ΠΟΛΗ

Στην οδό Κεφαλληνίας, ένα ψυχικό τοπίο της αστικής μνήμης

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Κεφαλληνίας 99Α και 99Β, πάνω από την Αχαρνών. Το πατρικό του συγγραφέα Γιάννη Κιουρτσάκη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Σαν μια βαθιά τομή στο σώμα της πόλης, η οδός Κεφαλληνίας κατεβαίνει ψηλά από την Κυψέλη και φτάνει ώς την Αχαρνών, ένα αστικό ποτάμι, με κοίτες πυκνοχτισμένες και σκιερές. Είναι ένας δρόμος χωνεμένος σε θυρίδες μνήμης εδώ και 100 και πλέον χρόνια, όταν δρόμοι σαν την Κεφαλληνίας είχαν την ατμόσφαιρα μιας σπάνιας αστικότητας. Είτε πήγαινες δεξιά είτε αριστερά, πάνω ή κάτω, θα έβρισκες τα δίπατα και τρίπατα των αστών ή εκείνα τα μονώροφα. Ορισμένες από τις ισόγειες μονοκατοικίες ήταν σπίτια με κάποια πολυτέλεια, όπως το ωραίο σπίτι που έχει ξεμείνει εγκαταλελειμμένο γωνία Κεφαλληνίας και Αντιοχείας. Αλλες μονοκατοικίες ήταν του απλού, λαϊκού τύπου, με σιδερένια είσοδο στο πλάι και καμιά φορά υπήρχαν σειρά τα δωμάτια στην αυλή. Ολα υπήρχαν σε αυτούς τους δρόμους κάτω από την Πατησίων και ήθελα να συναντήσω τα ξέφτια τους. Υπήρχε ένα κράμα ατμόσφαιρας, περισσότερο ως αχός, ως υπόκωφος ήχος, ως συνθήκη ενός βουβού δράματος παρά ως υλικό αποτύπωμα. Και παρότι στη σειρά ήταν οι πολυκατοικίες από το 1955 ώς τα πρόσφατα χρόνια που είχαν αλλάξει εκείνο που οι παλιοί κάτοικοι περιέγραφαν, ένιωσα ότι βάδιζα σε έδαφος σταθερό. Ισως ήταν όλο εκείνο το ψυχικό υπόβαθρο που με είχε φέρει ώς την οδό Κεφαλληνίας, τα ακούσματα και τα σπίτια φίλων και γνωστών, η επιθυμία πρωτίστως για μια μετάληψη. Η Κεφαλληνίας, η Αγίου Μελετίου, η Ιθάκης, η Τήνου και όλοι οι κάθετοι και παράλληλοι δρόμοι φανερώνονταν εμπρός μου με απλότητα, με εκείνη τη φυσικότητα απέναντι σε όλα εκείνα που αλλάζουν.

Είχα στον νου τις περιγραφές του Γιάννη Κιουρτσάκη. Ενα κλασικό βιβλίο για την Αθήνα (και την αυτοσυνειδησία στον ιστορικό και προσωπικό χρόνο) είναι το «Σαν μυθιστόρημα», μια πλατιά αυτοβιογραφία, με χαράδρες και υψίπεδα και με ορισμένες από τις λεπτές περιγραφές του ψυχικού τοπίου της μεσοαστικής Αθήνας. Είχα απέναντί μου το σπίτι της οδού Κεφαλληνίας 99, που έχτισαν οι γονείς του Γιάννη Κιουρτσάκη λίγα χρόνια πριν γεννηθεί. Εβλεπα όσα περιέγραφε: τη μαύρη σιδερένια εξώπορτα και –μέσα από ένα σπασμένο τζάμι– την άσπρη μαρμαρένια σκάλα που οδηγούσε στον επάνω όροφο. Εκεί όπου έμενε η οικογένεια. Τι όμορφο που ήταν αυτό το σπίτι. Φαινόταν τόσο γεροχτισμένο, μοντέρνο για τα χρόνια του ’30, με τις ωραίες προεξοχές στον όροφο. Από τα παράθυρα θα φαίνονταν όλα τα σπίτια, η Αχαρνών ήταν ο μεγάλος δρόμος: «ο φούρνος, το ηλεκτρολογείο του κυρίου Μιχάλη, ο “Αρης” ο κινηματογράφος, ο γερο-μανάβης με τα τσιγκελωτά μουστάκια, ο κυρ-Αντώνης ο κουρέας, το γαλατάδικο του Ξύδη»...

Προσπαθούσα να βάλω τα παλιά σπίτια στη θέση των μεταπολεμικών πολυκατοικιών. Ο βαθμός της αντικατάστασης ήταν σχεδόν καθολικός. Ακόμη και στη μικρή οδό Νεκταρίου δεν είχε μείνει ούτε μία μονοκατοικία. Κάποιες πολυκατοικίες «του παλιού καιρού» εμφανίζονταν μπροστά μου και θα ήταν τότε αντικείμενο θαυμασμού... Κεφαλληνίας 75 και Αριστοτέλους, το διώροφο με την καμπύλη γωνία, Αριστοτέλους 176, υπέρτατη κομψότητα, Κεφαλληνίας 78, εκλεκτό δείγμα του ’30, σωστό ερείπιο πια, Κεφαλληνίας 80 και Φυλής, με μαντεμένια πόρτα όπως το διώροφο της οικογένειας Κιουρτσάκη.

Σε αυτή τη γειτονιά, παιδιά της δεκαετίας του ’30 άνοιγαν τα μάτια στον κόσμο. Στα ενδότερα του σπιτιού, δύο ολόφωτα μεσημβρινά υπνοδωμάτια με μικρή κοινή βεράντα και η καθημερινή τραπεζαρία που μάζευε την οικογένεια. Και μπροστά οι σάλες, η καλή τραπεζαρία, το γραφείο, μια τοξωτή τζαμένια πόρτα, το μισοσκότεινο χολ, αν και ευρύχωρο... Η ζωή στην οδό Κεφαλληνίας. Την έφερνα εμπρός μου και οι πόρτες έτριζαν και τα παιδιά γελούσαν και οι σφυριές των μαστόρων και οι φωνές των γυρολόγων γέμιζαν τον αέρα και τον σκορπούσαν μακριά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη