ΠΟΛΗ

Ενας «αξέχαστος περίπατος» στην Αλυσίδα Πατησίων, στα 1925

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Στην Αλυσίδα Πατησίων, την άνοιξη του 1925. «Σε κάποιον από τους αξέχαστους εκείνους περιπάτους...».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Γράφει κανείς με βιολετί μελάνι σήμερα; Αισθάνεται άραγε κανείς την ανάγκη να αποτυπώσει εγγράφως το θερμό συναίσθημα από έναν περίπατο με έναν αγαπημένο φίλο στην εξοχή; Σκονισμένα τα παπούτσια, με κορδόνια και λιωμένη σόλα, ρεπούμπλικες, γραβάτα και φαρδύπετο παλτό, δύο νέοι του 1925, που θα μπορούσαν να είναι πρόδρομοι ηρώων του Γιώργου Θεοτοκά. Κάθονται σε ένα καφενεδάκι στα Πατήσια, σε ένα μικρό πάρκο μάλλον περιποιημένο, με παρτέρια και παγκάκια. Υπάρχει μια αύρα αστικότητας σε ένα τοπίο ημιεξοχικό. Τα Πατήσια. Το έτος 1925.

Ενα φωτογραφικό τεκμήριο, από τα πολλά, στροβιλισμένο στον χρόνο, μέσα από χοάνες ανεξήγητων συμπτώσεων και αγνώστων αντιφάσεων, έχει προσγειωθεί στην παλάμη μου. Οι δύο νέοι μου είναι άγνωστοι, εικάζω ότι είναι Αθηναίοι, ή έστω κάτοικοι Αθηνών, μιας ορισμένης οικονομικής άνεσης, όχι όμως πλούσιοι. Ανήκουν σε εκείνον τον φωτεινό μέσον όρο, ίσως είναι φοιτητές ή μόλις αποφοιτήσαντες. Θα είναι τα χρυσά παιδιά της γενιάς του 1900, θα είναι τα παιδιά που μεγάλωσαν διαβάζοντας για τον Μεγάλο Πόλεμο και που ενδόμυχα θα σκέφτηκαν ότι η κλάση τους ήταν –ευτυχώς– άγουρη. Ο πατέρας τους πολέμησε το ’12-’13, μπορεί και το ’97, οι ίδιοι ίσως να στρατεύτηκαν το 1920, μπορεί να πήγαν στη Μικρά Ασία.

Οι δύο νέοι στα Πατήσια μας είναι άγνωστοι. Ξέρουμε, πάντως, ότι μία ανοιξιάτικη μέρα του 1925, μια μέρα όμως που θα είχε μια σχετική ψύχρα, τόση ώστε έκριναν να πάρουν το βαρύ πανωφόρι τους, κίνησαν για έναν περίπατο στην Αλυσίδα, τέρμα Πατησίων.

Μπορεί να έμεναν εκεί κοντά, ίσως στην Πατησίων, ή ο ένας μπορεί να έμενε πιο μακριά και να είχαν ανταμώσει στην Αλυσίδα για βόλτα, καθαρό αέρα και καφέ τούρκικο στο γνωστό τους καφενεδάκι. Στα Πατήσια θα είχαν περπατήσει ανέμελα, θα μιλούσαν για χίλια-δυο, θα πειράζονταν αλλά και θα χάζευαν τους περαστικούς και τα σπίτια, μονώροφα ή δίπατα, κάποια μέσα σε κήπους, κάποια με κρυφές αυλές και μισάνοιχτες κουρτίνες. Πρώιμα αρώματα της άνοιξης τους ζάλιζαν τις αισθήσεις. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πότε αποφάσισαν αυτόν τον περίπατο. Θα ήταν όμως μια σωστή απόφαση γιατί ο περίπατος αυτός μνημονεύτηκε, με βιολετί μελάνι, στην πίσω όψη της φωτογραφίας.

Δεν είναι επίσης γνωστό ποιος από τους δύο υπογράφει την αναμνηστική σημείωση. Να είναι ο σοβαρός, ασκεπής νέος, αριστερά, με το βαθύ, διαπεραστικό βλέμμα, ή ο νέος στα δεξιά, ο πιο ευπροσήγορος, μειδιών κατά τις επιταγές του φωτογράφου, που κρατά την ρεπούμπλικα με ενδυματολογική ευλάβεια; Ανάμεσά τους, και στο βάθος, διακρίνεται ένας πλάτανος. Εχει αρχίσει να βγάζει τα νέα φυλλώματα. Ισως να είναι πρώιμη άνοιξη, εξ ου και η ψύχρα, που κρατά τα πανωφόρια κουμπωμένα ώς πάνω. Θα είναι η κατάληξη της βόλτας στα Πατήσια, μιας διαδρομής που έμεινε ανεξίτηλη.

Ο ένας από τους δύο φίλους, που γράφει τη σημείωση στην πίσω όψη, δεν υπογράφει. Του αρκεί να μνημονεύσει το όνομα του φίλου του, Τάκη Γονατά. Συνήθιζαν να κάνουν περιπάτους, και το σημείωμα αφήνει να φανεί μια πένθιμη σκιά. «Αλυσίδα. Σε κάποιον από τους αξέχαστους εκείνους περιπάτους που κάναμε μαζί με τον αγαπημένο φίλο μου Τάκη Γονατά, την Ανοιξη του 1925».

Ο γραφικός χαρακτήρας είναι ο στρωτός της εποχής, με ελαφρά καλλιγραφία, του τύπου που βρίσκω σε παλιά βιβλία που αγοράζω σε παλαιοπωλεία. Μέσα γράφουν: «Αθήναι, Μάιος 1918» ή «Γ. Π. Κ., Αλεξάνδρεια». Βιολετί μελάνι ή βιολετί μολύβι, καφέ μελάνι ή μολύβι ανθρακί, μελάνι που απλώνει και μουντζουρώνει ή ευγενές και απαλό σαν να γεννήθηκε για το χαρτί που το ρουφάει. Τη στιγμή της γραφής, πριν από 95 χρόνια. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη