Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Προβάροντας τα ρούχα ενός άλλου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Η εντολή της μητέρας είναι ρητή: «Μην πετάξεις τίποτα από τα πράγματα του παππού». Ετσι ο 30χρονος, πάνω-κάτω, Αρης, που αναγκάζεται να μετακομίσει στο σπίτι του εκλιπόντος στρατιωτικού, ενδόξου, παππού Αριστείδη, στου Παπάγου, λόγω απόλυτης αδυναμίας να νοικιάσει σπίτι, είναι υποχρεωμένος να συμβιώσει με το παρελθόν. Και, μάλιστα, ένα παρελθόν που αγνοεί. Ο άνεργος νεαρός (έχει στοιβάξει στο σπίτι μηχανές εσπρέσο που προσπαθεί ματαίως να διαθέσει, ως υπεύθυνος, υποτίθεται, μιας εταιρείας) ανακαλύπτει σιγά σιγά έναν κόσμο ανοίκειο, σε μια περιοχή με τη δική της ιστορία, που μοιάζει να κείται απαράλλαχτη, δεκαετίες τώρα, στην κάψουλα του χρόνου. Τι ρόλο διαδραμάτισε ο Αριστείδης στον Εμφύλιο και ποια ήταν η σχέση του με τον ζώντα, στενό φίλο του και κομμουνιστή, Βάσο; Ο βραβευμένος «Απόστρατος» του Ζαχαρία Μαυροειδή, που θα προβάλλεται από την ερχόμενη Πέμπτη στις αίθουσες, ανασυνθέτει, από τα απομεινάρια μιας ζωής, μια απροσδόκητη σχέση σε μια αιματηρή περίοδο της ελληνικής ιστορίας.

Είναι κρίμα που δεν μπορούμε να δούμε, παράλληλα, και την «Ανάκριση» του Παναγιώτη Πορτοκαλάκη, βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη (εκδ. Μεταίχμιο). Και οι δύο ταινίες επιχειρούν να γεφυρώσουν το κενό ιστορικής μνήμης, με τρόπο πρωτότυπο, ευφάνταστο, πολύ τολμηρό. Είναι ένα εγχείρημα δύσκολο και ασυνήθιστο για τον ελληνικό κινηματογράφο όχι θεματολογικά (υπάρχει εκτεταμένη φιλμογραφία γύρω από τον Εμφύλιο, τουλάχιστον) αλλά υφολογικά. «Συνομιλούν» με τις γενιές των γονέων και των παππούδων, «βέβηλα» και ανατρεπτικά, γεφυρώνοντας το χάσμα μέσα από σύγχρονα πένθη και σημερινές αφηγήσεις. Στην «Ανάκριση», η περίπου 30χρονη Μαρίνα (δεν είναι τυχαία σχεδόν συνομήλικοι οι ήρωες και στις δύο ταινίες), κόρη ενός θύματος της δικτατορίας, γιου ενός επίσης βασανισμένου αντάρτη, ανάγει τα τραύματά της σε τέχνη, «εγχάρακτη» στο σώμα της, μιμούμενη τις περφόρμανς της πρωτοποριακής Μαρίνας Αμπράμοβιτς. Ετοιμάζοντας μια δική της περφόρμανς αναζητεί υλικό από τις δίκες της χούντας, από μαρτυρίες βασανιστών (και συγκεκριμένα ενός, εκείνου που βασάνισε τον πατέρα της).

Τα σπίτια του Αρη, στου Παπάγου, και της Μαρίνας, κάπου στο κέντρο της Αθήνας, βαριανασαίνουν μέσα σε έπιπλα που δεν τους ανήκουν. Ο Αρης δεν μπορεί να τα ξεφορτωθεί και η Μαρίνα, που προσπαθεί να απαλλαγεί από μια παλιά, βαριά, κονσόλα, αποτυγχάνει. Η κονσόλα φτάνει μέχρι τη σκάλα της πολυκατοικίας και φρακάρει εκεί, αφήνοντας ένα ελάχιστο άνοιγμα για να μπορεί να περνάει. Ενα πέρασμα ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν· μια υπαρξιακή συνθήκη άβολη· ένα σώμα πληγωμένο πραγματικά όχι μόνο αλληγορικά. Οι πληγές στο σώμα της Μαρίνας είναι ιστορικές καταγραφές. «Τι σου έκαναν στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, μπαμπά;», ρωτάει, αλλά η νωπή μνήμη υποφέρει από αλαλία. Οι δύο σκηνοθέτες δεν δικαιώνουν ούτε κατακρίνουν τους πρωταγωνιστές τους. Τους ανακουφίζουν από το βάρος τους, τους συμφιλιώνουν με τις αποτυχίες τους, φωτίζουν την πλευρά που κανείς τους δεν ομολογεί. Ούτε η αποσιώπηση αλλά ούτε και η αποκάλυψη λυτρώνουν. Τα βιώματα δεν κληρονομούνται ούτε και αποτινάσσονται. Μπορούν όμως να μετασχηματιστούν αφού πρώτα χαρτογραφηθούν.

Και οι δύο ταινίες αυτό κάνουν με τον τρόπο τους: χαρτογραφούν το σήμερα πάνω στα ίχνη του παρελθόντος. Ο «Απόστρατος» έχει ένα βλέμμα παιγνιώδες στο προάστιο των αξιωματικών, με τις χαρακτηριστικές μονοκατοικίες, με τον μικρό κήπο, και τα αναλλοίωτα τελετουργικά ζωής. Ο «ηρωισμός» των απόστρατων εξίσου πραγματικός και μυθοπλαστικός. Οι παλαιοί κάτοικοι της περιοχής, όσοι έχουν απομείνει, συνυπάρχουν με τα φαντάσματά τους. Για άλλους είναι συντροφιά, για άλλους βάσανο. Αλλοι τα περιφέρουν, άλλοι τα κλείνουν σε μπαούλα, έως ότου κάποιος τρίτος, «ξένος», τα φέρει στο φως.

Ο Αρης προβάρει τη στολή του παππού Αριστείδη, με όλη την εξάρτυση, για να πάει σε ένα πάρτι μεταμφιεσμένων. Βγάζει σέλφι στον καθρέφτη περισσότερο για να ξορκίσει την εικόνα παρά για να την απαθανατίσει. Αρχίζει να ανακαλύπτει ότι η μεγάλη Ιστορία επιβιώνει χάρη στις αναρίθμητες πτυχές, ασήμαντες ζάρες, άπειρους κόκκους ζωής, τους περισσότερους άγνωστους, χαμένους, που φωλιάζουν και τρέφουν το «σώμα» των κυρίαρχων αφηγήσεων. Χωρίς αυτές, τίποτα δεν θα έφτανε ώς εμάς, τίποτα δεν θα ήταν σαν εμάς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ