ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Χαλβάη 5-0: κάτι λιγότερο από ανέμελος χαβαλές

ΝΙΚΟΛΑΣ ΖΩΗΣ

Ο Μάρκος Σεφερλής ως αστυνόμος Μπέκρας, με φόντο τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές της ταινίας «Χαλβάη 5-0».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αν τα αστεία που κάνουν τους ανθρώπους να ξεσκάνε βοηθούν έναν εξωτερικό παρατηρητή να τους καταλάβει λίγο καλύτερα, τότε ας μην τα ακούει αφ’ υψηλού. Ας παρακολουθήσει κι ένα θέαμα μαζικό, σαν την πρόσφατη ταινία του Μάρκου Σεφερλή. Ακόμη και αν τιτλοφορείται «Χαλβάη 5-0», υποσχόμενο μάλλον κρυάδες και χοντροκοπιές· έχουν και αυτές τη λυτρωτική αξία τους.

Iσως κάτι τέτοιο είχαν κατά νουν όσοι βρέθηκαν προχθές το βράδυ σε σινεμά του αθηναϊκού κέντρου, για το τελευταίο πόνημα του δημοφιλούς κωμικού. Το προφίλ τους δεν φανέρωνε και πολλά: μεικτές παρέες εφήβων με όρεξη για χαβαλέ, πατεράδες και γιοι, δύο ηλικιωμένοι φίλοι, κάμποσα ζευγάρια και δυο-τρεις μοναχόλυκοι. Χρειάστηκε να κάνουν λίγη υπομονή («θα αργήσει η έναρξη, γιατί έχουν βάλει τις προβολές κοντά κοντά», παραπονιόταν ο ταμίας) μέχρι να βιώσουν μια συλλογική, κινηματογραφική εμπειρία που στο πρώτο της τετραήμερο είχε κόψει περίπου 80.000 εισιτήρια.

Η ταινία ανήκει στο είδος της αστυνομικής κωμωδίας. Eνας μεγιστάνας του χαλβά πεθαίνει μυστηριωδώς και ο αστυνόμος Μπέκρας αναλαμβάνει να εντοπίσει τον ένοχο. Το σενάριο του Μάρκου Σεφερλή (σε σκηνοθεσία Μάνου Καμπίτη) ξεκινά από την πρώτη κιόλας σελίδα ως εξής: Ο Μπέκρας συλλαμβάνει τον κινηματογραφικό Τζόκερ αναφωνώντας «έπιασα το Τζόκερ», ένα αστείο που, το συγκεκριμένο βράδυ, δεν έκανε δα και πάταγο. Το κοινό χρειαζόταν ζέσταμα. Το μοτίβο του γκαφατζή αστυνομικού που όλο σκοντάφτει και κουτουλά, τα γελοία εσώρουχά του, η καζούρα στον εξίσου ατζαμή συνεργάτη του, τον Γιάννη Καπετάνιο, τα γκαγκ που έπεφταν κατά ριπάς και τα λογοπαίγνια που έπαιζαν με τα όρια κυριολεξίας και μεταφοράς, έκαναν τη σχεδόν γεμάτη αίθουσα πότε να ξεκαρδίζεται, πότε να χαχανίζει. «Eναν κι έναν τούς έχει διαλέξει», σχολίαζαν εκείνοι οι ηλικιωμένοι φίλοι, βλέποντας ηθοποιούς όπως ο Γιάννης Ζουγανέλης και η Ελένη Καστάνη. «Αυτό με τις κουτσουλιές ήταν καλό», έλεγαν δυο άλλοι μετά μια σκηνή που τους τράβηξε την προσοχή. Στο βάθος, κάποιος γελούσε διαπεραστικά, σχεδόν με κάθε αστείο.

Και όλα θα πήγαιναν περίφημα, όπως κάθε ασήμαντος και ανέφελος χαβαλές, αν το «Χαλβάη 5-0» δεν εμπλουτιζόταν από αστειάκια ρατσιστικά, σεξιστικά, ομοφοβικά. Εξελίσσονταν σαν μικρά φυσικά φαινόμενα γύρω από την προφορά ενός Aλβανού μπάτλερ, τα νάζια μιας εκθαμβωτικής σερβιτόρας, τις καλλιτεχνικές ανησυχίες ενός ζωγράφου. Μεγάλο μέρος του κοινού επιδοκίμαζε με γέλια ή επιφωνήματα. Αν υπήρχε εδώ κάτι απελευθερωτικά βλάσφημο, μια άγρια σάτιρα εναντίον όλων, τότε τουλάχιστον ένας συντάκτης πολιτιστικών δυσκολευόταν να το αντιληφθεί.

«Να ξεκαθαρίσουμε ότι η ταινία δεν απευθύνεται σε όλους, αλλά στους φαν του Σεφερλή», επεσήμαινε στο τέλος ο 31χρονος Στέλιος. Αυτό που του άρεσε στη σεφερλική τέχνη γενικά ήταν «το αναπάντεχο, το απρόβλεπτο στοιχείο». Υπήρχαν κάποια προσβλητικά αστεία, αλλά μπορούσε να τα ανεχθεί. Κάποια άλλη ελληνική ταινία; Οχι, πρόσφατα δεν είχε δει.

Ο θεατής με το διαπεραστικό γέλιο ήταν ο 46χρονος Γιάννης και είχε έρθει με δυο μικρές κόρες που τον περιτριγύριζαν σαν μέλισσες. «Ξέρω τι ήρθα να δω», έλεγε. «Και νομίζω ότι το στυλ του Σεφερλή φάνηκε καθαρά, χωρίς να βαριέσαι. Κάποιοι θα αποφύγουν το έργο, αλλά εμάς μας άρεσε, ήταν ανέμελο. Για να γελάσουμε ήρθαμε, όχι για να τριφτούμε με την ταινία».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ