ΒΙΒΛΙΟ

Κάποιες νύχτες του κρύου χειμώνα

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

«The Virgins», Γκούσταβ Κλιμτ (1913).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Η Σάρον Οουλντς έχει γράψει πολλά δυνατά και συγκινητικά ποιήματα. Ωραία στη μορφή και στον ρυθμό, μικρές γροθιές στο στομάχι ή τρυφερά χάδια στο πρόσωπο ως προς το περιεχόμενό τους.

Ο κύριος Γκρι αγαπά αυτή την Αμερικανίδα ποιήτρια, που αντλεί την έμπνευσή της από την ίδια της την καθημερινότητα, από τις πιο οικείες της στιγμές, αλλά κυρίως από την εσωτερική περιπέτεια του καθενός από εμάς, άνδρα ή γυναίκα, μικρή σημασία έχει.

Μερικές φορές τα ποιήματά της είναι σαν τραγούδια. Σαν μελωδίες που θέλεις να ακούσεις πάλι και πάλι. Aλλοτε, ή μάλλον τις ίδιες φορές που θυμίζουν τραγούδι, ένα ποίημά της φαντάζει σαν παραμιλητό ύπνου, σαν παραμιλητό ανθρώπου που ψήνεται στον πυρετό ή ψήνεται στον έρωτα.

Κάποιες άλλες φορές, μοιάζουν με σύντομα πεζά, με αυτό που αποκαλούν οι αγγλόφωνοι flash fiction ή ιστορίες «μπονσάι», αφηγήσεις που παραπατούν όπως ο μεθυσμένος άνθρωπος αργά τη νύχτα. Αφηγήσεις που θυμίζουν πόσο αδύναμοι, αναξιοπρεπείς, πόσο δυνατοί και πόσο αγέρωχοι, μεγαλειώδεις, μπορούμε να είμαστε στον έρωτα.

Αυτή, τουλάχιστον, είναι η αίσθηση του κυρίου Γκρι όταν διαβάζει ποιήματα της Σάρον Oουλντς. Τον ρωτάω αν μπορεί να ξεχωρίσει κάποιο.  Και αυτός ξεχωρίζει το ποίημα με έναν τίτλο ο οποίος έχει έναν περιφραστικό χαρακτήρα απολύτως αφοπλιστικό. Σαν να μην μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από μια εικόνα που σε σημαδεύει: «Αφού έχεις κάνει έρωτα τον χειμώνα»:

«Στην αρχή δεν αντέχω ούτε ένα σεντόνι επάνω μου,/ το κάθε τι με πονάει, μια πλάκα σιδήρου λιανίζει τα νεύρα μου/ κείτομαι εκεί, στον αέρα, λες και πετάω με ταχύτητα χωρίς να κινούμαι/ και σιγά σιγά το σώμα μου κρυώνει – καυτό, ζεστό, δροσερό, κρύο, παγωμένο,/ ώσπου το δέρμα σε όλο μου το κορμί παγώνει/ εκτός από εκείνα τα σημεία όπου τα σώματά μας αγγίζονται/ σαν άνθη φωτιάς. Γύρω από την πόρτα, διαχυμένο ολόγυρα από την κάσα, το φως από το χολ ζεματάει σε ευθείες γραμμές απλώνοντας τις στενόμακρες ακτίνες του στο ταβάνι, μια φιγούρα που τινάζει τα χέρια της όλο χαρά στον αέρα./ Στον καθρέφτη, οι γωνίες του δωματίου δείχνουν ήρεμες, είναι η ώρα/ που μπορείς να δεις ότι η γωνία η ίδια είναι ευλογημένη,/ και οι σκοτεινές σφαίρες του πολυέλαιου, αιχμαλωτισμένες στον καθρέφτη, κρέμονται ακίνητες – μπορώ/ να νιώσω τις ωοθήκες μου βαθιά μέσα στο σώμα μου,/ κοιτάζω τους ασημένιους γλόμπους, ίσως να κοιτάζω/ τις ωοθήκες μου, είναι ξεκάθαρο/ όλα όσα κοιτάζω είναι πραγματικά και είναι καλά. Eχουμε φτάσει/ στο τέλος των ερωτήσεων,/ διατρέχεις με την παλάμη σου, ζεστή, μεγάλη, ξηρή, το πρόσωπό μου/ ξανά και ξανά, ξανά και ξανά, όπως ο Θεός που ρίχνει τις τελευταίες Του πινελιές/ προτού με στείλει κάπου κάτω για να γεννηθώ». 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ