Είναι το ποδόσφαιρο ο απόλυτος άρχοντας της Θεσσαλονίκης; Ο δημοσιογράφος Γιώργος Τούλας, γέννημα θρέμμα της Τούμπας, και ο Αθηναίος καθηγητής του ΑΠΘ Βασίλης Βαμβακάς σχολιάζουν το φαινόμενο ΠΑΟΚ μετά τα πρόσφατα γεγονότα που έγιναν πρώτο θέμα στη Βουλή.

Γιώργος Τούλας, δημοσιογράφος, εκδότης του free press «Parallaxi», που έκλεισε πρόσφατα 30 χρόνια κυκλοφορίας
Μεγαλώνοντας στην Τούμπα



Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Τούμπα, δεκάδες μέτρα από το γήπεδο. Ο ΠΑΟΚ με έναν καρμικό τρόπο έτρεχε πάντα στο αίμα μου και φυσικά στης συνοικίας. Χωρίς να έχω ποτέ σχέση με το ποδόσφαιρο, βίωσα από παιδί τη δύναμη και την επιρροή της ιδέας του στις ζωές της πόλης. Η παλιά προσφυγική γειτονιά που είχε στην ομάδα της ένα καμάρι μεγάλο. Προσφυγική και η ομάδα άλλωστε. Αυτό που έλεγε πάντα και λέει ο πατέρας μου: «Εμείς με τον ΠΑΟΚ γεννηθήκαμε...». Ο ΠΑΟΚ για τη Θεσσαλονίκη (πέρα από παράγοντες, χρήσεις και συμφέροντα τοπικά, πολιτικές εμπλοκές, μικρομεσαίους βουλευτές που χρησιμοποιούν δεκαετίες τη δύναμή του για να υπάρχουν, ιδιοκτήτες που τον απογείωσαν ή τον φαλίρισαν) ενσάρκωνε πάντα την ιδέα της ελπίδας, της ανάγκης μιας πόλης να υψώνει το ανάστημά της λίγο παραπάνω από κει που πιθανόν την προόριζαν για διάφορους λόγους, την ανάγκη να θριαμβεύει. Τις πιο πολλές φορές όχι με επιτυχία και όχι με υπαιτιότητά του. Όταν τα καταφέρνει, συνεπαίρνει όλη την πόλη σε εκείνο το σύννεφο ευτυχίας που έχει ανάγκη κανείς για να προχωρά πού και πού. Από κοντά και οι υπόλοιπες ομάδες της, σε άλλες γειτονιές, σε άλλα κυβικά. Η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα ταυτισμένη με το ποδόσφαιρο, ακόμα και παρά το ότι εδώ ξεκίνησε το μπάσκετ, από τη ΧΑΝΘ, και εδώ αποθεώθηκε με τον Άρη. Η σχέση της πόλης με την μπάλα εδώ και δεκαετίες είναι μια σχέση αίματος, μια σχέση ζωής. Η κουλτούρα του ποδοσφαίρου, ο τρόπος που το συζητά, το βιώνει, το μυθοποιεί και το απομυθοποιεί αγγίζει τα όρια της θρησκείας. Ό,τι αυτό κι αν σημαίνει για τον χρήστη της. Δεν έχει πια να κάνει με κοινωνικές τάξεις, με τους απογόνους εκείνων των προσφύγων που το έφεραν στην πόλη. Στις κερκίδες των γηπέδων της πόλης θα συναντήσεις θεούς και δαίμονες, κροίσους και φτωχαδάκια, αγόρια και κορίτσια που τους χωρίζουν πολλά, αλλά τους ενώνει μια κουλτούρα: της τοπικής στρογγυλής θεάς.


Βασίλης Βαμβακάς, αναπληρωτής καθηγητής ΑΠΘ
Μια υπερβατική πραγματικότητα



Θα ήταν μια γενικόλογη αλήθεια να πει κανείς ότι η ποδοσφαιρική κουλτούρα της Θεσσαλονίκης αντικατοπτρίζει μόνο ένα μέρος της κουλτούρας της πόλης και όχι το σύνολό της. Πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα είχε μια κοινωνιολογική μελέτη που θα αναδείκνυε ομοιότητες, αλλά και σημαντικές διαφορές μεταξύ των οπαδικών αισθημάτων και νοοτροπιών ανάμεσα στις τρεις μεγάλες ομάδες της πόλης: του ΠΑΟΚ, του Άρη, του Ηρακλή. Η οπαδική κουλτούρα μοιράζεται πολλές κοινές πρακτικές, όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη, αλλά και ευρύτερα στην Ελλάδα, όμως στην πόλη αυτή πράγματι το φαινόμενο ΠΑΟΚ χρήζει πολύ μεγαλύτερης προσοχής. Δεν έχει σχέση με την ιστορία και την καταγωγή της ομάδας. Από τη δεκαετία του ’80 και ύστερα, το στοιχείο αυτό όλο και λιγότερο παίζει ρόλο για τις μεγάλες ποδοσφαιρικές ομάδες που αποκτούν οπαδούς σε εθνική εμβέλεια. Το φαινόμενο ΠΑΟΚ, όμως, παραμένει ιδιαίτερο, γιατί φέρει ένα πολύ έντονο τοπικιστικό χαρακτηριστικό, που υπερβαίνει τόσο τα σύνορα της Θεσσαλονίκης όσο και το προσφυγικό παρελθόν της ομάδας και αποκτά χαρακτηριστικά ενός κεφαλαιώδους βορειοελλαδίτικου brand name.

Αν μείνει κανείς στα όσα γίνονται στο γήπεδο και λέγονται στα καφενεία, στα όσα ακούει ατέρμονα στα ραδιόφωνα της πόλης, θα μείνει με την εντύπωση ότι ο ΠΑΟΚ είναι στη Θεσσαλονίκη μια θρησκεία. Η πίστη των οπαδών στην ομάδα τους γίνεται συχνά μια υπερβατική πραγματικότητα που προφανώς τα οικονομικο-πολιτικά συμφέροντα εσωτερικού και εξωτερικού πολύ θα ήθελαν να την ελέγξουν και να την καλοπιάσουν. Από το να κατατάξουμε εύκολα αυτή την πίστη όμως αποκλειστικά σε μια αρχαϊκή νοοτροπία, σε μια βίαιη ανδροπρεπή κουλτούρα, ίσως θα έπρεπε να αφουγκραστούμε αυτά που με δυσκολία αρθρώνει. Η πίστη στον ΠΑΟΚ έχει γίνει ταυτόσημη με το παράπονο της «συμπρωτεύουσας», με το αίσθημα αδικίας της περιφέρειας έναντι του κέντρου, με ένα σύμπλεγμα συναισθημάτων ανωτερότητας και κατωτερότητας. Οτιδήποτε πληγώνει τον ΠΑΟΚ και τα συμφέροντά του επαναφέρει την πεποίθηση ότι υπάρχει ένα σχέδιο να μείνουν ο ΠΑΟΚ, η Θεσσαλονίκη, η Βόρεια Ελλάδα, οι Πόντιοι, συλλογικότητες δεύτερης κατηγορίας. Κάθε φορά που ο ΠΑΟΚ βάλλεται φανταστικά ή όχι, ένα τραύμα καθυστέρησης, ένα τραύμα αποτυχίας με αόρατους φταίχτες στην πρωτεύουσα ξύνεται διαρκώς και πληγώνει όλο και πιο βαθιά τους καταγγέλλοντες. Με άλλα λόγια, το φαινόμενο ΠΑΟΚ από τη δεκαετία του ’90 και ύστερα μιλάει για μια κοινωνική διάκριση που όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές χώρες της Δύσης γίνεται σήμερα ορατή (Γαλλία, ΗΠΑ, Μ. Βρετανία). Είναι η διάκριση και η σύγκρουση μεταξύ μιας κοσμοπολίτικης μητρόπολης και μιας απομονωμένης περιφέρειας. Είναι μια διαφορά που δεν έχει τόσο ταξικά χαρακτηριστικά, αλλά κυρίως τοπικά και πολιτισμικά. Όσο ποδοσφαιρικά αυτή η διαφορά δεν πρέπει να υπερτιμηθεί, τόσο κοινωνικά δεν πρέπει να υποτιμηθεί. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ