ΕΛΛΑΔΑ

Αντισεισμική θωράκιση όπως ενεργειακή αναβάθμιση

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΛΑΦΡΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ανάγκη ενός μεγάλου προγράμματος αντισεισμικής θωράκισης των κτιρίων, δημόσιων και ιδιωτικών, έρχεται στο προσκήνιο, κάθε φορά που οι σεισμικές δονήσεις στη χώρα ή στη γειτονιά μας «ταρακουνούν» τον εφησυχασμό. Τα κτίρια στην Ελλάδα διαπερνώνται από μια μεγάλη αντίφαση: από τη μια όσα κτίστηκαν μετά το 1985 και ειδικά μετά το 2000 έχουν ανεγερθεί –εφόσον τηρήθηκαν οι όροι– με αξιόπιστους αντισεισμικούς κανονισμούς. Από την άλλη, το ποσοστό των κτιρίων αυτών δεν ξεπερνά το 1/3 των κατασκευών με οπλισμένο σκυρόδεμα (τσιμέντο) και είναι κάτω του 20% του συνόλου των κτιρίων της χώρας.

«Μόνο το 55% των κατασκευών στην Ελλάδα είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα, τα υπόλοιπα φέρουν μόνο τοιχοποιία, κυρίως από πέτρα. Τα πέτρινα κτίρια δεν έχουν, προφανώς, ακολουθήσει κάποιον αντισεισμικό κανονισμό. Εάν υπολογίσουμε και το ποσοστό των κτιρίων από σκυρόδεμα που έχουν ανεγερθεί πριν από το 1959, όταν θεσπίστηκε ο πρώτος κανονισμός, βλέπουμε πως σχεδόν το 60% των κτιρίων της χώρας δεν έχει κτιστεί σύμφωνα με αντισεισμικές προδιαγραφές», λέει στην «Κ» ο κ. Κωνσταντίνος Σπυράκος, καθηγητής Αντισεισμικών Κατασκευών στη σχολή Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ. Δεν σημαίνει πως όλα αυτά τα κτίρια είναι επικίνδυνα (εξάλλου τα περισσότερα έχουν αντέξει σε σεισμούς), αλλά έχουν αποδειχθεί πιο ευάλωτα σε ισχυρές σεισμικές δονήσεις και καταπονούνται με το πέρασμα των ετών. «Είδαμε τις ζημιές στα πέτρινα κτίρια μετά τους σεισμούς στη Λέσβο, στη Λευκάδα, στην Αμφίκλεια. Επίσης, ευπαθή κτίρια υπάρχουν μεταξύ εκείνων με πυλωτές, τα οποία έχουν ανεγερθεί πριν από τη θέσπιση των ισχυρών αντισεισμικών κανονισμών», συμπληρώνει ο κ. Σπυράκος.

Ο αντισεισμικός οικοδομικός κανονισμός του 1985, μετά τους ισχυρούς σεισμούς σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, θεωρείται πως αναβάθμισε σημαντικά το επίπεδο προστασίας για τις οικοδομές της χώρας, ενώ το επόμενο βήμα έγινε το 2000 (μετά τον ισχυρό σεισμό στην Πάρνηθα) όπου υπήρξε ποιοτική αναβάθμιση της θωράκισης των κτιρίων. Ομως, τα κτίρια που ανεγέρθηκαν μεταξύ 1985-2000 είναι περίπου το 20% όσων διαθέτουν οπλισμένο σκυρόδεμα, ενώ μετά το 2000 κτίστηκε περίπου το 12% του συνόλου. Τι γίνεται με τα υπόλοιπα;

Δυστυχώς, υπάρχουν μεγάλα κενά στον έλεγχο της στατικής επάρκειας. Κατ’ αρχάς στα δημόσια κτίρια, που συγκεντρώνουν σε καθημερινή βάση πλήθος κόσμου: νοσοκομεία, σχολεία, δημόσιες υπηρεσίες, πάνω από 80.000 κτίρια πανελλαδικά πολλά από τα οποία είναι μεγάλης ηλικίας. Το 2000 αποφασίστηκε ένα πρόγραμμα ελέγχου των δημόσιων κτιρίων. Σήμερα, σχεδόν 20 χρόνια μετά δεν έχουν ελεγχθεί πάνω από 17.000-18.000! Με τους ρυθμούς αυτούς απαιτούνται ακόμα... 60 χρόνια για να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα. Κάπως απαλύνεται η εικόνα από το γεγονός πως τα κτίρια που έχουν ελεγχθεί είναι κυρίως εκείνα που συγκεντρώνουν περισσότερο κόσμο. Επίσης, πως οι πιο σεισμογενείς περιοχές, όπως τα Ιόνια, ή οι πιο πολυπληθείς (όπως η Αττική) έχουν προχωρήσει περισσότερο στους ελέγχους.

«Το πρόγραμμα ελέγχου των δημόσιων κτιρίων καθυστερεί λόγω της γραφειοκρατίας και κυρίως λόγω της έλλειψης προσωπικού. Ο έλεγχος των σχολείων, για παράδειγμα, είναι στην αρμοδιότητα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Αλλά εκεί αναφέρονται μεγάλα κενά μηχανικών», σημειώνει ο κ. Σπυράκος.

«Η χώρα χρειάζεται ένα εκτεταμένο και ολοκληρωμένο πρόγραμμα προσεισμικού ελέγχου και αντισεισμικής προστασίας ιδιωτικών και δημοσίων κτιρίων, που να καλύπτει όμως όλα τα δομήματα: μνημεία, γέφυρες και τεχνικά έργα, φράγματα και όλες τις υποδομές. Το ΤΕΕ έχει συμβάλει με τα εθνικά προγράμματα ΑΝΤΥΚ και ΕΠΑΝΤΥΚ στην ενημέρωση και τεκμηρίωση προς τις εθνικές και δημοτικές αρχές. Χρειάζεται όμως και δράση», λέει στην «Κ» ο πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΤΕΕ) κ. Γιώργος Στασινός. «Προτείνουμε να προχωρήσει άμεσα ο έλεγχος όλων των δημοσίων κτιρίων με άμεσο πρωτοβάθμιο προσεισμικό έλεγχο δομικής τρωτότητας, καθώς έχει ελεγχθεί λιγότερο από το 25% των δημοσίων κτιρίων», αναφέρει.

Τα ιδιωτικά

Τι γίνεται όμως με τα ιδιωτικά κτίρια; «Υπάρχουν τα κτίρια συνάθροισης κοινού, όπως οι κινηματογράφοι, τα θέατρα, τα ξενοδοχεία με συνεδριακές αίθουσες κ.λπ., τα οποία πρέπει να ιεραρχηθούν», υπογραμμίζει ο κ. Σπυράκος. «Από εκεί και πέρα χρειάζεται ιδιαίτερη πρόνοια για την αντισεισμική ενίσχυση των παλιότερων κτιρίων. Δεν έχει νόημα, για παράδειγμα, να γίνεται ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων χωρίς να έχει ελεγχθεί η στατικότητά τους», συμπληρώνει ο καθηγητής του ΕΜΠ.

Πώς θα γίνει; «Χρειάζονται κίνητρα οικονομικά. Στη γειτονική Ιταλία εφαρμόζεται το πρόγραμμα casa sicura (σίγουρο σπίτι) όπου δίνονται φοροαπαλλαγές για τους ιδιοκτήτες οι οποίοι προχωρούν σε αντισεισμική ενίσχυση των κατοικιών τους, από 90.000 ευρώ για κάθε ιδιοκτησία, απαλλαγή που μπορεί να ανεβεί ανάλογα με την έκταση των επεμβάσεων. Το κέρδος είναι πολλαπλό: ασφάλεια των κατασκευών και αναζωογόνηση της οικονομίας. Η αντισεισμική τεχνολογία έχει αναπτυχθεί πολύ και το κόστος των παρεμβάσεων έχει πέσει. Σε κάθε περίπτωση είναι πολύ μικρότερο της ζημιάς που μπορεί να προκληθεί». Ο κ. Σπυράκος σημειώνει πως χρειάζονται επιπλέον μέτρα βοήθειας για τους ιδιοκτήτες διατηρητέων κτιρίων, καθώς οι αναγκαίες παρεμβάσεις είναι πιο δαπανηρές με αποτέλεσμα να οδηγούνται στην εγκατάλειψη.

«Τα ιδιωτικά κτίρια μπορούν να ελεγχθούν σε ένα βάθος χρόνου, παράλληλα με την καθιέρωση της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου και μάλιστα να δοθεί προτεραιότητα σε όσα έχουν χτιστεί προ του 1985. Το ίδιο θα συμβεί, εκτιμώ, και με τις υποδομές, μέσα από τη δημιουργία του Εθνικού Μητρώου Υποδομών. Παράλληλα, να δοθούν μόνιμα οικονομικά κίνητρα για την ενίσχυση ιδιωτικών κτιρίων που διατρέχουν κίνδυνο βλαβών από σεισμό, για παράδειγμα με έκπτωση φόρου όχι μόνο για τις εργασίες, που ήδη προβλέφθηκε, αλλά και για τα αναγκαία υλικά. Και πρέπει επίσης να συνδεθούν τα προγράμματα σεισμικής ενίσχυσης με εκείνα της ενεργειακής εξοικονόμησης», προτείνει από την πλευρά του ο κ. Στασινός. «Δεν μπορεί να έχουμε πολίτες δύο κατηγοριών: αυτούς που ζουν σε παλαιά κτίρια τα οποία χτίστηκαν χωρίς αντισεισμικό κανονισμό και αυτούς που έχουν σύγχρονα και κατά το δυνατόν ασφαλή κτίρια», υπογραμμίζει ο πρόεδρος του ΤΕΕ. 

Ο σεισμός και οι διευθυντές!

Αποκαλυπτικά της κατάστασης που επικρατεί στους δήμους, σχετικά με την αντισεισμική προστασία των σχολικών κτιρίων, είναι όσα έγιναν μετά τον σεισμό των 5,1 Ρίχτερ της 19ης Ιουλίου 2019 στην Αττική (Μαγούλα). Τότε οι περισσότεροι δήμοι απευθύνθηκαν στην εταιρεία Κτιριακές Υποδομές (KTYΠ), όπου ανήκουν τα κτίρια του Δημοσίου και ζήτησαν συνεργεία μηχανικών, δηλώνοντας αδυναμία να πραγματοποιήσουν ελέγχους! Καθώς ούτε και η εταιρεία ΚΤΥΠ μπορούσε να ανταποκριθοεί συνολικά (αποδυναμωμένη από μηχανικούς), ζητήθηκε από τους... διευθυντές των σχολείων να κάνουν ένα πρώτο οπτικό έλεγχο! Εάν ο διευθυντής έβλεπε (και μπορούσε να καταλάβει...) πρόβλημα, τότε ειδοποιούσε τους μηχανικούς! Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσαν οι εργαζόμενοι στην «Κτιριακές Υποδομές» ελέγχθηκαν 909 σχολικά κτίρια-συγκροτήματα (355 από τις ΚΤΥΠ, τα υπόλοιπα από τους δήμους) από τις 3.080 του συνόλου. Απ’ όσα έλεγξαν κλιμάκια των ΚΤΥΠ βρέθηκαν 164 με βλάβες, ενώ για 28 κρίθηκε απαραίτητη η εκκένωσή τους. Οχι και τόσο άτρωτα...

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ