ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Στην οικογένεια διαβάζαμε πάντα πολύ, περισσότερο ο μεγάλος μας αδελφός, ο Αντώνης. Εμείς με τον Γιώργο ισοφαρίσαμε αργότερα μαζί του· είμαστε κοντά στο δικό του σκορ. Ο Αντώνης διάβαζε πολύ και παντού, έσερνε μαζί του ένα βιβλίο, ακόμη κι όταν παίζαμε. Κάποτε παίζαμε πινγκ πονγκ και όταν το μπαλάκι χανόταν στα φυτά, εκείνος πήγαινε κρυφά και άνοιγε το βιβλίο να διαβάσει τη συνέχεια. Κάπως έτσι τον θυμάμαι να κουβαλάει το πολυσέλιδο βιβλίο του Χέρμαν Μέλβιλ “Μόμπυ Ντικ”. Ηταν τεράστιο και εντυπωσιακό, δεν μπορούσε καλά καλά να το κρατήσει στο τραπέζι και έριχνε ολόγυρα πιάτα και ποτήρια. Το εξώφυλλο είχε μια περίεργη παιδικότητα: μια τεράστια φάλαινα και στον πίδακα επάνω ένα μικρό καράβι σε ισορροπία τρόμου. Το έφερνε καιρό στο τραπέζι, γιατί το διάβαζε ξανά και ξανά».

Χαμογελάει σαν θυμάται την ανεμελιά εκείνων των χρόνων ο συνθέτης Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο οποίος τώρα έγραψε το λιμπρέτο και τη μουσική του «Μόμπυ Ντικ», του μιούζικαλ που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα στις 28 του μηνός στο «Παλλάς» – σύμπραξη του Onassis Culture με τις Θεατρικές Σκηνές. Φιλόδοξη παραγωγή με ολογράμματα, τρισδιάστατα γραφικά, ορχήστρα που διευθύνει ο Πάνος Βλάχος, εντυπωσιακά σκηνικά του Μανώλη Παντελιδάκη, κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη και χορογραφίες της Αγγελικής Τρομπούκη. Είναι όμως και μια αγαπημένη ιστορία για τη φιλία, την ανθρώπινη μοίρα, τη σχέση των ορίων του ανθρώπου με τον Θεό.

Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου ήταν εννέα ετών όταν άρχισε να διαβάζει το βιβλίο του 13χρονου μεγαλύτερου αδελφού του, Αντώνη. «Αυτή η στρατηγική με οδήγησε στην ανάγνωση πολλών καλών βιβλίων. Οταν εκείνος τα είχε πια διαβάσει, τα μάζευα εγώ. Τον “Μόμπυ Ντικ” τον διάβασα απνευστί». Οπως λέει στην «Κ», σε εκείνη την ηλικία προέχει η περιπέτεια. «Δεν είναι βιβλίο για παιδιά, είναι βιβλίο για μεγαλύτερους, απλώς μπορούν να τρυπώσουν και τα παιδιά στον κόσμο του Μόμπυ Ντικ». Το ξαναδιάβασε έφηβος, και του άφησε, όπως λέει, κάποια «σκοτεινά σημεία». Η παραμονή του στο Τάνγκλγουντ, τη θερινή έδρα της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βοστώνης, όπου είχε πάει για σεμινάρια, αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον του. Τα μαθήματα, βλέπετε, γίνονταν σε ένα μικρό οίκημα, το εξοχικό του Ναθάνιελ Χόθορν, ενός επίσης αγαπημένου του συγγραφέα. Ηταν κληροδότημα στη Συμφωνική της Βοστώνης. «Εμεινα αποσβολωμένος όταν έμαθα ότι το οίκημα ήταν του Χόθορν, αλλά ακόμη περισσότερο όταν μου άνοιξαν την πόρτα της διπλανής αίθουσας. Υπήρχε ένα αυστηρό μεγάλο τζάκι και δύο καρέκλες. “Ξέρεις”, μου είπαν, “εδώ ο Μέλβιλ διάβασε τον Μόμπυ Ντικ στον Χόθορν”».


Ο σκηνοθέτης της παράστασης Γιάννης Κακλέας (αριστερά) συζητάει με τον Δημήτρη Παπαδημητρίου τις τελευταίες λεπτομέρειες.

Εκεί πρωτοσκέφτηκε να γράψει κάτι για το μυθιστόρημα του Μέλβιλ. Στην Ελλάδα πια, ξαναδιάβασε 30άρης το βιβλίο στα αγγλικά και στα γαλλικά. «Συμβαίνει με τα περισσότερα έργα μου: Στην αρχή δεν τα πολυσκέφτομαι, υπάρχει μόνο μια ακαθόριστη ιδέα που ωριμάζει με τον χρόνο. Λες και έρχεται μόνη της. Κάποια στιγμή το πρότεινα σε δυο-τρεις φίλους φιλόλογους να το αναλάβουν, αλλά ήθελαν δυο-τρία χρόνια προετοιμασίας». Οταν πήρε τη μεγάλη απόφαση, το ετοίμασε ο ίδιος σε τρεις μήνες.

Η ιστορία του «τρελού» καπετάνιου Αχαάβ, όπως τον περιγράφει, ο οποίος πείθει το πλήρωμά του να τον ακολουθήσει στην εσωτερική του αποστολή: να νικήσει τα όριά του, τη φύση, τη μοίρα του, να φθάσει και να ξεπεράσει τον Θεό, «δεν είναι μια περιπέτεια για παιδιά». Η σκοτεινή, παραμυθένια μεταφυσική του Μόμπυ Ντικ, δηλαδή της λευκής φάλαινας που έχει βάλει σκοπό της ζωής του να σκοτώσει ο Αχαάβ, «θα έλεγα ότι είναι για όλο τον κόσμο. Δεν απαγορεύεται να το δουν παιδιά, αλλά ο καθένας θα καταλάβει κάτι άλλο. Σε αυτά τα λογοτεχνικά αριστουργήματα», συνεχίζει ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, «μου αρέσει ο μηχανισμός, όχι οι ήρωες. Το νόημα του έργου σε όλο το βάθος δεν μπορεί να το ελέγξει ούτε αυτός που το έγραψε, γιατί είναι μια διαδικασία χημικών αντιδράσεων, άπειρων και ανεξέλεγκτων. Εάν βάλεις παραπάνω στοιχεία που αντιδρούν μεταξύ τους, αυτά προκαλούν αντιδράσεις επί αντιδράσεων».

Ο πολυσχιδής συνθέτης λέει ότι στη διασκευή του δεν άφησε κάποιο κεφάλαιο του βιβλίου απέξω. «Η διαφορά από τις ταινίες και μια όπερα που είδα είναι ότι εκεί κρατούν κάποια κομμάτια του έργου. Αυτό με ενοχλεί, παρότι ειδικά η ταινία του Χιούστον με τον Γκρέγκορι Πεκ είναι υπέροχη. Δεν παύει, ωστόσο, να αποτελεί απόσπασμα του Μόμπυ Ντικ». Τονίζει ότι στο δικό του μιούζικαλ οτιδήποτε έχει συμπυκνωθεί, έγινε επειδή πρόκειται για μουσικό έργο. «Πολλά πράγματα που θα ήθελαν ανάλυση και περιγραφή, τα λένε η μουσική, η σκηνοθεσία και η υποκριτική. Η παράσταση έχει επική μορφή. Δεν πείραξα το έργο στην ουσία του, απλώς το μετέφερα σε μιαν άλλη τέχνη, από τη λογοτεχνία στο μουσικό θέατρο. Είναι έργο απαιτητικό μουσικά και ερμηνεύεται σε διεθνές επίπεδο από τους Μπάμπη Βελισσάριο, Θοδωρή Βουτσικάκη, Αιμιλιανό Σταματάκη, Βασίλη Κούρτη, Νικόλα Καραγκιαούρη, Ιβάν Σβιτάιλο, Ζερόμ Καλούτα, οι οποίοι νομίζω ότι βάζουν τα θεμέλια για μια νέα εποχή στο ελληνικό μιούζικαλ, ως προς τις μουσικές και υποκριτικές επιδόσεις σε μεγάλες και ίσες ποιότητες».

«Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς μύθο και μαγεία»

Η επικών διαστάσεων σύγκρουση του καπετάνιου Αχαάβ με τη λευκή φάλαινα Μόμπυ Ντικ είναι η πάλη του ανθρώπου με τη φύση, τη μοίρα του, τον Θεό. «Είναι σαν ο άνθρωπος να έχει παράπονο από τον μπαμπά του. Οτι ο πατέρας-Θεός τον έφτιαξε και τον παράτησε, ότι δεν ασχολείται μαζί του. Τέτοια παράπονα εκφράζει ο σαλεμένος καπετάνιος και αντιτίθεται στον Θεό. Είναι η διαδρομή του ανθρώπου προς το θείο, προς οτιδήποτε μεγαλύτερο. Ο Αχαάβ είναι μια τραγική φιγούρα, γιατί εκφράζει όλων των ειδών τα παράπονα και την αίσθηση εγκατάλειψης που έχει ο άνθρωπος. Οσο για το καράβι, είναι μια κιβωτός διαφορετικών θρησκειών και απόψεων, ένα καράβι με όλη τη μεταφυσική της ανθρωπότητας μαζεμένη».


Η δυσκολία για τον Δημήτρη Παπαδημητρίου ήταν μεγάλη: οι 1.000 σελίδες του μυθιστορήματος έγιναν 110 σελίδες στο λιμπρέτο.

Η έρευνα για τη δυνατότητα των ολογραμμάτων –μια τεχνολογία εν εξελίξει–, που ο συνθέτης ξεκίνησε πριν αρχίσει να γράφει το λιμπρέτο, τον ταλαιπώρησε περισσότερο σε αυτή την παραγωγή. «Αυτή η περίοδος ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία για μένα, πριν αρχίσω το γράψιμο. Εχουμε τέσσερις φαλαινοθηρίες, πώς τις παρουσιάζεις στο θέατρο; Χωρίς μάλιστα να μπλέξεις με το σινεμά. Η δεύτερη δυσκολία ήταν ο όγκος και η μείωση του έργου: πώς οι 1.000 σελίδες του μυθιστορήματος γίνονται 110; Τρίτον, πώς να τις συμπυκνώνω χωρίς να χάσω σημαντικά συστατικά του έργου; Κάποια σίγουρα δεν υπάρχουν, αλλά η έκταση που προσδίδει βάθος έπρεπε να κερδηθεί με την αίσθηση της μουσικής. Η χρήση της τεχνολογίας σε τέτοια έργα είναι υποχρεωτική για να μην καταφύγεις σε υπερβολικούς υπαινιγμούς. Είναι κατόρθωμα του Γιάννη Κακλέα ότι κατάφερε να αποφύγουμε τη χρήση της ρεαλιστικής εικόνας, που θα μετέτρεπε το θέατρο σε ντοκιμαντέρ. Πρέπει ο υπαινιγμός και η ποίηση να εξακολουθήσουν να υπάρχουν».

Το ερώτημα

Γιατί να δει κάποιος σήμερα το «Μόμπυ Ντικ»; «Η εποχή μας έχει ακραία ανάγκη τη μαγεία. Η εξέλιξη της τεχνολογίας και, έως ένα σημείο, η γνώση της φύσης οδηγούν σε μιαν απομάγευση. Αυτό είναι ένα πρόβλημα. Βιβλία σαν αυτό –είναι εξαιρετική η ελληνική μετάφραση του Θανάση Χριστοδούλου από τις εκδόσεις Gutenberg– επαναφέρουν τη μαγεία στον κόσμο των ανθρώπων. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς μύθο και μαγεία. Οταν του τα στερήσεις, αρχίζει να χάνει μια βασική του υπόσταση. Νομίζω ότι οι νέοι έχουν μεγάλη ανάγκη από αυτό. Καταφεύγουν σε είδη τέχνης τα οποία μόνο ρεαλισμό δεν έχουν. Βλέπεις τα παιδιά να έχουν τρελαθεί με τους δεινοσαύρους.

Το χέβι μέταλ και το ντεθ μέταλ έχουν τη δική τους μαγεία – μαύρη, αλλά μαγεία. Ο Χάρι Πότερ γιατί πέτυχε; Γιατί, όλ’ αυτά ξαναδίνουν, με βαθύ ή ρηχό τρόπο, μια μαγική διάσταση στον κόσμο που χάθηκε. Πιστεύω ότι η επόμενη γενιά θα αγαπήσει το διάβασμα, όπως συνέβη στη δική μας. Τελειώνει η εποχή της εικόνας – είμαι βέβαιος, ο υπαινιγμός και το φαντασιακό θα επιστρέψουν. Μαθαίνω ότι ξαναβγήκε το βιβλίο του Μέλβιλ στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Αυτό για μένα είναι επιτυχία της παράστασης, πριν ακόμη ανέβει».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ