Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Μπονγκ Τζουν Χο: Αποχετεύσεις

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Τίποτε δεν έχει αφεθεί στην τύχη. Ακόμη και η στάση του γιου, που κυνηγάει σαν τον τυφλοπόντικα μέσα στο ημιυπόγειο διαμέρισμα μια μπάρα ελεύθερου wifi· ακόμη και το σημείο που πιάνει, επιτέλους, λίγο σήμα, κουκουβίζοντας κάτω από τις αποχετεύσεις· ακόμη και αυτή η σκηνή τουαλέτας μοιάζει να έχει στηθεί σαν σύμβολο στα «Παράσιτα»: Ο αγωγός που μας συνδέει με τη ζωή δεν κάνει καμία διαλογή. Στο δίκτυο ο κόσμος αποχετεύεται.

Αν κάπου φαίνεται η μαεστρία του Μπονγκ Τζουν Χο είναι στο πόσο λίγο διδακτισμό αποπνέει στην αρχή η ταινία του. Σου ρίχνει από το πρώτο λεπτό τη σαγήνη της και σε κρατάει εκεί μέχρι το τέλος. Μέχρι που χάνει το αυτοϋπονομευτικό της χιούμορ και εκτρέπεται, σεναριακά και αισθητικά, στο γκροτέσκο.

Σκαλωμένοι στον πάτο της κοινωνικής κλίμακας που κάποτε λειτουργούσε ανοδικά, οι φτωχοί δεν κατακτούν τους πλούσιους μόνο επειδή είναι επιτήδειοι. Δεν ξέρουν μόνο κόλπα εξαπάτησης. Εχουν και «καθαρές» δεξιότητες που θα τους εξασφάλιζαν άνετο βιοπορισμό κατά τον προηγούμενο αιώνα.

Χάρη σε έναν συνδυασμό επιβιωτικής καπατσοσύνης και κατάρτισης, υπερισχύουν της εκλεπτυσμένης ελίτ. Υπερισχύουν για πολύ λίγο, προτού τους τραβήξει στα υπόγεια ένας ταξικός εμφύλιος. Ο φτωχός τρώει τον φτωχό.

Από αυτή τη σχηματική σύνοψη μιας πολύ οικείας ιστορίας διαφεύγουν οι αρετές των «Παρασίτων». Η ταινία έχει όλη τη μαγεία του σινεμά. Το γεγονός της βράβευσής της, όμως, έχει τη δική του ξεχωριστή πολιτική σημασία.

Σε μια στιγμή που η Αμερική φαντασιώνεται τείχη για να κλειστεί στον εαυτό της, το Χόλιγουντ ανοίγεται και δεξιώνεται ένα ξένο έργο – και μάλιστα ένα έργο που σατιρίζει την ελαφρότητα των αμερικανολιγούρηδων αντιηρώων του.

Η απλή –και διαδεδομένη– εξήγηση είναι ότι οι ιθύνοντες της βαριάς βιομηχανίας της αμερικανικής κουλτούρας υιοθετούν το αντικαπιταλιστικό μήνυμα των «Παρασίτων» και το προβάλλουν στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Η ταινία καταξιώνεται έτσι ως φορέας μιας οικουμενικής αγωνίας. Από την Αμερική έως την Κορέα, οι ανισότητες σφυρηλατούν μια παγκόσμια πολιτική συνείδηση.

Και όμως. Αυτό που συνεγείρει την καλλιτεχνική ελίτ της Αμερικής παραμένει αθέατο για την αμερικανική ενδοχώρα. Το Χόλιγουντ βρίσκεται πιο κοντά στη διανόηση της Σεούλ παρά στο Κάνσας. Οπως, ας πούμε, και η Νέα Υόρκη είναι πιο κοντά στο Βερολίνο παρά στην Αλαμπάμα.

Ο αμερικανικός πολιτισμός που ανοίγεται στον κόσμο, που συγκινείται από αλλότρια έργα χωρίς να κοιτάει το χρώμα ή τη γλώσσα των δημιουργών, είναι ένας πολιτισμός εκλογικά ηττημένος.

Ενας πολιτισμός που έχει συγγένειες αλλού, ενώ στην κοιτίδα του ετοιμάζεται σε λίγους μήνες να ηττηθεί ξανά.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ