Μαργαρίτα Πουρνάρα ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Δημοσθένης Κοκκινίδης: Αφετηρία, ένα προσφυγικό λασπόσπιτο στον Πειραιά

ΕΛΛΑΔΑ

Ο δάσκαλος Δημοσθένης Κοκκινίδης (1929-2020), βαθιά ανθρωπιστής, γενναιόδωρος, ευθύς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

«Θέλω να πεθάνω, να πάω να συναντήσω την Πέπη», είχε πει λίγες ημέρες προτού φύγει από τη ζωή ο Δημοσθένης Κοκκινίδης στην αγαπημένη του φίλη, την γκαλερίστα Πέγκυ Ζουμπουλάκη. Ακόμα δεν είχε σπάσει το πόδι του, ούτε βέβαια είχε περάσει τη σύντομη νοσηλεία για το ατύχημα, που οδήγησε σε επιτυχές χειρουργείο μεν, αλλά σε ανακοπή καρδιάς αργότερα. Το είπε όσο ήταν ζωντανός και θαλερός, έμενε άλλωστε μόνος του στο απομακρυσμένο σπίτι του στην Παιανία, κάπνιζε 1-2 πακέτα τσιγάρα κάθε μέρα, μαγείρευε.

Η Πέπη Σβορώνου είχε «φύγει» το 2011, όμως ένα προηγηθέν εγκεφαλικό επεισόδιο την είχε αποκόψει εντελώς με τον «έξω κόσμο» για κάποια χρόνια. Το δυσάρεστο περιστατικό είχε συμβεί κατά τη διάρκεια διακοπών στο αγαπημένο τους σπίτι στη Μήλο και ο Κοκκινίδης δεν συγχώρησε ποτέ τον εαυτό του που την πίεσε να πάνε, ενώ εκείνη δεν αισθανόταν καλά. Μετά το συμβάν, την κράτησε σπίτι και τη φρόντιζε με απέραντη στοργή.

«Μου λείπει και της μιλώ καθημερινά», μου έλεγε όταν πήγαινα να τον επισκεφτώ. Στο τραπεζάκι του σαλονιού του ήταν πάντοτε η «Καθημερινή» και ένας κατάλογος από τη μεγάλη αναδρομική κοινή έκθεσή τους στο Μπενάκη. Η Σβορώνου δεν ήταν απλώς η σύζυγός του. Ηταν η παντοτινή συνοδοιπόρος, το άλλο μισό του, η ζωγράφος που καταλάβαινε την τέχνη και την ψυχή του, η μητέρα της αγαπημένης του θυγατέρας, της Κατερίνας. Γνωρίστηκαν σε πολύ νεαρή ηλικία. Ανήκαν σε κόσμους διαφορετικούς. Ο Κοκκινίδης γεννήθηκε σε ένα λασπόσπιτο σε μια προσφυγική οικογένεια στον Πειραιά, η Πέπη, κόρη βιομηχάνου, πραγματική καλλονή, έμενε στο Νέο Φάληρο σε ένα σπίτι σχεδιασμένο από τον Τσίλερ. Και ενώ όλοι τη διεκδικούσαν και τη φλέρταραν, επέλεξε εκείνον. «Ηταν μια εποχή που ήμουν τόσο φτωχός που έκοβα τα τσιγάρα στη μέση για να με φτάνουνε», θυμόταν ο ζωγράφος. Η σχέση τους ξεκίνησε με ένα τέτοιο μισό τσιγάρο που την κέρασε. Εμειναν μαζί πάνω από 50 χρόνια και είχαν μάλιστα και κοινό καλλιτεχνικό έργο.

Να πως ξεκίνησε το σχέδιο αυτό: Ηταν αρχές του ’60. Είχαν πάει μαζί στην Ιταλία και είχαν δει τα θαύματα του ντιζάιν και της νεωτερικότητας. Οταν όμως επιχείρησαν να τα εφαρμόσουν στον Ελληνικό Οργανισμό Χειροτεχνίας όπου εργάζονταν και οι δύο, βρήκαν τοίχο. Αποχώρησαν ενώ δεν είχαν κανέναν οικονομικό πόρο.

Και τότε, τους ήρθε η ιδέα: ο Κοκκινίδης πήρε βιομηχανικά χρώματα και ζωγράφισε στο χέρι ένα λευκό φόρεμα από ύφασμα της Πειραϊκής Πατραϊκής. Μέσα σε δύο βδομάδες είχαν ανακαλύψει κάτι καινούργιο, που τους απέφερε τα προς το ζην για δεκαετίες. Μέχρι την Αμερική και την Αυστραλία πωλούνταν τα χειροποίητα φουστάνια που έκαναν και οι δύο με φοβερό μεράκι. Η επιτυχία τούς άφησε ήσυχους να κάνουν την τέχνη τους χωρίς να έχουν τη βιοποριστική αγωνία να πουλάνε τα έργα τους.

Ο Κοκκινίδης δεν πολυσυμπαθούσε την ιδέα του εμπορίου της τέχνης. Εζησε στην εφηβεία του την εκτέλεση του πατέρα του από τους κομμουνιστές, παρ’ όλα αυτά έγινε και ο ίδιος κομμουνιστής. Σε μια συζήτησή μας το 2015, του ζήτησα να μου εξηγήσει πώς συνέβη αυτό το παράδοξο. Οταν ορφάνεψε 15 χρόνων, βρέθηκε κάποιος και του μίλησε για την Αριστερά και τις αξίες της. «Με έπεισε και είμαι ακόμα αριστερός», μου έλεγε με ένα βραχνό γέλιο. Διευκρινίζοντας «όχι όμως νεοαριστερός σαν και αυτούς που έχουμε τώρα στην κυβέρνηση και δεν μοιάζουνε με εμάς τους παλιούς. Εγώ πίστευα στο ήθος ανθρώπων όπως ο Ηλίας Ηλιού. Τέτοιες μορφές είχαμε κάποτε», υπογράμμιζε και ας είχε ο Αλέξης Τσίπρας ένα δικό του έργο στο πρωθυπουργικό γραφείο του.

Τα πρώτα του παιδικά έργα ήταν εύζωνοι σε ένα μπλοκάκι, τα σκίτσα των καθηγητών του στο σχολείο και κάποιες παραγγελίες σκίτσων από διάσημους ηθοποιούς για συμμαθητές του. Στην ΑΣΚΤ είχε δασκάλους τον Σπύρο Παπαλουκά και τον Μόραλη, με τον οποίον έγιναν αργότερα στενοί φίλοι και κουμπάροι.

Ο Κοκκινίδης πίστευε στο ταλέντο, πίστευε στο πρωταρχικό ένστικτο του ζωγράφου, που δεν διδάσκεται. Οταν έγινε ο ίδιος καθηγητής και μετά πρύτανης, προσπάθησε να φέρεται σε κάθε μαθητή με σεβασμό. Χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως θεωρούσε πως δεν υπάρχουν κανόνες, νόρμες και εξάσκηση. Οταν έφυγε πια από τη θέση, συνέχισαν να τον φωνάζουν όλοι δάσκαλο. Και αυτοί που δεν τους είχε μαθητές, όπως εγώ.

«Δάσκαλε, θα μας κάνεις ένα έργο για τα 100 χρόνια της “Καθημερινής”;» του είπα πριν από λίγο καιρό. «Εχω σταματήσει να ζωγραφίζω, αλλά θα πιάσω το πινέλο για την αγαπημένη μου εφημερίδα. Δεν περνάει μέρα που να μη σας διαβάζω», μου απάντησε. Ετσι πήραμε το τελευταίο του έργο για τη φιλανθρωπική μας δημοπρασία του περασμένου Δεκεμβρίου. Είχε κάνει τον εαυτό του να διαβάζει την «Κ».

Στο εξοχικό του στη Μήλο είχε ξεκινήσει τη ζωγραφική του πορεία αποτυπώνοντας ταπεινά σπίτια σε προσφυγικές γειτονιές και νησιά. Από τη δεκαετία του ’60 περνάει σε θέματα πιο πολιτικοποιημένα εναντίον του πολέμου του Βιετνάμ, της βίας, ζωγράφιζε για να αντέξει τη σκοτεινή περίοδο της χούντας.

Δεν ήταν τόσο στρατευμένος πολιτικά όσο ανθρωπιστής που συναισθάνεται την ευθύνη του έναντι της εποχής του. Αυτό φάνηκε και στις ενότητες που είχαν πιο προσωπική προσέγγιση, όπως εκείνη για τη μητρότητα αλλά και την έμπνευσή του από μυθολογικά θέματα και ιδιαίτερα την Οδύσσεια, που την είχε συνδυάσει με αυτοβιογραφικά στοιχεία. Πολύ συχνά τοποθετούσε δίπλα στη θάλασσα έναν άνδρα και μια γυναίκα, αγκαλιασμένους και γαλήνιους.

Ανθρωπος γλυκός, φιλόξενος, γενναιόδωρος, ευθύς, θα μας λείψει. Θα θυμάμαι πάντα τα ωραία απογεύματα Κυριακής που περάσαμε μαζί με φαγητό που είχε μαγειρέψει ο ίδιος, ζαρζαβατικά από τον μπαξέ του και συζητήσεις για την τέχνη...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ