Άγγελος Στάγκος ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΓΚΟΣ

Σχολεία για «έγκλημα χωρίς τιμωρία»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οχι ότι θα κάνει καμία διαφορά, αλλά πολύ σωστά προκαλούν ανατριχίλα στη μειοψηφία των λογικών ανθρώπων αυτής της χώρας και αποκτούν δημοσιότητα ακραία περιστατικά βίας σε γυμνάσια και λύκεια. Το πιθανότερο μάλιστα είναι ότι πολύ λιγότερα από όσα πραγματικά συμβαίνουν γίνονται γνωστά. Το σχολικό περιβάλλον είναι σε μεγάλο βαθμό προαύλιο της κοινωνίας και όλοι ξέρουμε ποια είναι αυτή η κοινωνία σήμερα. Αλλωστε, η αφετηρία της κατάστασης που επικρατεί στα ελληνικά πανεπιστήμια βρίσκεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και από εκεί κανονικά πρέπει να ξεκινήσουν τα μέτρα βελτίωσης και επιβολής στοιχειώδους πειθαρχίας.

Το «μπούλινγκ» και η άσκηση βίας στα σχολεία δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Τα παιδιά της σχολικής ηλικίας και ακόμη περισσότερο οι έφηβοι είναι συχνά «σκληρά αγγελούδια» και το δείχνουν όταν βρουν την ευκαιρία. Το πρόβλημα είναι τα όρια που τίθενται και πρέπει να γνωρίζουν, είτε στο σπίτι τους είτε στο σχολείο. Το σχολείο ειδικά είναι μικρογραφία κοινωνίας, που υποτίθεται ότι έχει κανόνες για να μη μετατραπεί σε «ζούγκλα του μαυροπίνακα» και σε θερμοκοιτίδα συμμοριών. Αλλά όσο το σχολείο είναι προαύλιο της κοινωνίας, άλλο τόσο η κοινωνία επηρεάζει το σχολικό περιβάλλον. Είναι λοιπόν φυσικό η ασυδοσία και η ατιμωρησία, ως βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας στη σημερινή συγκυρία, να δίνουν τον τόνο και στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Με βοήθεια και ευθύνη βεβαίως της οικογένειας και του διδακτικού προσωπικού...

Δεν είναι συνήθως δημοσιογραφικά δόκιμη η αναφορά σε προσωπικές εμπειρίες του υπογράφοντος κάποιο άρθρο ή ανάλυση. Καμιά φορά, όμως, μπορεί να συγχωρηθεί αν πρόκειται για προσπάθεια ενίσχυσης του κειμένου με στοιχεία που ενδεχομένως να τονώσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, η τεράστια διαφορά του τότε –δηλαδή της μακρινής εποχής που ο υπογράφων πήγαινε στο σχολείο– με το τώρα είναι οι συνέπειες των πράξεων, της διαγωγής και των επιδόσεων των μαθητών. Δεν μιλάμε για τις ίδιες συνέπειες και τις ίδιες τιμωρίες που σε πολλές περιπτώσεις έφταναν τα όρια του γελοίου, ειδικά όταν εξέφραζαν τον άκρατο συντηρητισμό της πολιτείας στα δημόσια σχολεία. Ούτε για επιβολή ποινής (από τη διοίκηση, όχι από τον κάθε καθηγητή ή δάσκαλο) ραβδισμού όπως επιβαλλόταν σε σχολείο, που όντως αποτελούσε φιλελεύθερη όαση εκείνη την εποχή, στο οποίο θήτευσε ο υπογράφων.

Ασφαλώς οι εποχές δεν μένουν (ευτυχώς) ίδιες, αλλά τώρα έχουμε φτάσει στην άλλη πλευρά. Ολα συγχωρούνται, οι πάντες περνούν σχεδόν υποχρεωτικά τις τάξεις, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές κάνουν ότι δεν βλέπουν οτιδήποτε θα τους φέρει σε σύγκρουση με «ζόρικους» μαθητές και αδιαφορούν για τις ευθύνες τους, οι γονείς είναι έτοιμοι να καλύψουν παντοιοτρόπως τα βλαστάρια τους με εκδηλώσεις βλακώδους υπερπροστατευτισμού, το αρμόδιο υπουργείο υπαναχωρεί με κάθε ευκαιρία και με πελατειακή νοοτροπία από αρχές και κανόνες, προκειμένου να διευκολύνει ή και να απαλλάξει διδάσκοντες, διδασκόμενους και κηδεμόνες από στοιχειώδεις υποχρεώσεις. Για παράδειγμα (αστείο), μόλις πρόσφατα πρόσθεσε πέντε ακόμη ημέρες δικαιολογημένης απουσίας εξαιτίας γρίπης, λες και οι υπάρχουσες 19 είναι για άλλες ασθένειες!

Με λίγα λόγια, από την υπερβολική αυστηρότητα, πολλές φορές για ανόητους λόγους, και τις ανελαστικές σχέσεις ιεραρχίας μεταξύ καθηγητών και μαθητών της προχουντικής περιόδου, η σχολική κοινωνία πέρασε σταδιακά σε μία κατάσταση σχεδόν πλήρους ασυδοσίας στη διάρκεια της μεταπολίτευσης.

Ακόμη και η επιβολή ποινών έχει ως βασική μέριμνα να μην προβληματίζουν τον μαθητή και την οικογένειά του. Αυτό είναι το κλίμα και οι ανάλογες συμπεριφορές μεταφέρονται μετά στα ανώτατα ιδρύματα, όπου μαζί με άλλες «αμαρτίες» που ενδημούν, χάνεται η... μπάλα.

Το χειρότερο είναι ότι βολεύονται όλοι με τη δεδομένη κατάσταση, από τους μαθητές και τους γονείς ώς τους δασκάλους/καθηγητές και την πολιτική τάξη. Οπότε και αν ακόμη εκδηλωθεί βούληση να τεθούν όρια και κανόνες στο σχολικό σύστημα, το ερώτημα είναι ποιος θα τους εφαρμόσει.

Ας μην ξεχνάμε ότι μέσα στην ανοχή του «εγκλήματος χωρίς τιμωρία» μεγάλωσαν γονείς και διδάσκοντες στη συντριπτική πλειονότητά τους και κάπως έτσι έχει μάθει να πορεύεται ολόκληρη η ελληνική κοινωνία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ