ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι μερικές φορές που το σινεμά, εκτός της όποιας καλλιτεχνικής του αξίας, καταφέρνει να μας πάρει μαζί του και σε ένα ταξίδι στον χρόνο· κι όσο πιο παλιό το φιλμ, τόσο πιο συναρπαστικό και σπάνιο το ταξίδι. Μέχρι που φτάνουμε στους «Απάχηδες των Αθηνών». Η πρώτη «άδουσα και ηχητική» ταινία του ελληνικού κινηματογράφου, γυρισμένη το 1930 από τους αδελφούς Γαζιάδη μας πηγαίνει πίσω σε μια Αθήνα... εξωτική, αφού όμως πέρασε πρώτα κι εκείνη τη δική της περιπέτεια. Οπως ειπώθηκε στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου στην Ταινιοθήκη, η τελευταία κόπια των κατά τα άλλα χαμένων «Απάχηδων», ανακαλύφθηκε πριν από τέσσερα χρόνια στη Γαλλική Ταινιοθήκη, σε ένα θετικό –αντίγραφο δηλαδή του αρχικού αρνητικού– πολύ κακής ποιότητας και δίχως μουσική επένδυση. Το πρότζεκτ της αποκατάστασης που φυσιολογικά αποφασίστηκε, τέθηκε υπό την αιγίδα του Κώστα Γαβρά ενώ η απαραίτητη χρηματοδότηση (121.000 ευρώ) εξασφαλίστηκε από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος.


Τα παιδία παίζει... με φόντο την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας και το Αστεροσκοπείο στο βάθος.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στην τελική, ψηφιακά αποκατεστημένη εκδοχή της ταινίας, η οποία θα προβληθεί για πρώτη φορά το Σάββατο 15/2 (8 μ.μ.), στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, συνοδευμένη ζωντανά από την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ. Ποιοι είναι όμως αυτοί οι «Απάχηδες»; Το 1921 ο Νίκος Χατζηαποστόλου και ο Γιάννης Πρινέας ανεβάζουν την ομώνυμη οπερέτα, με τεράστια για την εποχή επιτυχία. Το έργο επαναλαμβάνεται για δύο χρόνια με πάνω από 600 παραστάσεις, τις οποίες υπολογίζεται πως παρακολούθησαν περίπου 400.000 θεατές. Ολα αυτά σε μια Αθήνα, η οποία τότε είχε κάτι λιγότερο από 300.000 κατοίκους.


Συναλλαγές στην αγορά.

Το 1930 το έργο μεταφέρεται στο σινεμά, με πρωταγωνιστές θρυλικές μορφές της ελληνικής οπερέτας όπως ο Πέτρος Κυριακός, η Μαίρη Σαγιάνου, ο Πέτρος Επιτροπάκης, ο Γιάννης Πρινέας κ.ά. Σύμφωνα με την κ. Ηλέκτρα Βενάκη, η οποία ανέλαβε επικεφαλής του προγράμματος ψηφιοποίησης για λογαριασμό της Ταινιοθήκης, οι αποκατεστημένοι «Απάχηδες» έχουν διπλή σημασία για τον σημερινό θεατή: από την μια προσφέρουν ευκρινή εικόνα σε μια Αθήνα, η οποία πλέον είναι κατά σχεδόν έναν αιώνα αλλαγμένη και από την άλλη αποτελεί δείγμα καλού σινεμά, που αποδεικνύει πως η «περιφερειακή» Ελλάδα ήταν ικανή να παραγάγει σοβαρά κινηματογραφικά αποτελέσματα, κοντά στα ευρωπαϊκά στάνταρ.


Στιγμιότυπο από την Πατησίων.

Κι αν το τελευταίο μένει να το διαπιστώσουμε περισσότερο στην προσεχή πρεμιέρα, το πρώτο ήταν ολοφάνερο και εντυπωσιακό ήδη από το τρίλεπτο κλιπ που είδαμε στη χθεσινή παρουσίαση. Η Αθήνα του Μεσοπολέμου, στην οποία έχει γυριστεί η ταινία είναι μια πόλη που μοιάζει με μεγάλο χωριό, χτισμένη κυριολεκτικά ανάμεσα στα αρχαία ερείπια, με αστούς κυρίους που κάνουν τη βόλτα τους και παιδιά που παίζουν σε χωμάτινους δρόμους. Ολα αυτά μαζί με πολλά άλλα πλάνα από την Πλάκα, του Ψυρρή, το Θησείο, το Γκάζι, τα Χαυτεία, το Σύνταγμα και την Ομόνοια ζωντανεύουν πραγματικά χάρη στη σύγχρονη επεξεργασία. Οσο για την οριστικά χαμένη ηχητική μπάντα του έργου, την ανασύστασή της ανέλαβε το Κέντρο Ελληνικής Μουσικής, με την επιμέλεια και την προσαρμογή της μουσικής επένδυσης να είναι του Γιάννη Τσελίκα. Οσα θα ακούσουμε από την ορχήστρα της ΕΡΤ και τους μονωδούς της ΕΛΣ αντιστοιχούν στα συγχρονισμένα αποσπάσματα της οπερέτας μαζί με κάποιες νέες συνθέσεις, με το σύνολο να ηχογραφείται, προκειμένου να ενσωματωθεί στην ταινία για μελλοντικές προβολές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ