ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Spirits

Ήταν ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι των πρώτων ημερών του Φεβρουαρίου, όταν ο νέος πρέσβης της Αυστραλίας στην Ελλάδα μάς υποδέχτηκε στην πρεσβεία για μια πρώτη γνωριμία, με παρονομαστή τα κρασιά της χώρας του. Η έκπληξη ήταν μεγάλη και ευχάριστη, όταν ο ψηλόλιγνος, συμπαθέστατος πρέσβης συστήθηκε: Αθανάσιος Σπύρου, γέννημα Ελλάδας, αλλά θρέμμα Αυστραλίας. Με εντυπωσίασε με τον χειρισμό των ελληνικών, που δεν είχαν την παραμικρή ξενική επίδραση. Μετά τον θερμό και απλό χαιρετισμό του και τις ευχαριστίες στην Πανελλήνια Ένωση Οινοχόων, και συγκεκριμένα στον Άρη Σκλαβενίτη και στον Λευτέρη Χανιαλίδη (ανακηρύχθηκε ο Καλύτερος Έλληνας Οινοχόος του 2020), τη σκυτάλη πήρε η «πρέσβειρα» των κρασιών της Αυστραλίας, Laura Jewell MW.

Παρόλο που η Αυστραλία είναι λίγο μεγαλύτερη από ολόκληρη την Ευρώπη, ο αμπελώνας της των 135.000 εκταρίων καλύπτει μόνο το 0,02% της συνολικής έκτασης της χώρας-
ηπείρου. «Λίγο μικρότερος από το Μπορντό και τη Βουργουνδία μαζί!» λέει χαμογελώντας η Laura. Και συνεχίζει: «Η Αυστραλία υπήρξε σαν κομμάτι γης περισσότερο από 100 εκατομμύρια χρόνια, με τα εδάφη της να είναι από τα αρχαιότερα του πλανήτη. Εμπλουτίστηκαν στο πέρασμα των αιώνων με νεότερα αμμώδη, ασβεστολιθικά και εύφορα ηφαιστειακά εδάφη, κι αυτός είναι ο λόγος που βλέπουμε να διαφέρουν δραματικά ακόμα και μέσα στην ίδια περιοχή, πολλές φορές ακόμα και μέσα στο ίδιο οινοπέδιο».

Η Αυστραλία είναι ένα από τα πιο ποικιλόμορφα οινικά σκηνικά του κόσμου: περισσότερες από 100 διαφορετικές ποικιλίες αμπέλου σε 65 περιοχές. Η οινική κοινότητα της Αυστραλίας χαρακτηρίζεται από τη δημιουργικότητα και την επιθυμία της για πειραματισμό. Διαθέτει υψηλού επιπέδου γνώσεις και ικανότητες και παράγει ποιοτικά κρασιά που βρίσκονται ανάμεσα στα καλύτερα του κόσμου. Τα κρασιά τους καθρεφτίζουν τους ανθρώπους που τα δημιουργούν και τα ποικίλα εδάφη και μικροκλίματα της χώρας.

Η αναγέννηση του αυστραλιανού αμπελώνα τοποθετείται ανάμεσα στο 1940 και το 1960, αλλά η πραγματική χρυσή εποχή αρχίζει αμέσως μετά! Η κουλτούρα του κρασιού και ο συνδυασμός του με το φαγητό αναπτύσσονται ραγδαία και οι ανήσυχοι οινοποιοί ανακαλύπτουν ή ξαναανακαλύπτουν περιοχές. Το boom στα κόκκινα κρασιά αρχίζει τη δεκαετία του 1970, ενώ η έντονη ζήτηση για λευκά και ροζέ αυτήν του 1980, δεκαετία στην οποία η Αυστραλία ήταν η 18η μεγαλύτερη χώρα στις εξαγωγές κρασιού. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 είχε ήδη φτάσει στην 6η θέση.

Είχαμε την τύχη στη συνάντηση αυτή να δοκιμάσουμε δέκα κρασιά, λευκά και κόκκινα. Κρασιά που δυστυχώς δεν εισάγονται στην Ελλάδα. Κρασιά των οποίων κοινό χαρακτηριστικό είναι η φρεσκάδα, η ζωηρότητα, οι ωραίες τανίνες και μια καταπληκτική διάρκεια στον χρόνο, που δεν έχει καμία σχέση με τις αντίστοιχες ωριμάνσεις των ευρωπαϊκών κρασιών, λευκών και κόκκινων. Επισημαίνω αυτό που είπε ο Άρης Σκλαβενίτης, ότι όλα τα κρασιά, λευκά και κόκκινα –που πρέπει να σημειώσω ότι πρόκειται για μάλλον ακριβά κρασιά– είχαν βιδωτό πώμα. Ίσως είναι κι αυτός ένας παράγοντας της διατήρησης της φρεσκάδας στον χρόνο. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ