ΜΟΥΣΙΚΗ

Καλλιεργημένοι μουσικοί με κοινές αισθητικές αξίες

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Ακατανόητο παραμένει γιατί ο έμπειρος Τούρκος πιανίστας Φάζιλ Σάι επέλεξε να αποδώσει τα έργα σε πιάνο χωρίς καπάκι. ΧΑΡΗΣ ΑΚΡΙΒΙΑΔΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Γνώριμος στο αθηναϊκό κοινό είναι ο Τούρκος πιανίστας Φάζιλ Σάι, γνωστό και το ξεχωριστό ταλέντο του. Η συνεργασία του με την ορχήστρα της Ακαδημίας του Αγίου Μαρτίνου των Αγρών υπήρξε εμπνευσμένη και η εμφάνισή τους στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου στο πλαίσιο περιοδείας, ήταν μουσικά απολαυστική.

Το κάπως ιδιαίτερο πρόγραμμα περιελάμβανε το πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο του Μότσαρτ, τη (γνωστή) μεταγραφή του Ογδοου Κουαρτέτου εγχόρδων του Σοστακόβιτς σε Συμφωνία δωματίου για ορχήστρα εγχόρδων από τον Ρούντολφ Μπαρσάι, τη σύνθεση «Κινούμενη έπαυλη» του ίδιου του Σάι και το Ντιβερτιμέντο για ορχήστρα εγχόρδων του Μπάρτοκ. Δεν είναι ούτε προφανές ούτε αυτονόητο το πάντρεμα δύο ετερόκλητων και εντέλει δευτερογενών έργων, όπως αφενός το φωτεινό και ανάλαφρο Κοντσέρτο του 11χρονου Μότσαρτ, που κατά μεγάλο μέρος είναι συμπίλημα από έργα άλλων συνθετών και αφετέρου η «μεταποιημένη» από τον Μπαρσάι έκφραση της ωριμότητας ενός δημιουργού, που όπως ο Σοστακόβιτς βρισκόταν σε μία από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ζωής του. Γίνεται δε ακόμα πιο προβληματική η πρόταση, όταν επιλέγει κανείς, όπως ο Σάι, να αποδώσει το συγκεκριμένο Κοντσέρτο του Μότσαρτ έχοντας αφαιρέσει από το πιάνο το καπάκι του, δηλαδή τον ανακλαστήρα ο οποίος θα διασφάλιζε να φτάνει ο ήχος καθαρός και εστιασμένος στο ακροατήριο, σε ένα έργο που κατεξοχήν –ή και μόνο– βασίζεται στη δεξιοτεχνία, την ελαφράδα και τη λεπτομέρεια, στοιχεία τα οποία οφείλει να εισπράττει ο ακροατής. Το αποτέλεσμα ήταν να αδικείται η ποιότητα της ερμηνείας του πιανίστα, η μουσικότητα, η ευγένεια και η δεξιοτεχνική του άνεση, καθώς ο ήχος έφευγε ανεξέλεγκτα προς κάθε κατεύθυνση, αφήνοντας μια «θαμπή» εντύπωση.

Μόνο θετικά μπορεί να πει κανείς για την ερμηνεία των μουσικών της Ακαδημίας του Αγίου Μαρτίνου των Αγρών στα έργα των Σοστακόβιτς και Μπάρτοκ. Χωρίς αρχιμουσικό, υπό τη διεύθυνση του Τόμο Κέλερ, εξαιρετικού εξάρχοντα της ορχήστρας, απέδειξαν πόσο υψηλού επιπέδου ερμηνείες μπορεί να αποδώσει μια καλά συντονισμένη, άριστα προετοιμασμένη ομάδα μουσικών, η οποία μοιράζεται τις ίδιες αισθητικές αξίες και ερμηνευτικές πρακτικές. Η αιχμηρότητα και το νεύρο του Κουαρτέτου, όπως το συνέλαβε ο Σοστακόβιτς, αμβλύνεται από τη «μεγέθυνση» του Μπαρσάι, ο οποίος θέλησε να αποκαλύψει τη συμφωνική σκέψη που υπάρχει σε αυτό. Ο εστιασμένος ήχος της ορχήστρας και η ερμηνευτική παιδεία των μουσικών αναπλήρωσαν το «έλλειμμα», δίνοντας νεύρο, ένταση και ευελιξία στην ανάγνωσή τους. Οι ίδιες αρετές ανέδειξαν τα χαρακτηριστικά της μουσικής του Μπάρτοκ, τόσο τα μοντερνιστικά όσο και τα νεοκλασικά, όπως τον συχνό διάλογο μιας μικρής ομάδας μουσικών με το σύνολο της ορχήστρας, απόηχο του κοντσέρτο γκρόσο της μπαρόκ εποχής. Το έργο του ίδιου του Σάι, ατμοσφαιρικό όσο και κινηματογραφικά αφηγηματικό, ένα πάντρεμα ανάμεσα στην παραδοσιακή μουσική της Τουρκίας και στην αισθητική της ύστερης ρομαντικής περιόδου, επέτρεψε στον συνθέτη και πιανίστα να φανερώσει στο κοινό τις ευαισθησίες του, σε ποιο πεδίο πραγματικά κινείται πνευματικά και συναισθηματικά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ