Η διαπίστωση είναι κοινή: το Εθνικό Σύστημα Υγείας αδυνατεί να αντιμετωπίσει τις αυξημένες ανάγκες των πολιτών και τις σύγχρονες προκλήσεις για την παροχή ποιοτικών και προσβάσιμων από όλους υπηρεσιών. Ενας στους πέντε Ελληνες δηλώνει ότι δεν έλαβε υπηρεσίες υγείας, παρόλο που τις είχε ανάγκη. Ενας στους τρεις καρκινοπαθείς αντιμετωπίζει πρόβλημα στην πρόσβαση στον γιατρό του και ένας στους τέσσερις στην πρόσβαση στο φάρμακο. Το 60% των διαβητικών και υπερτασικών δηλώνει ότι έχει πρόβλημα στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας λόγω κόστους. Οι δημόσιες δαπάνες υγείας βρίσκονται μόλις στο 5% του ΑΕΠ, έναντι 7% που είναι ο μέσος όρος των χωρών της Ε.Ε., ενώ πάνω από 35% των συνολικών δαπανών υγείας είναι ιδιωτικές. Το 90% των ιδιωτικών δαπανών για την υγεία προέρχεται απευθείας από τους πολίτες και συχνά είναι «άτυπες» και μόνο το 10% καλύπτεται από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες. Στην Ελλάδα το ποσοστό των «καταστροφικών δαπανών υγείας» όπως αποκαλούνται οι δαπάνες υγείας για τις οποίες ένα νοικοκυριό αναγκάζεται να κάνει περικοπές σε βασικά αγαθά, είναι ένα από τα υψηλότερα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ και ανέρχεται στο 9,7%.

Την ίδια στιγμή, αυξάνεται η ζήτηση για δωρεάν υπηρεσίες υγείας. Τη δεκαετία 2009-2018 ο αριθμός των ασθενών που πήραν εξιτήριο από τα δημόσια νοσοκομεία αυξήθηκε κατά 30%, γεγονός που αποδίδεται στη σταδιακή γήρανση του πληθυσμού αλλά και στη «στροφή» των πολιτών στο ΕΣΥ λόγω της οικονομικής κρίσης. Σήμερα, το 43% του συνολικού αριθμού των νοσοκομειακών κλινών στη χώρα βρίσκεται στην Αττική, καλύπτοντας το 35% του ελληνικού πληθυσμού. Εκτιμάται δε ότι το ένα τρίτο των εισαγωγών έκτακτης ανάγκης σε ένα γενικό νοσοκομείο για χειρουργικά, ΩΡΛ, οφθαλμολογικά και γυναικολογικά περιστατικά, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί από δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας. Και ένας μεγάλος αριθμός πολιτών που απευθύνονται στα φαρμακεία για να εκτελέσουν τη συνταγή τους μένει στην αναμονή, λόγω των σοβαρών ελλείψεων φαρμάκων οι οποίες, τα τελευταία χρόνια λόγω των παράλληλων εξαγωγών, έχουν λάβει τη μορφή ενός μόνιμου «βραχνά» για τους ασθενείς.

Επτά καθηγητές με αντικείμενο τη μελέτη του συστήματος υγείας, από διαφορετικό «μετερίζι» ο καθένας και συγκεκριμένα οι Γιάννης Τούντας, Γιάννης Κυριόπουλος, Χρήστος Λιονής, Μιλτιάδης Νεκτάριος, Κυριάκος Σουλιώτης, Γιάννης Υφαντόπουλος και Τάσος Φιλαλήθης, παρουσιάζουν στην έρευνα της διαΝΕΟσις, για «το Νέο ΕΣΥ:

H Ανασυγκρότηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας» τις βασικές στρεβλώσεις του ΕΣΥ, καταλήγοντας σε πρόταση «γενετικής τροποποίησης του υγειονομικού τομέα» και η οποία θα μπορεί να ολοκληρωθεί σε χρονικό ορίζοντα τριών ετών. Με τη διαπίστωση ότι η μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας αποτελεί «επείγουσα αναγκαιότητα» για τη βελτίωση της ικανοποίησης των πολιτών και της απόδοσης των φόρων και εισφορών, προτείνουν μεταξύ άλλων παρεμβάσεις σε πέντε βασικούς τομείς: στη διοίκηση και στην οργάνωση του συστήματος υγείας,  –ενδεικτική είναι η πρόταση για μετατροπή των νοσοκομείων του ΕΣΥ σε ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού–, στη χρηματοδότησή του με την αναγωγή του ΕΟΠΥΥ σε μοναδικό πληρωτή με αποκλειστική διαχείριση του συνόλου των εθνικών πόρων για τις δημόσιες δαπάνες υγείας, στον νοσοκομειακό τομέα με συγχωνεύσεις και αλλαγές χρήσης νοσοκομείων, στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας και στην ολοκληρωμένη οικογενειακή ιατρική, και στο ανθρώπινο δυναμικό και στις πιο ευέλικτες εργασιακές σχέσεις εντός ΕΣΥ.

«Συγκεντρωτική και αναχρονιστική» διοίκηση

Θεσμοθέτηση ενός Κέντρου Στρατηγικού Σχεδιασμού και Αξιολόγησης υπό μορφήν ΝΠΙΔ με γνωμοδοτικές προς το υπουργείο Υγείας αρμοδιότητες για τη λειτουργία του ΕΣΥ, αύξηση του αριθμού των Υγειονομικών Περιφερειών από επτά που είναι σήμερα σε 13, μετατροπή των νοσοκομείων του ΕΣΥ σε ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, και συμπληρωματική σχέση του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα υγείας, είναι στις προτάσεις των συντακτών της έρευνας της διαΝΕΟσις για το «Νέο ΕΣΥ». Οι συντάκτες της έρευνας σχολιάζοντας τη σημερινή εικόνα του ΕΣΥ, κάνουν λόγο για έναν «έντονα συγκεντρωτικό και αναχρονιστικό χαρακτήρα διοίκησης, ο οποίος μειώνει την αποδοτικότητα του συστήματος», αλλά και για κατανομή των νοσοκομειακών και πρωτοβάθμιων μονάδων υγείας η οποία δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες υγείας και στις προσδοκίες του πληθυσμού.

Σύμφωνα με τους συντάκτες της έρευνας, το υπ. Υγείας οφείλει να ασκεί επιτελικό και εποπτικό ρόλο στο ΕΣΥ, να είναι θεσμοφύλακάς του, να θέτει στρατηγικούς στόχους και να διαπραγματεύεται τον ετήσιο προϋπολογισμό του. Η έρευνα προτείνει τη δημιουργία ενός Κέντρου Στρατηγικού Σχεδιασμού και Αξιολόγησης ως ΝΠΙΔ που θα αποτελεί τον πρώτο και βασικό φορέα συγκέντρωσης και αξιολόγησης όλων των πληροφοριών που αφορούν τη λειτουργία του ΕΣΥ σε όλα τα επίπεδα. Οι Υγειονομικές Περιφέρειες προτείνεται να είναι ΝΠΔΔ και να αυξηθούν σε 13 από επτά που είναι σήμερα –να αντιστοιχηθούν με τις διοικητικές Περιφέρειες– και να ασκούν περιφερειακή διοίκηση στις μονάδες που υπάγονται σε αυτές. Σε κάθε ΥΠΕ προτείνεται η συγκρότηση ενός ή περισσότερων «Συμπλεγμάτων Νοσοκομείων» (με ενιαίο νομικό και διοικητικό καθεστώς) και Δικτύων Νοσοκομείων (με προγραμματικές συμφωνίες και ενδεχομένως κοινό μάνατζμεντ). Τα νοσοκομεία που θα ανήκουν στο ίδιο δίκτυο θα αναπτύξουν συνέργειες για τη συμπληρωματική παροχή υπηρεσιών υγείας σε όλο το φάσμα των ειδικοτήτων προς τους ασθενείς.

Επιπλέον, τα νοσοκομεία του ΕΣΥ θα πρέπει να μετατραπούν σε ΝΠΙΔ, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, ως θυγατρικές των ΥΠΕ, για προσέλκυση αξιόλογων και έμπειρων στελεχών από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Η αλλαγή αυτή «θα δώσει τη δυνατότητα στα νοσοκομεία να υπερβούν τις αγκυλώσεις του ενιαίου μισθολογίου του Δημοσίου και να θεσπίσουν κίνητρα οικονομικής και κλινικής αποδοτικότητας που θα διαφοροποιήσουν τις αμοιβές των γιατρών, νοσηλευτών και διοικητικών υπαλλήλων, με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας. Αλλαγές προτείνονται και στις εργασιακές σχέσης στο ΕΣΥ. Οπως αναφέρεται, «εφαρμογή του θεσμού της “πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης” μόνο στους διευθυντές-συντονιστές γιατρούς, με βελτιωμένες αποδοχές και με δυνατότητα παροχής αμειβόμενου ιδιωτικού έργου εντός του νοσοκομείου. Για τους υπόλοιπους γιατρούς, να παρέχεται η δυνατότητα πλήρους αλλά όχι αποκλειστικής απασχόλησης για να μπορούν να απασχολούνται σε δύο ή περισσότερα νοσοκομεία με βάση επιμέρους συμβόλαια εργασίας».

Αλλαγή στο σύστημα χρηματοδότησης

Την ολοκλήρωση της διαρθρωτικής μεταρρύθμισης στη χρηματοδότηση του συστήματος Υγείας που ξεκίνησε το 2011 με τη δημιουργία του ΕΟΠΥΥ, αλλά έμεινε στη μέση, ζητούν οι συντάκτες της έρευνας της διαΝΕΟσις. Οι καθηγητές επισημαίνουν την ανάγκη ο ΕΟΠΥΥ να μετατραπεί σε ενιαίο μοναδικό πληρωτή, που σημαίνει ότι θα έχει την αποκλειστική ευθύνη της διαχείρισης, αγοράς και κατανομής του συνόλου των εθνικών πόρων, συμπεριλαμβανομένων και των φορολογικών εσόδων σε ένα σύστημα «κλειστών» περιφερειακών προϋπολογισμών και τιμών αποζημίωσης του συστήματος.

Οι συντάκτες προτείνουν την αναπροσαρμογή της συμμετοχής των ασφαλισμένων στο κόστος με βάση κριτήρια εισοδηματικά κριτήρια και ανάγκης για φροντίδα υγείας. Σύμφωνα με το σκεπτικό της πρότασης, στην Ελλάδα καταγράφεται εκτεταμένη ιδιωτική δαπάνη υγείας –«εξαιρετικά ανθεκτική κατά τη διάρκεια της κρίσης»– που σε σημαντικό ποσοστό (έως και το 20% της δαπάνης του οικογενειακού προϋπολογισμού σύμφωνα με παλιότερη μελέτη) έχει τη μορφή των «άτυπων πληρωμών». Οπως αναφέρεται, «προς αναίρεση του φαινομένου αυτού είναι αναγκαίο να εξεταστεί η ενσωμάτωση των ιδιωτικών πληρωμών και παραπληρωμών στην επίσημη χρηματοδοτική διαδικασία με τη μορφή συνασφάλισης ή συμπληρωμής». Επιπλέον, προτείνεται και η εισαγωγή ασφαλιστικών τιμών αναφοράς ως ανώτατο όριο κάλυψης δαπανών υγείας και θεσμοθέτηση ειδικής φορολογίας σε επιβλαβή για τη δημόσια υγεία προϊόντα, τα έσοδα από την οποία θα αποδίδονται στον ΕΟΠΥΥ.

Σε ό,τι αφορά την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, η ομάδα της διαΝΕΟσις προτείνει την ανάπτυξη ολοκληρωμένων δικτύων ΠΦΥ – επί τη βάσει συμβολαιακών αγορών υπηρεσιών για τους πολίτες τις οποίες θα κάνει ο ΕΟΠΥΥ. Στα δίκτυα μπορούν να ενταχθούν οποιασδήποτε μορφής δομή ή υπηρεσία ΠΦΥ (δημόσια ή ιδιωτική).

Κάθε πολίτης θα έχει δικαίωμα πρόσβασης σε μία ολοκληρωμένη δέσμη υπηρεσιών φροντίδας (πρόληψη, προαγωγή υγείας, περίθαλψη οξέων και χρόνιων νοσημάτων, αποκατάσταση, υποστηρικτική φροντίδα που προσφέρονται στο ιατρείο, στο σπίτι ή σε ειδικές δομές στην κοινότητα). Η επιλογή του οικογενειακού γιατρού από το άτομο θα είναι ελεύθερη και η συμμετοχή στο κόστος θα είναι ελάχιστη ή μηδενική. Τέλος, η διαΝΕΟσις προτείνει και εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου για τη χορήγηση ιατρικών ειδικοτήτων και τη διαμόρφωση στρατηγικού προγραμματισμού στο ανθρώπινο δυναμικό από τα υπ. Υγείας και Παιδείας, με αναπροσαρμογή του αριθμού εισακτέων στις Σχολές Επιστημών Υγείας.

Παγιώνονται οι ελλείψεις σε φάρμακα

Στην αναμονή για το πότε θα βρεθεί το φάρμακό τους βρίσκονται εκατοντάδες Ελληνες σε καθημερινή βάση, λόγω των χρόνιων και ενίοτε οξυμένων ελλείψεων φαρμάκων. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες καταγραφές των φαρμακευτικών συλλόγων, τουλάχιστον 200 φάρμακα είναι σε έλλειψη είτε ολική είτε μερική (δηλαδή, κυκλοφορία του φαρμάκου σε μικρότερη ποσότητα από τις ανάγκες των ασθενών), πολλά εκ των οποίων ευρείας κυκλοφορίας, όπως αντιφλεγμονώδη, κολλύρια, αντιδιαβητικά, αντιβιοτικά και εμβόλια, ενώ στην επίσημη λίστα του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων με τις «ολικές» ελλείψεις φαρμάκων βρίσκονται αυτή τη στιγμή περίπου 100 φαρμακευτικά σκευάσματα (κωδικοί). Πριν από τρεις εβδομάδες, η Ελληνική Ομοσπονδία Καρκίνου έφτασε στο σημείο να καταγγείλει δημοσίως ελλείψεις βασικών νεοπλασματικών φαρμάκων, που οδήγησαν εκείνη την περίοδο ακόμα και σε ακύρωση προγραμματισμένων χημειοθεραπειών σε κάποια νοσοκομεία της χώρας.


Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες καταγραφές, τουλάχιστον 200 φάρμακα είναι σε ολική ή μερική έλλειψη.

Για ένα σοβαρό πρόβλημα που έχει παγιωθεί τα τελευταία χρόνια λόγω των συνεχών μειώσεων στις τιμές των φαρμάκων, που έχουν ως αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί οι παράλληλες εξαγωγές από τις φαρμακαποθήκες, κάνει λόγο στην «Κ» ο πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής, Κωνσταντίνος Λουράντος. Σύμφωνα με τον κ. Λουράντο, οι ασθενείς ταλαιπωρούνται γιατί αναγκάζονται είτε να περιμένουν το φάρμακό τους, με αποτέλεσμα να μένουν πίσω στη θεραπεία τους, είτε να το ψάχνουν από φαρμακείο σε φαρμακείο είτε να απευθύνονται στον γιατρό τους προκειμένου να τους αλλάξει τη συνταγή. Οπως αναφέρει ο ίδιος, εύκολη λύση στο πρόβλημα δεν υπάρχει. Αν και ο ΕΟΦ έχει τη δυνατότητα να προχωρεί σε απαγόρευση των παράλληλων εξαγωγών στα φάρμακα που βρίσκονται σε έλλειψη, αυτή είναι προσωρινή και για ορισμένο διάστημα, γεγονός που δεν επιλύει το πρόβλημα.

Οι ελλείψεις φαρμάκων αποτέλεσαν το αντικείμενο συνάντησης εργασίας που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο υπ. Υγείας παρουσία της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου, του ΠΦΣ και του ΕΟΦ. Κατά τη συνάντηση αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, εντατικοποίηση των ελέγχων για τη διασφάλιση της επάρκειας των φαρμάκων, απαγόρευση των εξαγωγών των ελλειπτικών φαρμάκων για όσο διάστημα χρειαστεί έως ότου ομαλοποιηθεί η αγορά και παράταση της ισχύος των συνταγών σε φάρμακα που είναι σε έλλειψη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ