ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Φτάνοντας στο Ναύπλιο, οι αφίσες με το χρωματιστό, παλιομοδίτικο ξύλινο αλογάκι κατευθύνουν τον επισκέπτη στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης, στο πάρκο ΟΣΕ. Εκεί όπου το 1989 το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ιδρυμα «Βασίλειος Παπαντωνίου» (ΠΛΙ) εγκαινίασε ένα πρωτότυπο για την εποχή χώρο, αφιερωμένο στα παιδιά. Το κτίριο της παλιάς αποθήκης και η πλατφόρμα παραχωρήθηκαν στο Ιδρυμα από τον Δήμο Ναυπλιέων και έτσι οργανώθηκε το Μουσείο Παιδικής Ηλικίας. Το πρώτο του είδους του στην Ελλάδα. Το όνομά του; «Σταθμός» φυσικά.

Στο πέρασμα των χρόνων είχε κι αυτός περιπέτειες. Κάποιοι βανδάλισαν  χώρους του μουσείου. Ετσι, για κάποια χρόνια υπολειτουργούσε. Τώρα στην αυλή μπήκε περίφραξη, οι εσωτερικοί χώροι ανακαινίστηκαν, και σήμερα ο  δήμαρχος Ναυπλιέων Δημήτριος Κωστούρος εγκαινιάζει εδώ μια καινούργια έκθεση με την Ιωάννα Παπαντωνίου, την «ψυχή» του ΠΛΙ, να έχει τη γενική της διεύθυνση. Τίτλος της, «Παιδιόθεν…».

Στον ανανεωμένο με την υποστήριξη του δήμου «Σταθμό», παρουσιάζεται ένα μικρό μέρος των πλουσίων συλλογών του ΠΛΙ. Αρκετά από τα παιχνίδια, σημειώνει η κ. Παπαντωνίου, «προέρχονται από δωρεές ιδιωτών, οι οποίες προσφέρουν, σε αντίθεση με τα παιχνίδια που αγοράζονται μέσω παλαιοπωλών, το πλεονέκτημα της συλλογής στοιχείων για τα κοινωνικά συμφραζόμενα και την ιστορία του αντικειμένου και κυρίως της καταγραφής των τρόπων που παίχτηκε και μεταποιήθηκε από τους μικρούς του ιδιοκτήτες».

Πολύχρωμοι κύβοι και ριγμένα μαξιλαράκια βρίσκονται στο πάτωμα της αίθουσας. Πορτοκαλί, κίτρινο, μοβ, μπλε, πράσινο είναι τα χρώματα μπροστά μας και ολόγυρα στα επιτοίχια. Στις προθήκες ανταμώνει ένας πολύχρωμος κόσμος παιδικής νοσταλγίας, αλλά και το σήμερα. Ακόμη και ο Ρουβάς υπάρχει σε κούκλα.


Το Μουσείο Παιδικής Ηλικίας του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος «Βασίλειος Παπαντωνίου».

«Τα χρώματα παίζουν μεγάλο ρόλο στον χώρο, που πρέπει να είναι φιλικός στα παιδιά, να μην προκαλεί ένταση, ώστε να ασχολούνται με τα εκθέματα, να διαβάζουν τα κείμενα, να συμμετέχουν στα εκπαιδευτικά παιχνίδια. Τα έντονα χρώματα στους χώρους, τα αναστατώνουν, ανεβάζουν την ενέργεια. Τη συλλογή θα τη δουν μια δυο φορές, ο σκοπός είναι να επισκέπτονται τακτικά το μουσείο», λέει ο Σταμάτης Ζάννος που υπογράφει τη μουσειογραφική μελέτη.

Η νέα έκθεση περιλαμβάνει παιχνίδια και αντικείμενα κυρίως του 19ου και του 20ού αιώνα, από τις συλλογές του ΠΛΙ. Πιάνοντας, όμως, το νήμα από την αρχή, ξεδιπλώνει την ιστορία του ελληνικού παιχνιδιού από την αρχαιότητα, με αντίγραφα αρχαίων παιχνιδιών, γιατί, όπως σημειώνει η ιδρύτρια και πρόεδρος του ΠΛΙ, «οι αρχαίοι Ελληνες έδιναν μεγάλη σημασία στον ρόλο του παιχνιδιού. Εξίσου σημαντικό, όμως, το θεωρούσαν και για τους ενήλικες, αφιέρωναν μάλιστα πολύ χρόνο στα ομαδικά παιχνίδια».

Τα υλικά κατασκευής των αρχαίων παιχνιδιών ήταν κυρίως ο πηλός, το ξύλο και το ύφασμα. Οι πλαγγόνες, οι αρθρωτές κούκλες με το πόλο, δηλαδή το καπέλο  στο κεφάλι, μας καλούν να τις προσέξουμε σε μια προθήκη. Στην κορυφή του κεφαλιού τους, είχαν μία οπή ανάρτησης και τα αρθρωτά μέλη τους συνδέονταν με σύρμα ή κλωστή στους ώμους και στους μηρούς. Εκτίθενται μαζί με άλλα πήλινα παιχνίδια που έχουν μορφές ζώων, καθώς και με μικροσκοπικά έπιπλα από πηλό.

Η γέννηση, που, μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα γινόταν κυρίως στο σπίτι με τη βοήθεια συγγενών και της μαμής, αποτελεί επίσης μια ενότητα. «Στην Αργολιδοκορινθία, μετά τη γέννα, έζωναν την κοιλιά της μητέρας με ζωνάρι ειδικής τεχνικής (sprang), που το έβαφαν κόκκινο με ριζάρι. Το βρέφος το έπλεναν σε μια μεγάλη λεκάνη και το τύλιγαν με λωρίδες υφάσματος, τις φασκιές. Η κούνια ήταν ξύλινη, με βάση που επέτρεπε στη μητέρα να την κουνά με το πόδι για να νανουρίζει το μωρό. Πολλές φορές τη θέση της έπαιρνε η σκάφη του ζυμώματος». Ενα είδος φορητής κούνιας από υφαντό ή δέρμα ήταν η «νάκα» ή «νιάκα» (από την αρχαιοελληνική λέξη νάκη = προβειά), που επέτρεπε την εύκολη μεταφορά του μωρού.

Αντίθετα με ό,τι συνηθίζεται σήμερα, τότε τα παιδιά τα βάφτιζαν τους πρώτους μήνες μετά τη γέννηση εξαιτίας της μεγάλης βρεφικής θνησιμότητας. Ο νονός ή η νονά δεν επιτρεπόταν να βαφτίσει παιδί άλλου φύλου, με εξαίρεση τους πολιτικούς, που βάφτιζαν πολλά, χωρίς διακρίσεις.

Στα απαραίτητα της βάφτισης ήταν τα μαρτυρικά, τα μικρά σταυρουδάκια ή εικονίτσες που μοίραζε στους καλεσμένους ο νονός. «Στα μέσα του 19ου αιώνα ο νονός, ανάλογα με την περιοχή, χάριζε στο βαφτιστήρι του περίτεχνα επιμετώπια (π.χ. Σκύρος) ή ένα εξωτερικό ένδυμα που κάλυπτε κεφάλι και πλάτη, με πολύτιμα φυλαχτά. Μετά την εκβιομηχάνιση της Ελλάδος τα δώρα του νονού στο μωρό ήταν ο σταυρός και τα βαφτιστικά του ρούχα, όπως επίσης εντυπωσιακά παιχνίδια (π.χ. αρκουδάκια)».


Εκτός από την Μπάρμπι και τον Κεν, σε κούκλα υπάρχει και ο Ρουβάς.

Από κουρέλια και άχυρο

Πολλά παιχνίδια τότε, ήταν φτιαγμένα από κουρέλια, παλιές κάλτσες και άχυρο. Εκτός από τα τόπια με τα οποία έπαιζαν όλα τα παιδιά, στα αγόρια έφτιαχναν ζωάκια, ενώ στα κορίτσια «κουτσούνες», κούκλες από ύφασμα. Οι πρώτες βιομηχανοποιημένες κούκλες που έφταναν από την Ευρώπη στο τέλος του 19ου αιώνα θεωρούνταν είδος πολυτελείας. Υπήρχαν όμως οι κούκλες  «βλαχούλες» και πιο σπάνια η «Αμαλία».

Στην έκθεση υπάρχει και προθήκη με τα πανηγυριώτικα παιχνίδια, τα τσίγκινα με τα έντονα χρώματα. Οσο και αν μας ξαφνιάζει, ειδικά στην εποχή της οθόνης, όπως παρατηρεί ο κ. Ζάννος, «έχει παρατηρηθεί ότι στα εκπαιδευτικά προγράμματα τα παιδιά διασκεδάζουν παίζοντας με τα άγνωστα, ταπεινά παιχνίδια». 

Εδώ υπάρχουν και οι συλλογές δύο κοριτσιών που γεννήθηκαν το 1938 και το 1948 αντίστοιχα, συγκεκριμένα της σκηνογράφου Ρένας Γεωργιάδου (έφυγε από τη ζωή το περασμένο καλοκαίρι) και της αδελφής της Μαρίας-Ρόζας. Μαζί  παρουσιάζεται και η υψηλής αισθητικής συλλογή της Λιλής Καρύμπακα.

«Τα συλλεκτικά κομμάτια έχουν μεγάλη αισθητική αξία, όμως συνήθως τα παιδιά δεν μπορούν να παίξουν μαζί τους, και σ’ αυτό οφείλουμε τη διατήρησή τους μέχρι σήμερα. Δίνουμε όμως ανάλογη σημασία και στα ταπεινά παιχνίδια που έχουν παιχτεί από τα παιδιά ή αποτελούν μαρτυρίες της μνήμης των σημερινών ενηλίκων για τα παιχνίδια των παιδικών τους χρόνων», υπογραμμίζουν οι συντελεστές της έκθεσης.  

«Οταν σχεδιάζεις το μουσειογραφικό κομμάτι μιας έκθεσης για παιδιά, ο απώτερος σκοπός είναι η ασφάλειά τους. Επίσης σχεδιάζεις σε κλίμακα παιδική. Μια έκθεση που απευθύνεται σε ενήλικο κοινό είναι διαφορετική», λέει ο Σταμάτης Ζάννος, που, τα τελευταία 37 χρόνια, μετρά συνεργασίες με μουσεία, ιδρύματα και οργανισμούς για 200 εκθέσεις. Αυτόν τον καιρό υπογράφει τη διαμόρφωση χώρων των εκθέσεων «Εργα Κινεζικής τέχνης από τη Συλλογή Ι. & Δ. Πασσά» στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, τις «Υφάνσεις» που συνδιοργανώνονται από το Μουσείο Μπενάκη και την Alpha Bank, και την «Ελληνική Μόδα - 100 χρόνια έμπνευσης και δημιουργίας» στον «Ελληνικό  Κόσμο», συνδιοργάνωση του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού με το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ιδρυμα «Β. Παπαντωνίου».


Το χρωματιστό, ξύλινο αλογάκι.

«Κατά τη δεκαετία του ’80, οι περιοδικές εκθέσεις σχεδιάζονταν έχοντας τον χαρακτήρα του εφήμερου. Περισσότερες θεματικές εκθέσεις άρχισαν να  πραγματοποιούνται από τη δεκαετία του ’90, καθώς τα μουσεία αξιοποιούσαν το απόθεμά τους, βγάζοντας από τις αποθήκες αντικείμενα, ανανεώνοντας έτσι το ενδιαφέρον του κοινού. Από το 2000 και μετά, βλέπουμε ότι είναι εντονότερη η προσπάθεια των μουσείων να διοργανώνουν εκθέσεις που είχαν το στοιχείο της διαχρονίας, συνδυάζοντας αρχαία έργα τέχνης με εκθέματα του νεότερου πολιτισμού, ακόμη και σύγχρονης τέχνης. Μετά άρχισαν να μπαίνουν και ενίοτε να πρωταγωνιστούν οι νέες τεχνολογίες που συνέβαλαν ώστε να κάνουν μια έκθεση ακόμη πιο ελκυστική στις νεότερες γενιάς. Η παγκοσμιοποίηση επιβάλλει νέες συμπεριφορές, ακόμη και γεγονότα που είναι έξω από τη λειτουργία των μουσείων, όπως την είχαμε συνηθίσει. Π.χ. τη διοργάνωση γκαλά, τα οποία δεν περιορίζονται μόνο στα εκθέματά ενός μουσείου, αλλά δημιουργούν γεγονότα είτε για προβολή είτε για την οικονομική τους υποστήριξη. Ασφαλώς, χρειάζεται προσοχή για το τι κάνεις και πώς το κάνεις, ώστε να είναι αξιοπρεπές αυτό που επιχειρεί το μουσείο».

Η Ιωάννα Παπαντωνίου τον ανέδειξε στις αρχές της δεκαετίας του ΄80, στη θεματική έκθεση «Το κόσμημα άλλοτε και τώρα». «Της χρωστάω τα πάντα». Στρατιώτης ακόμη, ξεκίνησε κάνοντας τα ερμηνευτικά σχέδια στα βιβλία της Αμαλίας Μεγαπάνου για τα κεντήματα, όταν τον σύστησε η Λούση Μπρατζιώτη από τον χώρο των εκδόσεων. Εκείνη είχε πάρει τις καλύτερες συστάσεις από την καθηγήτριά του στη Σχολή Βακαλό, Μερόπη Πρέκα. «Αυτές οι τέσσερις γυναίκες έπαιξαν ρόλο στη ζωή μου».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ