλέψεις του» θυμάται ο τότε υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας. Η εξήγηση που δίνουν κάποιοι εστιάζει στο γεγονός ότι το ΔΝΤ είχε αρχίσει να χάνει τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στο πρόγραμμα. 

«Η χώρα αυτή δεν μεταρρυθμίζεται, ίσως καλύτερα να βγει από το ευρώ»

Στο ίδιο χρονικό διάστημα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε αλλάξει ήδη τρεις επικεφαλής, ενώ ο Τόμσεν παρέμεινε στο πόστο του. Οι ομόλογοί του τον περιγράφουν ως έναν άνθρωπο που είχε ταυτιστεί υπερβολικά με το πρόγραμμα, πράγμα που τον έκανε σχεδόν εμμονικό με την ολοκλήρωση ορισμένων μεταρρυθμίσεων – στη αναδιάρθρωση του ασφαλιστικού συστήματος και της αγοράς εργασίας, όπως θυμούνται οι συγκεκριμένοι αξιωματούχοι. Γινόταν ολοένα και πιο πιεστικός, όλο και πιο σκληρός. Αυτή η στάση του έκανε ορισμένους Ελληνες αξιωματούχους να του δώσουν το παρατσούκλι «Ο Διάβολος». Φαίνεται όμως ότι είχε γίνει αντιπαθής ακόμα και στους Ελληνες πολίτες: Το 2013 δέχθηκε επίθεση από έναν περαστικό έξω από το υπουργείο Οικονομικών στην Αθήνα, ο οποίος, έξαλλος, άρχισε να του εκσφενδονίζει νομίσματα. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί είμαι τόσο αντιδημοφιλής. Γιατί μισούν εμένα και όχι τους Ευρωπαίους;» ρωτούσε τους συναδέλφους του, ενώ πολλοί τον περιγράφουν ευαίσθητο στην κριτική.

Τον Απρίλιο του 2014, η Ελλάδα έχει βγει για πρώτη φορά στις αγορές από την αρχή της κρίσης, το έλλειμμα της χώρας από 8,9%, στο οποίο βρισκόταν το καλοκαίρι του 2012, είχε μειωθεί στο 3,6%, ενώ η ύφεση του 9,1% είχε μετατραπεί σε 0,7% ανάπτυξη. Η αξιολόγηση που είχε κρατήσει πάνω από 5 μήνες έχει επιτέλους ολοκληρωθεί, αλλά έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια ανάμεσα στην ελληνική πλευρά και στο Ταμείο από την ένταση και τις συνεχείς διαφωνίες.

Τότε ήταν που σε εσωτερικές συζητήσεις στο ΔΝΤ, ο Τόμσεν άρχισε να θέτει το θέμα αποχώρησης της Ελλάδας από το ευρώ. «Η χώρα αυτή δεν μεταρρυθμίζεται» συνήθιζε να λέει όπως θυμούνται συνάδελφοί του, «ίσως καλύτερα θα ήταν να βγει από το ευρώ» επαναλάμβανε και τόνιζε ότι το πολιτικό σύστημα είναι διεφθαρμένο, ενώ οι πελατειακές σχέσεις είναι τόσο γερές που τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Η παραίτηση του Χάρη Θεοχάρη, γενικού γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, τον Ιούνιο του 2014, ήταν καθοριστική και ενισχύει τους ισχυρισμούς του ως προς τη μεταρρυθμιστική ικανότητα της Ελλάδας και την πρόθεση της κυβέρνησης να συγκρουστεί με τα κατεστημένα συμφέροντα και να πατάξει τη διαφθορά.

Η κρίσιμη αξιολόγηση

Ο κ. Σαμαράς γνώριζε καλά ότι είχε άλλη μία αξιολόγηση για να τελειώσει το πρόγραμμα και να προλάβει να εκλέξει Πρόεδρο Δημοκρατίας και τόνιζε από το καλοκαίρι στην τρόικα: «Αυτή να την κλείσουμε γρήγορα». Ομως, υπήρχε από τη μία η μεταρρυθμιστική κόπωση της κυβέρνησης και από την άλλη το ΔΝΤ το οποίο δεν φαινόταν να συμμερίζεται την ανάγκη επιτάχυνσης. Παρόλο που ο Τόμσεν είχε προαχθεί εκείνο τον Ιούλιο σε διευθυντή του Ευρωπαϊκού Τμήματος του ΔΝΤ ο αντικαταστάτης του, Ρίσι Γκογιάλ, ήταν ακριβώς αυτό που επιθυμούσε ο Τόμσεν, σύμφωνα με άτομα που γνώριζαν και τους δύο: ένας τεχνοκράτης προσηλωμένος στις λεπτομέρειες, που έπαιζε τον ρόλο του κακού χωροφύλακα χωρίς να κάνει παραχωρήσεις σε τίποτα και που ήθελε πάντα η στάση και οι προβλέψεις του ΔΝΤ να είναι οι πιο αρνητικές απ’ όλους τους πιστωτές. Σύμφωνα με συνεργάτες του, πίστευε και εκείνος ότι η Ελλάδα δεν ανήκε στην Ευρωζώνη. Ο Τόμσεν μπορεί να μη βρισκόταν στην αίθουσα, η παρουσία του όμως ήταν πιο αισθητή από ποτέ.

Το δημοψήφισμα και η... απώλεια ενδιαφέροντος

Η αξιολόγηση όχι μόνο δεν έγινε γρήγορα αλλά δεν έκλεισε και ποτέ. Από τη μία ο Τόμσεν υποστήριζε ότι δεν υπήρχε λόγος επιστροφής του στην Αθήνα ούτε καν για διαπραγματεύσεις. Από τις 14 διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που συμπεριλαμβάνονταν στην αξιολόγηση, το ΔΝΤ τόνιζε ότι η Ελλάδα είχε ολοκληρώσει μόνο μία. Από την άλλη, Ελληνες και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι επαναλαμβάνουν ότι οι διαφορές είναι μικρές και με καλή θέληση μπορούν να γεφυρωθούν.

Οι ίδιοι αξιωματούχοι του ΔΝΤ όμως αποκαλύπτουν στην «Κ» ότι το Ταμείο απέφευγε να καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις με το τι ήθελαν από τους Ελληνες για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, ενώ από την άλλη η ελληνική κυβέρνηση άργησε πολύ να δείξει ότι θα έπαιρνε τα επώδυνα μέτρα που απαιτούνται για να κλείσει η τελευταία αξιολόγηση του προγράμματος. Τον Δεκέμβριο, η διαφορά στους υπολογισμούς των δύο πλευρών είχε μειωθεί σε μόλις 1,6 δισ. ευρώ, αλλά τα στελέχη του Ταμείου εξακολουθούσαν να μην μπαίνουν στο αεροπλάνο για Αθήνα παρά τις εκκλήσεις της ελληνικής κυβέρνησης.

Ελλειμμα εμπιστοσύνης


Ο Ρίσι Γκογιάλ αντικατέστησε τον Τόμσεν στην τρόικα το φθινόπωρο του 2014. Σύμφωνα με συνεργάτες του, πίστευε και εκείνος ότι η Ελλάδα δεν ανήκε στην Ευρωζώνη. Αντιθέτως, η διάδοχός του Ντέλια Βελκουλέσκου βοήθησε ώστε να φτάσουμε στη συμφωνία του Ιουλίου του 2015, θυμάται Ελληνας αξιωματούχος. A.P./PETROS GIANNAKOURIS

Απελπισμένος, ο κ. Σαμαράς προσπάθησε να βρει εναλλακτική λύση και επικοινώνησε τηλεφωνικά στο τέλος Νοεμβρίου με τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών Τζακ Λιου για να μεσολαβήσει και να αρθεί το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων. Το βασικό πρόβλημα, όπως έμαθε, ήταν η απουσία εμπιστοσύνης προς την ελληνική κυβέρνηση: Στα μάτια του Τόμσεν, ο Σαμαράς είχε χάσει την ικανότητά του να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις. «Ο Τόμσεν σου έδινε την εντύπωση ότι το πρόβλημά του με την Ελλάδα είχε γίνει προσωπικό», θυμάται Αμερικανός αξιωματούχος.

Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας απείχε μόλις τρεις μήνες και χωρίς κάποια μεγάλη επιτυχία στις διαπραγματεύσεις ο Σαμαράς δύσκολα θα ανέτρεπε τη δυναμική του Τσίπρα. Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα ήταν ραγδαίες και η πιθανότητα εκλογών που θα έφερναν στην εξουσία τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν πλέον μεγάλη. Για τον Τόμσεν τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα. Γιατί να δώσει σανίδα σωτηρίας σε μια κυβέρνηση που φαινόταν να οδεύει προς την έξοδο; Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης θα σήμαινε ότι η Ελλάδα θα λάμβανε 7,2 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα ο Τσίπρας να έβρισκε τα ταμεία γεμάτα, επιτρέποντάς του να εκπληρώσει τις αντιμνημονιακές του υποσχέσεις τουλάχιστον τους πρώτους μήνες.

Το καλύτερο που είχε να κάνει είναι να περιμένει και να δει ποιες θα ήταν οι πολιτικές εξελίξεις στη χώρα. Και αυτό έκανε υπονομεύοντας τις προσπάθειες της κυβέρνησης Σαμαρά αλλά και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που προσπαθούσαν να γεφυρώσουν την απόσταση. Ευρωπαίος αξιωματούχος πάει και ένα βήμα παρακάτω: «Ο Τόμσεν μάλλον έβλεπε την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ σαν ένα κοινωνικό πείραμα, αναρωτιόταν τι θα γίνει όταν ένα ακραία αριστερό κόμμα ανέβαινε στην εξουσία». 

Οταν εξελέγη ο ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015, στις πρώτες συναντήσεις της ελληνικής πλευράς με το ΔΝΤ, το νέο οικονομικό επιτελείο παρατηρεί την ίδια δυσνόητη συμπεριφορά από την πλευρά του Ταμείου. «Αλλαζαν διαρκώς τους στόχους που έπρεπε να φτάσουμε», λέει μέλος της διαπραγματευτικής ομάδας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. «Ηταν σαν να μην ήθελαν να καταλήξουμε κάπου» λέει ο ίδιος, τονίζοντας ότι το έλλειμμα εμπιστοσύνης ήταν πολύ αισθητό.


A.P./Yorgos Karahalis

Την εβδομάδα που εξελισσόταν το δημοψήφισμα, η Ελλάδα γίνεται η πρώτη ανεπτυγμένη χώρα στα 72 χρόνια της ιστορίας του ΔΝΤ που αθετούσε τις υποχρεώσεις της απέναντί του. Στις 30 Ιουνίου, η Ελλάδα βρέθηκε στο πλευρό της Ζιμπάμπουε, του Σουδάν και της Σομαλίας, των χωρών που δεν είχαν καταφέρει να είναι συνεπείς στις οφειλές τους προς το Ταμείο. Με την προεκλογική εκστρατεία του δημοψηφίσματος σε πλήρη εξέλιξη, το ΔΝΤ προχώρησε σε μια αμφιλεγόμενη κίνηση. Δημοσίευσε τρεις μέρες πριν το δημοψήφισμα την ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους της χώρας, που έδειχνε ότι η Ελλάδα είχε απελπιστική ανάγκη ελάφρυνσης χρέους. Το ΔΝΤ συνηγορούσε από καιρό υπέρ της ελάφρυνσής του, αλλά η απόφασή του να δημοσιεύσει ένα τέτοιο εκρηκτικό κείμενο στο αποκορύφωμα της εκστρατείας για το δημοψήφισμα αντιμετωπίστηκε ακόμη και από τους λιγότερο κυνικούς αξιωματούχους της Ε.Ε. με καχυποψία. Πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, δηλώνουν ότι η έκθεση αυτή «μύριζε» άλλη μία πολιτική παρέμβαση του Τόμσεν, για λόγους όμως που παραμένουν ασαφείς μέχρι σήμερα. Οι αξιωματούχοι του ΔΝΤ πάντως δικαιολογούσαν την κίνηση αυτή ως θεσμική υποχρέωση.

Η σχέση αλλάζει μετά το δημοψήφισμα, όταν πλέον δεν είναι στο τιμόνι ο Ρίσι Γκογιάλ αλλά η Ντέλια Βελκουλέσκου που πραγματικά βοηθάει να «ξεμπλοκάρουν τα ζητήματα» μέχρι και τη συμφωνία του Ιουλίου του 2015, θυμάται Ελληνας αξιωματούχος. Αλλά αυτή η περίοδος χάριτος διαρκεί λίγο. Από το 2017 και μετά η ελληνική πλευρά νιώθει ότι το ΔΝΤ πλέον δεν ενδιαφέρεται για τη χώρα, ακόμα και το ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους φαίνεται να μην τους απασχολεί πλέον. Αλλωστε, από το καλοκαίρι του 2014 μέχρι το τέλος του προγράμματος το 2018 το ΔΝΤ δεν έχει εκταμιεύσει ούτε ένα ευρώ προς την Ελλάδα αν και έχει παραμείνει ενεργά στο πρόγραμμα. «Αυτό ήταν πραγματικά μεγάλο κατόρθωμα κυρίως του Τόμσεν που δείχνει τόσο την ευφυΐα του όσο και τον μακιαβελισμό του» λέει στην «Κ» Ευρωπαίος αξιωματούχος.

Η «Κ» επανειλλημένως προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Πόουλ Τόμσεν, αλλά δεν κατέστη εφικτό. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ