Μια παράσταση και ένα απρόβλεπτο προσωπικό σόου εκτοξεύουν τον Γιάννη Νιάρρο στον αφρό της επιτυχίας.

Το φθινόπωρο πήγα στο «Τζένη Καρέζη» μόνος μου, σαν γκρούπι, «για να δω Νιάρρο». Το έργο λεγόταν «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα», έσκιζε (και σκίζει) εμπορικά, θα παίζεται μεχρι το Πάσχα (12/4), και o εκκολαπτόμενος σταρ σήκωνε πάλι όλο το χαρτί από την τσόχα της παράστασης. Εδώ υπήρχε ένας ακόμα πιο αβανταδόρικος ρόλος (παίζει τον αυτιστικό έφηβο, γιο δύο χωρισμένων, καλοπροαίρετων αλλά βραχυκυκλωμένων γονιών), που ο 28χρονος Νιάρρος (φυσικά) απογειώνει.

Όμως ούτε με τον «Σκύλο» είχα ξεμπερδέψει. Η συνέντευξη είχε κλειστεί, αλλά ο άνθρωπος που με έφερε σε επαφή μαζί του με έπεισε να μην συναντήσω τον Νιάρρο πριν δω και «κάτι» ακόμα που ετοίμαζε το φθινόπωρο. Τελικά το «κάτι» ήταν το ολοδικό του «Life Βefore Grammys», ένα υβρίδιο ανάμεσα σε stand up comedy και σε μουσική παράσταση που ανέβηκε τον Νοέμβριο στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο για «λίγες Δευτέρες» και ύστερα από διαδοχικές παρατάσεις και αρκετή «από στόμα σε στόμα» διαφήμιση ρίχνει τελικά αυλαία αύριο. Σίγουρα ήταν ένα από τα πιο αστεία πράγματα που έχω δει στη ζωή μου.

Στο «Life Βefore Grammys» ο Νιάρρος είναι ο απόλυτος κυρίαρχος της σκηνής και περισσότερο ο εαυτός του από ποτέ: παίζει μουσική (λατρεύει τη μουσική, παίζει κιθάρα από τα 15), τραγουδάει, λέει αστεία, είναι εξωφρενικά (και ξεκαρδιστικά) αυτοαναφορικός.

Δύο μήνες μετά, τον συναντάω στο μπαρ του «Τζένη Καρέζη», έχει έρθει με αθλητικά και μέσα σε δευτερόλεπτα αντιλαμβάνομαι ότι μιλάω με ένα κομμάτι από την περσόνα που είχα δει στο «Γυάλινο»· τελικά δεν είναι ακριβώς έτσι, ανακουφίζομαι μάλλον. Πάντως δεν διαφέρει τρομακτικά και του το λέω (για κομπλιμέντο). Χαμογελάει.


Στο «Life Βefore Grammys» ο Γιάννης Νιάρρος είναι ο απόλυτος κυρίαρχος της σκηνής και περισσότερο ο εαυτός του από ποτέ. (Φωτογραφία: Δομνίκη Μητροπούλου)


Θέλω να τον ρωτήσω αμέσως πότε κατάλαβε ότι το «έχει» με την υποκριτική, με την επικοινωνία με τον κόσμο, με όλο αυτό το παράξενο πανηγύρι που στήνει με τους ανθρώπους. «Όταν συνειδητοποίησα σαν παιδάκι ότι μπορούσα να κάνω τους ανθρώπους να γελάνε. Στην καντίνα του σχολείου όταν θα έκανα ένα αστείο με έναν φίλο μου και θα κατέληγε σε ένα μικρό μονόπρακτο. Σιγά σιγά άρχισα να το απολαμβάνω ο ίδιος, αλλά ποτέ όλο αυτό δεν συνδέθηκε με το θέατρο, δεν είπα ποτέ “θέλω να κάνω θέατρο”». Πάντως, στα 11 έπαιξε στην τηλεόραση (σε σίριαλ με τον Γιάννη Μπέζο), στα 16 άρχισε να δουλεύει ως κλόουν σε παιδικά πάρτι και στα 18 μπήκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Πέρυσι τιμήθηκε με το βραβείο «Δημήτρης Χορν» για την ερμηνεία του στο «Στέλλα κοιμήσου».
 
Το ενδιαφέρον με τον Νιάρρο είναι ότι δεν είναι το τυπικό δείγμα Έλληνα καλλιτέχνη: μεγάλωσε στην Κηφισιά, είναι απόφοιτος του Κολλεγίου Αθηνών, δηλαδή έρχεται λίγο κόντρα με το στερεότυπο που θέλει τους ηθοποιούς λίγο «εκκεντρικές» ιδιοσυγκρασίες. «Πολλοί καλλιτέχνες προέρχονται από αστικές οικογένειες, ενώ υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι λίγο “καταραμένος”. Αν ο ηθοποιός δεν μπορεί να βγει από αυτήν την φούσκα, ότι δηλαδή ως καλλιτέχνης επικοινωνείς ένα περισπούδαστο μήνυμα ή επιτελείς κάποιου είδους πολιτική πράξη, είσαι δέσμιος μιας ταυτότητας που δεν θα σε πάει ποτέ στα βαθιά, εκεί δηλαδή που οι πολιτικές σου πεποιθήσεις, τα πιστεύω σου, το πού μεγαλώσες, ποια σχολή τελείωσες, δεν έχουν καμία σημασία».

Στα σόου της Δευτέρας ο Νιάρρος παίζει πολύ με το θέμα της ταυτότητας, της φήμης, του στάτους και της επιτυχίας. «Όλα αυτά τα πολύ μικροπρεπή συναισθήματα, όπως είναι η ζήλια, ο φθόνος, ο ανταγωνισμός, το ψώνισμα, αν δεν σε αφορούν σαν αποδέκτη τους, μπορεί να είναι από κάτι πολύ αστείο μέχρι κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Αν παραδεχθείς ότι τα έχεις και παίξεις μαζί τους, αρχίζει και συμβαίνει κάτι και πάνω στη σκηνή. Αλλά με αυτά τα “μικροπρεπή” ασχολείται ο κόσμος κι αυτά έχουν ενδιαφέρον στην ανθρώπινη φύση, τι άλλο έχει; Η λύσσα μας για λεφτά, για τα ερωτικά μας, για δουλειά, για ζωή, για οικογένεια, όλα αυτά τα θέματα, που είναι και λίγο αστεία αν τα δεις από κάποια απόσταση, όμως βρίσκονται εκεί, μπροστά μας, όλη την ώρα».  

Αλλά γιατί φλερτάρει με το stand up comedy από τη στιγμή που κάνει θέατρο, και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία και αποδοχή; Πώς ο κάτοχος του βραβείου Χορν είχε βγει πιτσιρίκι στην εκπομπή της Βέφας Αλεξιάδου; Και τολμάει και βάζει το βίντεο-ντοκουμέντο να παίζει στο προσωπικό του σόου; Τι θα σκεφτούν γι’ αυτόν οι θαυμαστές του, οι άνθρωποι που συχνάζουν στο θέατρο του Νέου Κόσμου και στο «Τζένη Καρέζη»; «Μια βασική πλευρά που ίσως δεν καλύπτεται στο θέατρο είναι η επικοινωνία με το κοινό». Και ο Νιάρρος λυσσάει για επικοινωνία με το κοινό, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. «Κάποιος άλλος από τον χώρο του θεάτρου θα σου πει ότι αυτό είναι κάπως χειριστικό, ότι δεν εξυπηρετεί την ιστορία, την παράσταση, και μια τέτοια σχέση με το κοινό όπως την εννοώ εγώ μπορεί να είναι και πρόστυχη. Εγώ διαφωνώ, γιατί έχω δει ανθρώπους να το κάνουν. Για μένα όλο αυτό είναι μια πολύ βασική αρχή της υποκριτικής που σίγουρα δεν υπάρχει στην αρχαία τραγωδία, αλλά είναι σίγουρα μέσα στην έννοια της υποκριτικής και στον κόσμο των κλόουν».

Υπονομεύοντας τη σοβαροφάνεια



Πώς βλέπει τον εαυτό του σε λίγα χρόνια; Ως ηθοποιό ή ως έναν σταρ της σκηνής όπου όλα θα μπερδεύονται δαιμονικά και ο κόσμος στις παρέες θα λέει «πάμε να δούμε Νιάρρο»; Ναι, θέλει να εξελίξει αυτό που κάνει, το θέατρο και οι παραστάσεις είναι μια άλλη, παράλληλη ιστορία. Στην πραγματικότητα θέλει να συνεχίσει να διαλέγει από τα πράγματα που αγαπάει και να φτιάξει τη δική του φόρμα, όπως κάποτε την έφτιαξε ο Τζίμης Πανούσης (η αναφορά είναι δική του). «Πώς κάποιος λέει “πάμε να δούμε ταινία του Οικονομίδη” ή “πάμε να δούμε παράσταση του Τερζόπουλου” και αμέσως καταλαβαίνει γιατί μιλάει;». Αλλά αυτό που κάνει δεν θέλει να το πουλήσει οπωσδήποτε σαν κάτι «καλλιτεχνικό». «Αλλά είναι κάτι που μου αρέσει πολύ, το κάνω για μένα και έχει απήχηση. Καλλιτεχνικά το ψάχνει συνέχεια. «Κάνω σχεδόν ό,τι έκανα στα παιδικά πάρτι ως κλόουν, απλώς για μεγάλους: τα ίδια ποταπά αστεία για τα οποία όμως δουλεύω το ίδιο σκληρά όπως και στο θέατρο». Απολαμβάνει πολύ αυτά τα αστεία, γιατί αποδομούν με τον τρόπο τους το τέρας της ελληνικής σοβαροφάνειας. «Αυτός που θα παίξει στην Επίδαυρο μετά δεν θα παίξει σε κάτι πιο εμπορικό και δεν θα το τολμήσει από αδυναμία. Όταν βλέπεις τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο να έχει παίξει αυτά που έχει παίξει και μετά να πρωταγωνιστεί σε μια ηλιθιότητα, του βγάζεις το καπέλο, γιατί μπορεί να παίξει το ίδιο καταπληκτικά και στην ηλιθιότητα. Αλλά ο αντίστοιχος ηθοποιός στην Ελλάδα δεν θα παίξει ποτέ σε μια χαζομάρα. Πολλοί έρχονται και σου λένε “μην κάνεις τηλεόραση”, αλλά η μαγκιά είναι να είσαι το ίδιο καλός και στο θέατρο και στην τηλεόραση. Η Μπιγιονσέ ή η Μπρίτνεϊ Σπίαρς είναι ποπ τραγουδίστριες, αλλά, αν τις βάλουμε να παίξουν με ένα πιάνο, θα μας έφευγε το σαγόνι. Αν βάλεις τις εγχώριες Μπιγιονσέ να κάνουν το ίδιο, δεν ξέρω τι θα ακούσουμε. Γιατί στην Ελλάδα το εμπορικό είναι συνώνυμο του trash, του άρπα κόλλα. Κι εγώ το φοβάμαι, κι εμένα αν μου πουν “έλα στην τηλεόραση”, θα το σκεφτώ και θα το ξανασκεφτώ. Όχι επειδή είμαι πολύ έξυπνος αλλά από αδυναμία».

Δείτε τον Γιάννη Νιάρρο:

Θέατρο «Τζένη Καρέζη» (Ακαδημίας 3), «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα», έως 12/4.
Γυάλινο Μουσικό Θέατρο (λεωφ. Συγγρού 143), «Life Βefore Grammys», 10/2
«Απόστρατος» του Ζαχαρία Μαυροειδή (στις κινηματογραφικές αίθουσες από 20/2)

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ